1 Εκείνη την ημέρα θυμήθηκε ο Τωβίτ τα χρήματα που είχε δώσει στο Γαβαήλ, στους Ράγουςστους Ράγους. Βλ. υποσ. εις κεφ. 1:14. της Μηδίας, 2 και σκέφτηκε: «Εγώ προσευχήθηκα να πεθάνω· γιατί δεν καλώ το γιο μου τον Τωβία να του δώσω συμβουλές προτού πεθάνω;» 3 Τον κάλεσε, λοιπόν, και του είπε:
«Παιδί μου, όταν πεθάνω θέλω να με θάψεις κατά πώς πρέπει· ποτέ να μην περιφρονήσεις τη μητέρα σου· να τη σέβεσαι όσο ζεις και να κάνεις ό,τι της αρέσει· πρόσεξε να μην τη στενοχωρείς. 4 Να θυμάσαι, παιδί μου, πόσους κινδύνους πέρασε για σένα, ενώ εσύ ήσουν ακόμα στην κοιλιά της. Κι όταν πεθάνει κι εκείνη, θάψε την μαζί μου στον ίδιο τάφο.
5 »Σ’ όλη σου τη ζωή, παιδί μου, να θυμάσαι τον Κύριο το Θεό μας, και μη σκεφτείς ποτέ ν’ αμαρτήσεις ή να παραβείς τις εντολές του. Να είσαι ενάρετος σ’ όλη σου τη ζωή και να μην ακολουθείς το δρόμο της αδικίας, 6 γιατί, με την αρετή σου θα έχεις επιτυχία στα έργα σου. 7 Να δίνεις από τα υπάρχοντά σου ελεημοσύνη και μάλιστα με απλοχεριά, σε όλους όσοι είναι ενάρετοι. Όταν βλέπεις έναν φτωχό δίνε του ελεημοσύνη και μην τον αποστρέφεσαι, για να μη σε αποστραφεί κι εσένα ο Θεός. 8 Ανάλογα με τα υπάρχοντά σου δίνε ελεημοσύνη· αν έχεις πολλά, δίνε πολλά· αν έχεις λίγα, δίνε από τα λίγα χωρίς επιφυλάξεις. 9 Έτσι αποταμιεύεις πλούσιο απόθεμα για ώρα ανάγκης. 10 Η ελεημοσύνη λυτρώνει από το θάνατο, και δεν αφήνει τον άνθρωπο να μπει στο σκοτεινό κόσμο του άδη. 11 Εκείνοι που κάνουν ελεημοσύνη, προσφέρουν στον Ύψιστο τα δώρα που τον ευχαριστούν.
12 »Να προσέχεις τον εαυτό σου, παιδί μου, από κάθε παράνομο δεσμό.από... δεσμό. Κατά λ. «από κάθε είδος πορνείας», αναφορά στις περιπτώσεις γάμου που απαγορεύονταν από το Μωσαϊκό νόμο (Λευ 18:6-18 - πρβλ. Μτ 5:32· Πραξ 15:20· Α΄ Κορ 5:1). Πρώτα απ’ όλα να πάρεις γυναίκα από τη φυλή σου. Μην πάρεις ξένη γυναίκα, γιατί εμείς είμαστε απόγονοι προφητών: του Νώε, του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ, που είναι οι πιο μακρινοί μας πρόγονοι. Να θυμάσαι, παιδί μου, ότι όλοι αυτοί πήραν γυναίκες από τους ομοεθνείς τους και ο Θεός τούς ευλόγησε δίνοντάς τους παιδιά· κι επίσης τους υποσχέθηκε ότι οι απόγονοί τους θα έπαιρναν ιδιοκτησία τους τη χώρα του Ισραήλ. 13 Να προτιμάς, λοιπόν παιδί μου, τους ομοεθνείς σου, άντρες και γυναίκες και να μην τους περιφρονείς μέσα σου, προκειμένου να διαλέξεις γυναίκα απ’ ανάμεσά τους. Η υπερηφάνεια προκαλεί καταστροφή και δυστυχία μεγάλη, όπως κι η απραξία φέρνει ανέχεια και φτώχεια πολλή· γιατί η απραξία είναι μητέρα της πείνας.
14 »Μην καθυστερείς το μισθό του εργάτη σου, αλλά να του τον καταβάλλεις εγκαίρως· αν έτσι υπακούς στο Θεό, εκείνος θα σου το ανταποδώσει. Πρόσεχε, παιδί μου, σ’ ό,τι κι αν κάνεις και δείχνε με όλη σου τη συμπεριφορά ότι έχεις καλή ανατροφή. 15 Ό,τι δεν θέλεις να σου κάνουν, μην το κάνεις κι εσύ στους άλλους. Μην πίνεις κρασί τόσο που να μεθάς· η μέθη είναι κακός σύντροφος για το δρόμο. 16 Να μοιράζεσαι το ψωμί σου με τον πεινασμένο και τα ρούχα σου με τους γυμνούς· καθετί που σου περισσεύει να το προσφέρεις αγόγγυστα ελεημοσύνη. 17 Όταν κάποιος δίκαιος πεθάνει, να πηγαίνεις στους συγγενείς του τρόφιμα·στους συγγενείς του τρόφιμα. Κατά λ. «τα ψωμιά σου στον τάφο». Αναφορά σε έθιμο κατά το οποίο προμήθευαν την οικογένεια του νεκρού με τρόφιμα, γιατί οι προμήθειες που υπήρχαν στο σπίτι θεωρούνταν όλες μιαρές εξαιτίας του νεκρού (πρβλ. Ιερ 16:7). αλλά μην το κάνεις αυτό αν πεθάνει κάποιος ασεβής.
18 »Να ζητάς συμβουλές από τους συνετούς και να μην περιφρονείς καμιά χρήσιμη γνώμη. 19 Πάντοτε να δοξάζεις τον Κύριο το Θεό· να ζητάς απ’ αυτόν να κατευθύνει τη ζωή σου, και να δίνει επιτυχία σε όλα όσα επιχειρείς και όσα σχεδιάζεις. Σε κανένα άλλο έθνος δεν δίνει ο Κύριος την πραγματική σύνεση. Πράγματι, ο ίδιος δίνει τ’ αγαθά σε όποιον θέλει και όποιον θέλει τον ταπεινώνει. Να θυμάσαι λοιπόν, παιδί μου, τις εντολές μου και να μην αφήσεις να σβηστούν από την καρδιά σου. 20 Και τώρα σου θυμίζω τα δέκα τάλαντα το ασήμι, που έχω καταθέσει στο Γαβαήλ, γιο του Γαβρία, στους Ράγους της Μηδίας. 21 Μη φοβάσαι παιδί μου που γίναμε φτωχοί· θα έχεις στη διάθεσή σου πολλά πλούτη, αν σέβεσαι το Θεό και μένεις μακριά από κάθε αμαρτία και κάνεις ό,τι τον ευαρεστεί».
1 In that day Tobit remembered the money which he had committed to Gabael in Rages of Media,
2 And said with himself, I have wished for death; wherefore do I not call for my son Tobias that I may signify to him of the money before I die?
3 And when he had called him, he said, My son, when I am dead, bury me; and despise not thy mother, but honour her all the days of thy life, and do that which shall please her, and grieve her not.
4 Remember, my son, that she saw many dangers for thee, when thou wast in her womb: and when she is dead, bury her by me in one grave.
5 My son, be mindful of the Lord our God all thy days, and let not thy will be set to sin, or to transgress his commandments: do uprightly all thy life long, and follow not the ways of unrighteousness.
6 For if thou deal truly, thy doings shall prosperously succeed to thee, and to all them that live justly.
7 Give alms of thy substance; and when thou givest alms, let not thine eye be envious, neither turn thy face from any poor, and the face of God shall not be turned away from thee.
8 If thou hast abundance give alms accordingly: if thou have but a little, be not afraid to give according to that little:
9 For thou layest up a good treasure for thyself against the day of necessity.
10 Because that alms do deliver from death, and suffereth not to come into darkness.
11 For alms is a good gift unto all that give it in the sight of the most High.
12 Beware of all whoredom, my son, and chiefly take a wife of the seed of thy fathers, and take not a strange woman to wife, which is not of thy father’s tribe: for we are the children of the prophets, Noe, Abraham, Isaac, and Jacob: remember, my son, that our fathers from the beginning, even that they all married wives of their own kindred, and were blessed in their children, and their seed shall inherit the land.
13 Now therefore, my son, love thy brethren, and despise not in thy heart thy brethren, the sons and daughters of thy people, in not taking a wife of them: for in pride is destruction and much trouble, and in lewdness is decay and great want: for lewdness is the mother of famine.
14 Let not the wages of any man, which hath wrought for thee, tarry with thee, but give him it out of hand: for if thou serve God, he will also repay thee: be circumspect my son, in all things thou doest, and be wise in all thy conversation.
15 Do that to no man which thou hatest: drink not wine to make thee drunken: neither let drunkenness go with thee in thy journey.
16 Give of thy bread to the hungry, and of thy garments to them that are naked; and according to thine abundance give alms: and let not thine eye be envious, when thou givest alms.
17 Pour out thy bread on the burial of the just, but give nothing to the wicked.
18 Ask counsel of all that are wise, and despise not any counsel that is profitable.
19 Bless the Lord thy God alway, and desire of him that thy ways may be directed, and that all thy paths and counsels may prosper: for every nation hath not counsel; but the Lord himself giveth all good things, and he humbleth whom he will, as he will; now therefore, my son, remember my commandments, neither let them be put out of thy mind.
20 And now I signify this to they that I committed ten talents to Gabael the son of Gabrias at Rages in Media.
21 And fear not, my son, that we are made poor: for thou hast much wealth, if thou fear God, and depart from all sin, and do that which is pleasing in his sight.
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.