Publicidade

1 Maccabees 11

KJV
Ο βασιλιάς της Αιγύπτου εξαπατά τον Αλέξανδρο και κερδίζει τη Συρία με το μέρος του

1 Ο βασιλιάς ΠτολεμαίοςΠτολεμαίος, δηλ. ο Πτολεμαίος ΣΤ΄. της Αιγύπτου συγκέντρωσε μεγάλο στρατό, σαν την άμμο της θάλασσας και πολλά πλοία, με σκοπό να κυριέψει με δόλο το βασίλειο του Αλέξανδρου και να το προσαρτήσει στο δικό του. 2 Άρχισε, λοιπόν, να περιοδεύει τη Συρία προβαίνοντας σε ειρηνικές διακηρύξεις προς κάθε κατεύθυνση. Οι κάτοικοι των πόλεων άνοιγαν τις πύλες και τον υποδέχονταν, γιατί υπήρχε διαταγή από το βασιλιά Αλέξανδρο να δέχονται τον Πτολεμαίο, επειδή ήταν πεθερός του. 3 Μπαίνοντας όμως ο Πτολεμαίος στις πόλεις, εγκαθιστούσε σαυτές φρουρές από τις δικές του στρατιωτικές δυνάμεις. 4 Όταν έφτασε στην Άζωτο, του έδειξαν το ναό του Δαγών που ήταν καμένος, τα περίχωρά της πόλης όλα κατεστραμμένα και πτώματα σκορπισμένα παντού· επίσης του έδειξαν τα πτώματα που ο Ιωνάθαν είχε βάλει σε σωρούς από δω κι από κει στο δρόμο, γιατί από κει θα περνούσε ο Πτολεμαίος. 5 Διηγήθηκαν, λοιπόν, στο βασιλιά όσα είχε κάνει ο Ιωνάθαν, για να τον κατηγορήσουν σαυτόν. Ο βασιλιάς όμως δε μίλησε. 6 Ο Ιωνάθαν υποδέχτηκε το βασιλιά στην Ιόππη με τιμές, κι αφού αντάλλαξαν επίσημες φιλοφρονήσεις, διανυκτέρευσαν στην πόλη. 7 Στη συνέχεια ο Ιωνάθαν συνόδευσε το βασιλιά μέχρι τον ποταμό Ελεύθερο,ποταμό Ελεύθερο. Υπάρχει και σήμερα. Αποτελούσε το φυσικό σύνορο ανάμεσα στο βόρειο Λίβανο και τη Συρία. κι ύστερα γύρισε στην Ιερουσαλήμ. 8 Έτσι ο Πτολεμαίος κυρίεψε τις παραλιακές πόλεις μέχρι την παραθαλάσσια Σελεύκεια, κι εξακολούθησε να καταστρώνει υστερόβουλα σχέδια εναντίον του Αλεξάνδρου.

9 Έστειλε πρεσβευτές στο βασιλιά ΔημήτριοΔημήτριο, δηλ. τον Δημήτριο Β΄. με την εξής πρόταση:

«Έλα να συνάψουμε συμφωνία. Θα σου δώσω την κόρη μου, που είναι σύζυγος του Αλέξανδρου και έτσι θα βασιλέψεις εσύ στο βασίλειο του πατέρα σου. 10 Μετάνιωσα που έδωσα σαυτόν την κόρη μου, γιατί επιδίωξε να με σκοτώσει».

11 Ο Πτολεμαίος κατηγόρησε τον Αλέξανδρο, γιατί ο τελευταίος ήθελε να του πάρει το βασίλειο. 12 Πήρε λοιπόν την κόρη του απτον Αλέξανδρο και την έδωσε στο Δημήτριο· διέκοψε κάθε σχέση με τον Αλέξανδρο κι έτσι δημοσιοποιήθηκε η έχθρα τους. 13 Έπειτα ο Πτολεμαίος μπήκε στην Αντιόχεια και φόρεσε το στέμμα της Ασίας. Έτσι φόρεσε δύο στέμματα: το στέμμα της Ασίας και το στέμμα της Αιγύπτου.

Θάνατος του Αλέξανδρου και του βασιλιά της Αιγύπτου

14 Εκείνο τον καιρό ο βασιλιάς Αλέξανδρος βρισκόταν στην Κιλικία, γιατί οι κάτοικοι εκείνων των περιοχών είχαν επαναστατήσει. 15 Όταν όμως έμαθε αυτά που είχε κάνει ο Πτολεμαίος, ήρθε εναντίον του για να τον πολεμήσει. Ο Πτολεμαίος βγήκε να τον αντιμετωπίσει με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις και τον κατατρόπωσε. 16 Κι όταν ο βασιλιάς Πτολεμαίος έφτασε στον κολοφώνα της δόξας του, ο Αλέξανδρος κατέφυγε στην Αραβία για να βρει προστασία. 17 Εκεί όμως ένας Άραβας, ο Ζαβδιήλ, του κοψε το κεφάλι και το έστειλε στον Πτολεμαίο. 18 Μετά από τρεις μέρες πέθανε κι ο Πτολεμαίος· τότε οι κάτοικοι των οχυρωμένων πόλεων κατέσφαξαν τους στρατιώτες που είχαν τοποθετηθεί ως φρουρά σαυτές. 19 Έτσι έγινε βασιλιάς ο Δημήτριος το έτος 167.Δηλ. το 145 π.Χ.

Συμμαχία μεταξύ Ιωνάθαν και Δημητρίου Β΄

20 Εκείνο τον καιρό ο Ιωνάθαν συγκέντρωσε τους κατοίκους της Ιουδαίας με σκοπό να ανακαταλάβουν την ακρόπολη της Ιερουσαλήμ και έστησε πολλές πολιορκητικές μηχανές εναντίον της. 21 Μερικοί ασεβείς Ιουδαίοι, όμως, που μισούσαν το έθνος τους, πήγαν στο βασιλιά Δημήτριο και τον πληροφόρησαν ότι ο Ιωνάθαν είχε πολιορκήσει την ακρόπολη. 22 Αυτός όταν το άκουσε οργίστηκε. Ξεκίνησε αμέσως και μετέφερε το αρχηγείο του στην Πτολεμαΐδα, και έγραψε στον Ιωνάθαν να λύσει την πολιορκία της ακρόπολης και να πάει να τον συναντήσει στην Πτολεμαΐδα το συντομότερο δυνατόν, για να έχουν διαβουλεύσεις.

23 Όταν ο Ιωνάθαν τα πληροφορήθηκε αυτά, διέταξε να εξακολουθήσουν την πολιορκία. Διάλεξε όμως μερικούς από τους πρεσβυτέρους του Ισραήλ και μερικούς ιερείς για συνοδεία και ανέλαβε ο ίδιος τον κίνδυνο του ταξιδιού. 24 Πήρε μαζί του ασήμι, χρυσάφι, ενδυμασίες και πολλά και διάφορα άλλα δώρα κι επισκέφθηκε το βασιλιά στην Πτολεμαΐδα κερδίζοντας την εύνοιά του. 25 Έτσι, μολονότι τον είχαν κατηγορήσει μερικοί ασεβείς συμπατριώτες του, 26 ο βασιλιάς τον μεταχειρίστηκε όπως και οι προκάτοχοί του βασιλιάδες και τον τίμησε μπροστά σόλους τους φίλους του. 27 Του ξανάδωσε την αρχιεροσύνη και όλες τις άλλες τιμές που είχε προηγουμένως και τον όρισε να είναι πρώτος ανάμεσα στους φίλους του.

28 Ο Ιωνάθαν ζήτησε από το βασιλιά να εξαιρέσει από τη φορολογία την Ιουδαία και τις τρεις περιφέρειες της Σαμάρειας,της Σαμάρειας. Το πιθανότερο κείμενο. Το κείμ. των Ο΄ έχει «και τη Σαμάρεια». Πρβλ. κεφ. 10:30.38· 11:34. και του υποσχέθηκε να του δώσει τριακόσια τάλαντα. 29 Ο βασιλιάς συμφώνησε και κατάρτισε έγγραφο προς τον Ιωνάθαν για όλα αυτά τα θέματα ως εξής:

30 «Ο βασιλιάς Δημήτριος στέλνει χαιρετισμούς στον αδερφόστον αδερφό. Τιμητικός τίτλος παρόμοιος με τον «φίλος του βασιλιά». του τον Ιωνάθαν και στο έθνος των Ιουδαίων.

31 »Το αντίγραφο της επιστολής που γράψαμε στο Λασθένη το συγγενή μας για σας, το στέλνουμε και σεσάς για να ενημερωθείτε σχετικά:

32 "Ό βασιλιάς Δημήτριος στέλνει χαιρετισμούς στον πατρικό του φίλο, το Λασθένη. 33 Αποφάσισα να ευεργετήσω το έθνος των Ιουδαίων που διάκειται φιλικά απέναντί μας και διατηρεί τη συμφωνία που κάναμε. 34 Κατακυρώνω, λοιπόν, σαυτούς την περιοχή της Ιουδαίας και τους τρεις νομούς: Αφαίρεμα, Λύδδα και Ραθαμίν, που προσαρτώνται στην Ιουδαία από την περιοχή της Σαμάρειας, μαζί με όλα τα εδάφη που τους ανήκουν. Αυτό είναι προς όφελος αυτών που πάνε να θυσιάσουν στα Ιεροσόλυμα, γιατί τους απαλλάσσουμε από το φόρο που έπαιρνε απαυτούς ο βασιλιάς κάθε χρόνο στο παρελθόν, από τα προϊόντα της γης και τους καρπούς των δέντρων. 35 Επίσης τους απαλλάσσω από κάθε άλλη πληρωμή που μου οφείλουν. Τους χαρίζω τις δεκάτες και τους συνήθεις φόρους, τους φόρους για τις αλυκές και τους ειδικούς βασιλικούς δασμούς. 36 Δεν πρόκειται να αθετήσω τίποτε απαυτά από τώρα και για πάντα.

37 "Τώρα, λοιπόν, φροντίστε να κάνετε αντίγραφο αυτού του εγγράφου και να δοθεί στον Ιωνάθαν και να τοποθετηθεί στο όρος του ναού σε εμφανές μέρος"».

Ο Ιωνάθαν σώζει το Δημήτριο Β΄ από μεγάλο κίνδυνο

38 Όταν ο βασιλιάς Δημήτριος είδε ότι η χώρα ηρέμησε και οι επαναστάσεις εναντίον του σταμάτησαν, διέλυσε το στρατό του και τους έστειλε όλους στα σπίτια τους, εκτός από το στρατό των ξένων, που τους είχε στρατολογήσει από τα ελληνικά νησιά. Γιαυτό και τον μίσησαν όλοι αυτοί οι στρατιώτες, που είχαν υπηρετήσει υπό τις διαταγές των προκατόχων του. 39 Κάποιος Τρύφων, που προηγουμένως ανήκε στο περιβάλλον του Αλέξανδρου, όταν είδε ότι όλος ο στρατός ήταν δυσαρεστημένος εναντίον του Δημητρίου, πήγε σέναν Άραβα, τον Ειμαλκουέ, ο οποίος ανέτρεφε το μικρό γιο τού Αλέξανδρου, τον Αντίοχο,Τρύφων, παρωνύμιο του Διοδότου, πρώην στρατηγού του Δημητρίου Α΄. – Αντίοχο, δηλ. ο Αντίοχος ΣΤ΄.40 και τον πίεζε πολύ να του παραδώσει το παιδί, για να τον κάνει βασιλιά στη θέση του πατέρα του. Έμεινε εκεί πολλές μέρες και του διηγήθηκε όσα είχε κάνει ο Δημήτριος καθώς και την έχθρα που αισθανόταν εναντίον του ο στρατός του.

41 Από την πλευρά του ο Ιωνάθαν παράγγειλε στο βασιλιά Δημήτριο ναπομακρύνει τις φρουρές από την ακρόπολη της Ιερουσαλήμ κι από τα οχυρά της Ιουδαίας, γιατί οι στρατιώτες τους βρίσκονταν διαρκώς σε πόλεμο με τους Ισραηλίτες. 42 Ο Δημήτριος έστειλε πρεσβευτές στον Ιωνάθαν και του απάντησε: «Όχι μόνον αυτά που ζητάς θα κάνω σεσένα και στο έθνος σου, αλλά με πρώτη ευκαιρία θα σας δοξάσω με κάθε τιμή. 43 Τώρα όμως καλά θα κάνεις να μου στείλεις άντρες να πολεμήσουν στο πλευρό μου, γιατί όλος ο στρατός μου έχει διαλυθεί».

44 Ο Ιωνάθαν του έστειλε στην Αντιόχεια τρεις χιλιάδες άντρες δυνατούς κι εμπειροπόλεμους κι ο βασιλιάς όταν τους είδε χάρηκε ιδιαίτερα. 45 Τότε συγκεντρώθηκαν οι κάτοικοι στο κέντρο της πόλης, περίπου εκατόν είκοσι χιλιάδες άντρες, αποφασισμένοι να σκοτώσουν το βασιλιά. 46 Ο Δημήτριος κατέφυγε στα ανάκτορα, αλλά οι κάτοικοι έπιασαν τα περάσματα της πόλης κι άρχισαν να πολεμούν. 47 Εκείνος κάλεσε τους Ιουδαίους να τον βοηθήσουν, κι αυτοί συγκεντρώθηκαν αμέσως γύρω του. Μετά διασκορπίστηκαν στην πόλη και σκότωσαν εκείνη την ημέρα περίπου εκατό χιλιάδες άντρες. 48 Στη συνέχεια έκαψαν την πόλη και τη λαφυραγώγησαν. Έτσι ο βασιλιάς γλίτωσε. 49 Όταν είδαν οι κάτοικοι της Αντιόχειας ότι οι Ιουδαίοι κατάφεραν να γίνουν κύριοι της πόλης, έχασαν το θάρρος τους και φώναζαν ικετευτικά στο βασιλιά: 50 «Κάνε ειρήνη μαζί μας! Δώσε διαταγή στους Ιουδαίους να πάψουν να μας πολεμούν και να καταστρέφουν την πόλη». 51 Ταυτόχρονα πέταξαν τα όπλα κι έκαναν ειρήνη. Έτσι οι Ιουδαίοι απέκτησαν μεγάλη εκτίμηση στα μάτια του Δημητρίου και των υπηκόων του και γύρισαν στην Ιερουσαλήμ με πολλά λάφυρα.

Ο Ιωνάθαν στην υπηρεσία του αντιβασιλέα Αντιόχου ΣΤ΄

52 Ο βασιλιάς Δημήτριος εδραιώθηκε στο θρόνο του και στη χώρα επικρατούσε ειρήνη υπό την κυριαρχία του. 53 Δεν τήρησε όμως τίποτε απόσα είχε υποσχεθεί στον Ιωνάθαν. Άρχισε να γίνεται εχθρικός και δεν του ανταπέδωσε τις εξυπηρετήσεις που είχε δεχτεί απαυτόν· συνέχισε μάλιστα να τον παρενοχλεί με επιθέσεις εναντίον του.

54 Πολύ αργότερα γύρισε ο Τρύφων με το νέο παιδί μαζί του, τον Αντίοχο, ο οποίος έγινε βασιλιάς και φόρεσε το στέμμα. 55 Με το νεαρό βασιλιά συμπαρατάχθηκαν όλες οι στρατιωτικές δυνάμεις που είχαν διαλυθεί από το Δημήτριο· πολέμησαν εναντίον του Δημητρίου, τον νίκησαν και τον έτρεψαν σε φυγή. 56 Ο Τρύφων, κυρίαρχος των πολεμικών ελεφάντων, κατέλαβε μαυτούς την Αντιόχεια.

57 Τότε ο Αντίοχος ο νεότερος έγραψε στον Ιωνάθαν τα εξής: «Σε καθιστώ αρχιερέα· σε διορίζω κυβερνήτη στις τέσσερις περιοχέςστις τέσσερις περιοχές. Στην πραγματικότητα οι περιοχές ήταν τρεις (βλ. στ. 34). Η τέταρτη ήταν η Ακραβαττήνη (κεφ. 5:3). και σε συγκαταλέγω στους φίλους του βασιλιά». 58 Στη συνέχεια του έστειλε δώρα χρυσά αντικείμενα και επιτραπέζια σκεύη και του επέτρεψε να πίνει σε χρυσά κύπελα, να φοράει πορφύρα και να χρησιμοποιεί χρυσή πόρπη. 59 Τον αδερφό του το Σίμωνα τον έκανε στρατηγό στην περιοχή από τη Σκάλα της Τύρου μέχρι τα σύνορα της Αιγύπτου.

60 Τότε ο Ιωνάθαν βγήκε από την Ιερουσαλήμ και άρχισε να περιέρχεται τη χώρα πέρα από τον ποταμό στις πόλεις που ήταν εκεί· όλος ο στρατός της Συρίας πήγε μαζί του. Μετά ήρθε στην Ασκάλωνα και οι κάτοικοι της πόλης τον υποδέχτηκαν με τιμές. 61 Από κει έφυγε για τη Γάζα. Οι κάτοικοι της Γάζας όμως του έκλεισαν τις πύλες. Αυτός πολιόρκησε την πόλη, και τα περίχωρά της τα λεηλάτησε και τα έκαψε. 62 Τότε οι κάτοικοι της Γάζας ζήτησαν κι έκαναν συνθήκη με τον Ιωνάθαν. Εκείνος πήρε αιχμαλώτους τα παιδιά των αρχόντων της πόλης και τα έστειλε στην Ιερουσαλήμ. Μετά διέσχισε τη χώρα μέχρι τη Δαμασκό.

63 Ο Ιωνάθαν πληροφορήθηκε ότι οι στρατηγοί του Δημητρίου είχαν έρθει στην Κάδης της Γαλιλαίας με πολύ στρατό για να τον εμποδίσουν να εκπληρώσει την αποστολή του. 64 Πήγε, λοιπόν, να τους αντιμετωπίσει, αλλά άφησε τον αδερφό του το Σίμωνα στην Ιουδαία.

65 Ο Σίμων στρατοπέδευσε εναντίον της Βαιθσούρας και την απέκλεισε με πολιορκία για πολλές ημέρες. 66 Οι κάτοικοί της ζήτησαν να συνάψουν ειρήνη μαζί του κι αυτός συμφώνησε. Τους έδιωξε από την πόλη, την κατέλαβε και τοποθέτησε σαυτήν φρουρά.

67 Ο Ιωνάθαν και ο στρατός του στρατοπέδευσαν κοντά στη λίμνη Γεννησαρέτ και το πρωί μπήκαν στην κοιλάδα Ασώρ. 68 Ένα τμήμα, όμως, του στρατού των Συρίων του είχε στήσει παγίδα στα βουνά, ενώ το κύριο σώμα του στρατού τους του επιτέθηκε στην πεδιάδα. 69 Όταν οι άντρες της ενέδρας βγήκαν από τις κρυψώνες τους κι άρχισαν να πολεμούν, οι άντρες του Ιωνάθαν τράπηκαν όλοι σε φυγή. 70 Κανείς δεν έμεινε εκτός από το Ματταθία, γιο του Αβεσσαλώμ, και τον Ιούδα, γιο του Χαλφί, που ήταν αρχηγοί του στρατού. 71 Τότε ο Ιωνάθαν έσχισε τα ρούχα του, έβαλε χώμα στο κεφάλι τουΠράξεις ενδεικτικές απόγνωσης και ταπείνωσης. και προσευχήθηκε. 72 Μετά γύρισε πίσω και πολέμησε τους εχθρούς και τους έτρεψε σε φυγή. 73 Όταν το είδαν αυτό οι άντρες του, που είχαν τραπεί σε φυγή, γύρισαν κοντά του να τον βοηθήσουν· τους καταδίωξαν μαζί μέχρι την Κάδης και μέχρι το εχθρικό στρατόπεδο και κατασκήνωσαν εκεί. 74 Εκείνη την ημέρα σκοτώθηκαν από τους εχθρούς περίπου τρεις χιλιάδες άντρες. Έπειτα ο Ιωνάθαν γύρισε στην Ιερουσαλήμ.

1 And the king of Egypt gathered together a great host, like the sand that lieth upon the sea shore, and many ships, and went about through deceit to get Alexander’s kingdom, and join it to his own.

2 Whereupon he took his journey into Spain in peaceable manner, so as they of the cities opened unto him, and met him: for king Alexander had commanded them so to do, because he was his brother in law.

3 Now as Ptolemee entered into the cities, he set in every one of them a garrison of soldiers to keep it.

4 And when he came near to Azotus, they shewed him the temple of Dagon that was burnt, and Azotus and the suburbs thereof that were destroyed, and the bodies that were cast abroad and them that he had burnt in the battle; for they had made heaps of them by the way where he should pass.

5 Also they told the king whatsoever Jonathan had done, to the intent he might blame him: but the king held his peace.

6 Then Jonathan met the king with great pomp at Joppa, where they saluted one another, and lodged.

7 Afterward Jonathan, when he had gone with the king to the river called Eleutherus, returned again to Jerusalem.

8 King Ptolemee therefore, having gotten the dominion of the cities by the sea unto Seleucia upon the sea coast, imagined wicked counsels against Alexander.

9 Whereupon he sent ambasadors unto king Demetrius, saying, Come, let us make a league betwixt us, and I will give thee my daughter whom Alexander hath, and thou shalt reign in thy father’s kingdom:

10 For I repent that I gave my daughter unto him, for he sought to slay me.

11 Thus did he slander him, because he was desirous of his kingdom.

12 Wherefore he took his daughter from him, and gave her to Demetrius, and forsook Alexander, so that their hatred was openly known.

13 Then Ptolemee entered into Antioch, where he set two crowns upon his head, the crown of Asia, and of Egypt.

14 In the mean season was king Alexander in Cilicia, because those that dwelt in those parts had revolted from him.

15 But when Alexander heard of this, he came to war against him: whereupon king Ptolemee brought forth his host, and met him with a mighty power, and put him to flight.

16 So Alexander fled into Arabia there to be defended; but king Ptolemee was exalted:

17 For Zabdiel the Arabian took off Alexander’s head, and sent it unto Ptolemee.

18 King Ptolemee also died the third day after, and they that were in the strong holds were slain one of another.

19 By this means Demetrius reigned in the hundred threescore and seventh year.

20 At the same time Jonathan gathered together them that were in Judea to take the tower that was in Jerusalem: and he made many engines of war against it.

21 Then came ungodly persons, who hated their own people, went unto the king, and told him that Jonathan besieged the tower,

22 Whereof when he heard, he was angry, and immediately removing, he came to Ptolemais, and wrote unto Jonathan, that he should not lay siege to the tower, but come and speak with him at Ptolemais in great haste.

23 Nevertheless Jonathan, when he heard this, commanded to besiege it still: and he chose certain of the elders of Israel and the priests, and put himself in peril;

24 And took silver and gold, and raiment, and divers presents besides, and went to Ptolemais unto the king, where he found favour in his sight.

25 And though certain ungodly men of the people had made complaints against him,

26 Yet the king entreated him as his predecessors had done before, and promoted him in the sight of all his friends,

27 And confirmed him in the high priesthood, and in all the honours that he had before, and gave him preeminence among his chief friends.

28 Then Jonathan desired the king, that he would make Judea free from tribute, as also the three governments, with the country of Samaria; and he promised him three hundred talents.

29 So the king consented, and wrote letters unto Jonathan of all these things after this manner:

30 King Demetrius unto his brother Jonathan, and unto the nation of the Jews, sendeth greeting:

31 We send you here a copy of the letter which we did write unto our cousin Lasthenes concerning you, that ye might see it.

32 King Demetrius unto his father Lasthenes sendeth greeting:

33 We are determined to do good to the people of the Jews, who are our friends, and keep covenants with us, because of their good will toward us.

34 Wherefore we have ratified unto them the borders of Judea, with the three governments of Apherema and Lydda and Ramathem, that are added unto Judea from the country of Samaria, and all things appertaining unto them, for all such as do sacrifice in Jerusalem, instead of the payments which the king received of them yearly aforetime out of the fruits of the earth and of trees.

35 And as for other things that belong unto us, of the tithes and customs pertaining unto us, as also the saltpits, and the crown taxes, which are due unto us, we discharge them of them all for their relief.

36 And nothing hereof shall be revoked from this time forth for ever.

37 Now therefore see that thou make a copy of these things, and let it be delivered unto Jonathan, and set upon the holy mount in a conspicuous place.

38 After this, when king Demetrius saw that the land was quiet before him, and that no resistance was made against him, he sent away all his forces, every one to his own place, except certain bands of strangers, whom he had gathered from the isles of the heathen: wherefore all the forces of his fathers hated him.

39 Moreover there was one Tryphon, that had been of Alexander’s part afore, who, seeing that all the host murmured against Demetrius, went to Simalcue the Arabian that brought up Antiochus the young son of Alexander,

40 And lay sore upon him to deliver him this young Antiochus, that he might reign in his father’s stead: he told him therefore all that Demetrius had done, and how his men of war were at enmity with him, and there he remained a long season.

41 In the mean time Jonathan sent unto king Demetrius, that he would cast those of the tower out of Jerusalem, and those also in the fortresses: for they fought against Israel.

42 So Demetrius sent unto Jonathan, saying, I will not only do this for thee and thy people, but I will greatly honour thee and thy nation, if opportunity serve.

43 Now therefore thou shalt do well, if thou send me men to help me; for all my forces are gone from me.

44 Upon this Jonathan sent him three thousand strong men unto Antioch: and when they came to the king, the king was very glad of their coming.

45 Howbeit they that were of the city gathered themselves together into the midst of the city, to the number of an hundred and twenty thousand men, and would have slain the king.

46 Wherefore the king fled into the court, but they of the city kept the passages of the city, and began to fight.

47 Then the king called to the Jews for help, who came unto him all at once, and dispersing themselves through the city slew that day in the city to the number of an hundred thousand.

48 Also they set fire on the city, and gat many spoils that day, and delivered the king.

49 So when they of the city saw that the Jews had got the city as they would, their courage was abated: wherefore they made supplication to the king, and cried, saying,

50 Grant us peace, and let the Jews cease from assaulting us and the city.

51 With that they cast away their weapons, and made peace; and the Jews were honoured in the sight of the king, and in the sight of all that were in his realm; and they returned to Jerusalem, having great spoils.

52 So king Demetrius sat on the throne of his kingdom, and the land was quiet before him.

53 Nevertheless he dissembled in all that ever he spake, and estranged himself from Jonathan, neither rewarded he him according to the benefits which he had received of him, but troubled him very sore.

54 After this returned Tryphon, and with him the young child Antiochus, who reigned, and was crowned.

55 Then there gathered unto him all the men of war, whom Demetrius had put away, and they fought against Demetrius, who turned his back and fled.

56 Moreover Tryphon took the elephants, and won Antioch.

57 At that time young Antiochus wrote unto Jonathan, saying, I confirm thee in the high priesthood, and appoint thee ruler over the four governments, and to be one of the king’s friends.

58 Upon this he sent him golden vessels to be served in, and gave him leave to drink in gold, and to be clothed in purple, and to wear a golden buckle.

59 His brother Simon also he made captain from the place called The ladder of Tyrus unto the borders of Egypt.

60 Then Jonathan went forth, and passed through the cities beyond the water, and all the forces of Syria gathered themselves unto him for to help him: and when he came to Ascalon, they of the city met him honourably.

61 From whence he went to Gaza, but they of Gaza shut him out; wherefore he laid siege unto it, and burned the suburbs thereof with fire, and spoiled them.

62 Afterward, when they of Gaza made supplication unto Jonathan, he made peace with them, and took the sons of their chief men for hostages, and sent them to Jerusalem, and passed through the country unto Damascus.

63 Now when Jonathan heard that Demetriusprinces were come to Cades, which is in Galilee, with a great power, purposing to remove him out of the country,

64 He went to meet them, and left Simon his brother in the country.

65 Then Simon encamped against Bethsura and fought against it a long season, and shut it up:

66 But they desired to have peace with him, which he granted them, and then put them out from thence, and took the city, and set a garrison in it.

67 As for Jonathan and his host, they pitched at the water of Gennesar, from whence betimes in the morning they gat them to the plain of Nasor.

68 And, behold, the host of strangers met them in the plain, who, having laid men in ambush for him in the mountains, came themselves over against him.

69 So when they that lay in ambush rose out of their places and joined battle, all that were of Jonathan’s side fled;

70 Insomuch as there was not one of them left, except Mattathias the son of Absalom, and Judas the son of Calphi, the captains of the host.

71 Then Jonathan rent his clothes, and cast earth upon his head, and prayed.

72 Afterwards turning again to battle, he put them to flight, and so they ran away.

73 Now when his own men that were fled saw this, they turned again unto him, and with him pursued them to Cades, even unto their own tents, and there they camped.

74 So there were slain of the heathen that day about three thousand men: but Jonathan returned to Jerusalem.

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-04_23-13-58-