Publicidade

Tobit 2

KJV

1 Όταν επέστρεψα στο σπίτι μου, μου δόθηκε πίσω η γυναίκα μου η Άννα και ο γιος μου ο Τωβίας. Τη γιορτή της Πεντηκοστής, που είναι άγια μέρα, εφτά εβδομάδες μετά το Πάσχα, μου παρέθεσαν πλούσιο γεύμα και κάθισα στο τραπέζι. 2 Εκεί είδα πολλά φαγητά και είπα στο γιο μου: «Πήγαινε και όποιον βρεις από τους συμπατριώτες μας φτωχό, που να είναι ακόμα πιστός στον Κύριο, φέρε τον εδώ, κι εγώ θα σε περιμένω».

3 Όταν γύρισε ο Τωβίας, μου είπε: «Πατέρα, ένας συμπατριώτης μας είναι στραγγαλισμένος και πεταμένος στην αγορά».

4 Τότε εγώ άφησα το φαγητό μου άθικτο κι έτρεξα, πήρα το πτώμα και το έκρυψα σε μια αποθήκη, ώσπου να βασιλέψει ο ήλιος.Η δύση του ήλιου για τους Ιουδαίους σήμαινε την έναρξη μιας καινούριας μέρας. Ο Τωβίτ ήξερε πως δεν έπρεπε να βεβηλώσει με μια τέτοια εργασία την ημέρα της Πεντηκοστής (Λευ 23:21).5 Όταν γύρισα, πλύθηκαπλύθηκα. Πρόκειται για τον απαραίτητο καθαρμό εξαιτίας της επαφής του με το πτώμα (βλ. Αρ 19:11-13). κι έφαγα το φαγητό μου στενοχωρημένος. 6 Τότε θυμήθηκα την προφητεία του Αμώς, που έλεγε: «Θα μετατρέψω τις γιορτές σας σε κηδείες, και όλα τα γιορταστικά τραγούδια σας σε γοερές κραυγές», και έκλαψα.

7 Όταν βασίλεψε ο ήλιος, πήγα κι άνοιξα έναν τάφο και έθαψα τον νεκρό. 8 Οι γείτονες με περιγελούσαν κι έλεγαν: «Αυτός τίποτα δε φοβάται πια. Πριν αρκετόν καιρό είχε αναγκαστεί να φύγει για να μην τον σκοτώσουν για την ίδια πράξη· και να τον πάλι, θάβει νεκρούς!»

Βαρύ πλήγμα για τον ευσεβή Τωβίτ

9 Μετά, αφού έθαψα τον νεκρό, γύρισα την ίδια νύχτα και κοιμήθηκα κοντά στον τοίχο της αυλής, γιατί ήμουν μολυσμένος, και άφησα ακάλυπτο το πρόσωπό μου. 10 Δεν ήξερα ότι υπήρχαν σπουργίτια στον τοίχο· κι όταν για μια στιγμή άνοιξα τα μάτια μου, έπεσαν μέσα τους ζεστές κοτσιλιές των σπουργιτιών και μου δημιούργησαν λευκά στίγματα. Πήγα στους γιατρούς αλλά δεν μπόρεσαν να με θεραπεύσουν. Ο Αχιάχαρος εξακολούθησε να με συντηρεί, μέχρις ότου πήγα στην Ελυμαΐδα.

11 Εκείνο τον καιρό η γυναίκα μου η Άννα έκανε τις γυναικείες δουλειές· 12 έστελνε ό,τι έφτιαχνε σεκείνους που της παράγγελναν κι εκείνοι της έδιναν την αμοιβή της, προσθέτοντας κι ένα κατσίκι. 13 Όταν γύρισε στο σπίτι και το κατσίκι άρχισε να βελάζει, της είπα: «Πού βρέθηκε το κατσίκι; Μήπως είναι κλεμμένο; Δώστο σεκείνους που τους ανήκει, γιατί δεν είναι σωστό να φάμε κάτι κλεμμένο».

14 Εκείνη απάντησε: «Μου το δωσαν δώρο πέρα από την αμοιβή μου». Εγώ δεν την πίστευα και κόκκινος απτο θυμό τής φώναζα να δώσει το κατσίκι σαυτούς που τους ανήκε. Αυτή τότε μου απάντησε: «Κι εσύ τι κέρδισες με τις ελεημοσύνες σου και τα καλά σου έργα; Τα είδαμε ταποτελέσματα!»Για την Άννα, η δυστυχία που βρήκε τον Τωβίτ αποδείκνυε πως ο Θεός τον είχε απορρίψει και όλα τα καλά του έργα ήταν ανώφελα (πρβλ. Ιωβ 2:9).

Ο Τωβίτ προσεύχεται να πεθάνει

1 Now when I was come home again, and my wife Anna was restored unto me, with my son Tobias, in the feast of Pentecost, which is the holy feast of the seven weeks, there was a good dinner prepared me, in the which I sat down to eat.

2 And when I saw abundance of meat, I said to my son, Go and bring what poor man soever thou shalt find out of our brethren, who is mindful of the Lord; and, lo, I tarry for thee.

3 But he came again, and said, Father, one of our nation is strangled, and is cast out in the marketplace.

4 Then before I had tasted of any meat, I started up, and took him up into a room until the going down of the sun.

5 Then I returned, and washed myself, and ate my meat in heaviness,

6 Remembering that prophecy of Amos, as he said, Your feasts shall be turned into mourning, and all your mirth into lamentation.

7 Therefore I wept: and after the going down of the sun I went and made a grave, and buried him.

8 But my neighbours mocked me, and said, This man is not yet afraid to be put to death for this matter: who fled away; and yet, lo, he burieth the dead again.

9 The same night also I returned from the burial, and slept by the wall of my courtyard, being polluted and my face was uncovered:

10 And I knew not that there were sparrows in the wall, and mine eyes being open, the sparrows muted warm dung into mine eyes, and a whiteness came in mine eyes: and I went to the physicians, but they helped me not: moreover Achiacharus did nourish me, until I went into Elymais.

11 And my wife Anna did take women’s works to do.

12 And when she had sent them home to the owners, they paid her wages, and gave her also besides a kid.

13 And when it was in my house, and began to cry, I said unto her, From whence is this kid? is it not stolen? render it to the owners; for it is not lawful to eat any thing that is stolen.

14 But she replied upon me, It was given for a gift more than the wages. Howbeit I did not believe her, but bade her render it to the owners: and I was abashed at her. But she replied upon me, Where are thine alms and thy righteous deeds? behold, thou and all thy works are known.

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-04_23-13-58-