Publicidade

Tobit 5

KJV

1 Ο Τωβίας αποκρίθηκε στον Τωβίτ: «Πατέρα, θα κάνω όλα όσα με πρόσταξες· 2 αλλά πώς θα μπορέσω να πάρω τα χρήματα, αφού δε γνωρίζω το Γαβαήλ;»

3 Ο Τωβίτ τού έδωσε το γραμμάτιο και του είπε: «Ψάξε να βρεις έναν άνθρωπο να σε συνοδέψει και εγώ όσο ζω θα του δίνω αμοιβή. Κι όταν φτάσεις στο Γαβαήλ, πάρε τα χρήματα».

4 Ο Τωβίας πήγε να βρει έναν άνθρωπο και βρήκε το Ραφαήλ,Ραφαήλ. Βλ. υποσ. εις κεφ. 3:17. χωρίς να ξέρει ότι επρόκειτο για άγγελο.

5 «Μήπως μπορείς να με συνοδέψεις στους Ράγουςστους Ράγους. Βλ. υποσ. εις κεφ. 1:14. της Μηδίας;» τον ρώτησε. «Γνωρίζεις εκείνα τα μέρη;» 6 Ο άγγελος του απάντησε: «Θα ρθω μαζί σου. Και το δρόμο ξέρω και στο συμπατριώτη μας το Γαβαήλ έχω διανυκτερεύσει».

7 Ο Τωβίας του είπε: «Περίμενέ με να το πω στον πατέρα μου».

8 «Πήγαινε», του είπε ο άγγελος, «αλλά μην καθυστερήσεις».

Ο Τωβίας αποχαιρετάει τους γονείς του

9 Ο Τωβίας μπήκε στο σπίτι και είπε στον πατέρα του: «Βρήκα άνθρωπο να με συνοδέψει». Ο πατέρας του τού είπε: «Φώναξέ τον να ρθει μέσα για να μάθω από ποια φυλή είναι· και αν είναι έμπιστος τότε να έρθει μαζί σου».

10 Τον φώναξε και μπήκε στο σπίτι και αλληλοχαιρετήθηκαν.

11 Ο Τωβίτ τον ρώτησε: «Συμπατριώτη, πες μου από ποια φυλή κι από ποια συγγένεια είσαι;» 12 Ο άγγελος του απάντησε: «Φυλή και συγγένεια ζητάς εσύ ή μισθωτό, να συνοδέψει το γιο σου;» Ο Τωβίτ του είπε: «Συμπατριώτη, θέλω να μάθω τη συγγένειά σου και το όνομά σου». 13 Εκείνος του απάντησε: «Είμαι ο Αζαρίας, γιος του Ανανία του ονομαστού συμπατριώτη σου».

14 Ο Τωβίτ του είπε: «Καλώς ήρθες συμπατριώτη! Και μη μου θυμώνεις που ζήτησα να μάθω τη φυλή σου και τη συγγενειά σου. Είσαι κι εσύ συγγενής μου από εξαίρετη οικογένεια· εγώ τον ήξερα τον Ανανία και τον Ιωνάθαν, τους γιους του ξακουστού Σεμεΐα. Πηγαίναμε μαζί στην Ιερουσαλήμ να προσκυνήσουμε, και προσφέραμε τα πρωτογέννητα των ζώων μας και το δέκατο των προϊόντων μας. Αυτοί δεν ακολούθησαν τον κακό δρόμοτον κακό δρόμο. Εννοείται ο χωρισμός των δύο βασιλείων και η εγκατάσταση θυσιαστηρίου στη Βαιθήλ από τον Ιεροβοάμ Α΄ (Α΄ Βασ 12:25-31· Β΄ Χρ 11:13-17). των άλλων συμπατριωτών μας. Από καλή οικογένεια είσαι, συμπατριώτη.

15 »Πες μου, όμως, τι μισθό θέλεις να σου δώσω; Μια δραχμή την ημέρα και τα αναγκαία για σένα και το γιο μου; 16 Και θα σου δώσω ακόμα παραπάνω, αν γυρίσετε πίσω γεροί». 17 Έτσι και συμφώνησαν. Τότε ο Τωβίτ είπε στον Τωβία: «Ετοιμάσου για το ταξίδι και σας εύχομαι καλό δρόμο».

Όταν ο γιος του ετοίμασε ό,τι χρειάζονταν για την πορεία, ο πατέρας του τού είπε: «Πήγαινε μαυτόν εδώ τον άνθρωπο· κι ο Θεός που κατοικεί στον ουρανό να δώσει να χετε καλό ταξίδι κι ο άγγελός του να σας συνοδεύει». Βγήκαν, λοιπόν, οι δύο για να φύγουν και το σκυλί του παιδιού πήγε μαζί τους. 18 Η μάνα του η Άννα έκλαιγε, κι έλεγε στον Τωβίτ: «Γιατί έστειλες μακριά το παιδί μας; Ήταν το στήριγμά μας όταν ήταν μαζί μας. 19 Δε θέλουμε άλλα χρήματα· άστα να χαθούν και να χουμε το παιδί μας! 20 Μας φτάνουν όσα μας έχει δώσει ο Κύριος για να ζούμε».

21 Ο Τωβίτ όμως της είπε: «Μη στενοχωριέσαι, καλή μου· θα έρθει πίσω γερός και θα τον δεις με τα ίδια σου τα μάτια. 22 Άγγελος καλός θα πορευτεί μαζί του, θα χει καλό ταξίδι, και θα επιστρέψει σώος και αβλαβής». 23 Έτσι η Άννα σταμάτησε να κλαίει.

Ο Τωβίας πιάνει ένα ψάρι

1 Tobias then answered and said, Father, I will do all things which thou hast commanded me:

2 But how can I receive the money, seeing I know him not?

3 Then he gave him the handwriting, and said unto him, Seek thee a man which may go with thee, whiles I yet live, and I will give him wages: and go and receive the money.

4 Therefore when he went to seek a man, he found Raphael that was an angel.

5 But he knew not; and he said unto him, Canst thou go with me to Rages? and knowest thou those places well?

6 To whom the angel said, I will go with thee, and I know the way well: for I have lodged with our brother Gabael.

7 Then Tobias said unto him, Tarry for me, till I tell my father.

8 Then he said unto him, Go and tarry not. So he went in and said to his father, Behold, I have found one which will go with me. Then he said, Call him unto me, that I may know of what tribe he is, and whether he be a trusty man to go with thee.

9 So he called him, and he came in, and they saluted one another.

10 Then Tobit said unto him, Brother, shew me of what tribe and family thou art.

11 To whom he said, Dost thou seek for a tribe or family, or an hired man to go with thy son? Then Tobit said unto him, I would know, brother, thy kindred and name.

12 Then he said, I am Azarias, the son of Ananias the great, and of thy brethren.

13 Then Tobit said, Thou art welcome, brother; be not now angry with me, because I have enquired to know thy tribe and thy family; for thou art my brother, of an honest and good stock: for I know Ananias and Jonathas, sons of that great Samaias, as we went together to Jerusalem to worship, and offered the firstborn, and the tenths of the fruits; and they were not seduced with the error of our brethren: my brother, thou art of a good stock.

14 But tell me, what wages shall I give thee? wilt thou a drachm a day, and things necessary, as to mine own son?

15 Yea, moreover, if ye return safe, I will add something to thy wages.

16 So they were well pleased. Then said he to Tobias, Prepare thyself for the journey, and God send you a good journey. And when his son had prepared all things for the journey, his father said, Go thou with this man, and God, which dwelleth in heaven, prosper your journey, and the angel of God keep you company. So they went forth both, and the young man’s dog with them.

17 But Anna his mother wept, and said to Tobit, Why hast thou sent away our son? is he not the staff of our hand, in going in and out before us?

18 Be not greedy to add money to money: but let it be as refuse in respect of our child.

19 For that which the Lord hath given us to live with doth suffice us.

20 Then said Tobit to her, Take no care, my sister; he shall return in safety, and thine eyes shall see him.

21 For the good angel will keep him company, and his journey shall be prosperous, and he shall return safe.

22 Then she made an end of weeping.

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-04_23-13-58-