Publicidade

1 Maccabees 1

KJV
Ο Μέγας Αλέξανδρος και οι διάδοχοί του

1 Ο Αλέξανδρος ο Μακεδόνας, γιος του βασιλιά Φίλιππου, ήρθε από τη χώρα των Χετιίμ και νίκησε το Δαρείο, βασιλιά των Μήδων και Περσών, κι έγινε βασιλιάς στη θέση του Δαρείου, όπως βασίλευε ήδη και στην Ελλάδα.το Δαρείο. Πρόκειται για το Δαρείο Γ΄, που κατατροπώθηκε από τον Μ. Αλέξανδρο στη μάχη της Ισσού το 334 π.Χ. – όπως βασίλευε ήδη και στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα περιλαμβάνονταν και οι ακτές της Μ. Ασίας, οι οποίες κατοικούνταν από Έλληνες.2 Ο Αλέξανδρος έκανε πολλούς πολέμους, κυρίεψε πολλές οχυρωμένες πόλεις και θανάτωσε τους τοπικούς βασιλιάδες. 3 Έφτασε μέχρι τα πέρατα της οικουμένης, πήρε λάφυρα από πολλά έθνη και χάρη σαυτόν επικράτησε ειρήνη στη γη. Η φήμη του απλώθηκε παντού κι ο ίδιος έγινε υπερήφανος και αλαζών. 4 Με το μεγάλο και ισχυρό στρατό που είχε συγκεντρώσει, υπέταξε χώρες, έθνη και τους τυράννους τους, οι οποίοι έγιναν φόρου υποτελείς σαυτόν.

5 Μετά όμως απόλα αυτά αρρώστησε και κατάλαβε ότι πλησιάζει το τέλος του. 6 Γιαυτό κάλεσε τους στρατηγούς του, άντρες επιφανείς, που είχαν μεγαλώσει μαζί από παιδιά και τους μοίρασε το βασίλειό του, ενώ ακόμα ζούσε. 7 Έτσι, μετά από δώδεκα χρόνια βασιλείας ο Αλέξανδρος πέθανε.

8 Οι στρατηγοί του κυβέρνησαν καθένας την περιοχή που του είχε δοθεί. 9 Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου αυτοανακηρύχθηκαν όλοι τους βασιλιάδες: αυτοί και τα παιδιά τους ως διάδοχοί τους για πολλές γενιές· και τα δεινά πλήθαιναν στη γη.

10 Από τους διαδόχους αυτών προήλθε μια αμαρτωλή φύτρα, ο Αντίοχος ο Επιφανής, γιος του βασιλιά Αντιόχου. Αυτός ήταν αιχμάλωτος στη Ρώμη και μετά έγινε βασιλιάς το έτος 137, όπως υπολογιζόταν η βασιλεία στους Έλληνες.Επιφανής σημαίνει: Ο Θεός φανερώθηκε στη γη. – Ο βασιλιάς Αντίοχος ήταν ο Αντίοχος Γ΄, βασιλιάς της Συρίας. – Το έτος 137 είναι το 175 π.Χ. Το βιβλίο των Μακκαβαίων υπολογίζει τα έτη από την ίδρυση του βασιλείου του Σελεύκου Α΄ και μετά, δηλ. από τον Οκτώβριο του 312 π.Χ.

Οι Ισραηλίτες προδίδουν την πίστη τους

11 Εκείνες τις μέρες εμφανίστηκαν μερικοί ασεβείς Ισραηλίτες, οι οποίοι κατάφεραν να παρασύρουν πολλούς λέγοντάς τους: «Πάμε να κάνουμε συμφωνία με τα γύρω έθνη. Από τότε που αποξενωθήκαμε απαυτούς μας βρήκαν πολλά δεινά».

12 Αυτή η πρόταση φάνηκε καλή σε πολλούς. 13 Μερικοί μάλιστα προθυμοποιήθηκαν και πήγαν στο βασιλιά, ο οποίος τους έδωσε την άδεια να υιοθετήσουν τον τρόπο ζωής των εθνών αυτών. 14 Έχτισαν, λοιπόν, γυμναστήριο στην Ιερουσαλήμ, όπως είχαν και οι εθνικοί. 15 Κάλυψαν με εγχείρηση την περιτομή τους, ώστε να φαίνονται απερίτμητοι, εγκατέλειψαν τη διαθήκη για να συγχρωτισθούν με τους εθνικούς και πουλήθηκαν έτσι στο να πράττουν ό,τι δυσαρεστεί τον Κύριο.

Ο ναός της Ιερουσαλήμ λεηλατείται

16 Όταν ο Αντίοχος έκρινε πως το βασίλειό του ήταν αρκετά ισχυρό, αποφάσισε να καταλάβει και την Αίγυπτο, ώστε να βασιλεύει σε δύο χώρες. 17 Έτσι εισέβαλε στην Αίγυπτο με πολυάριθμο στρατό και άμαξες, ελέφαντες, ιππικό και πολλά πλοία. 18 Τελικά επικράτησε στις μάχες εναντίον του Πτολεμαίου,Πτολεμαίου. Πρόκειται για τον Πτολεμαίο ΣΤ΄. βασιλιά της Αιγύπτου, κι εκείνος οπισθοχώρησε και τράπηκε σε φυγή· πολλοί στρατιώτες του τραυματίστηκαν θανάσιμα. 19 Έτσι ο Αντίοχος κυρίεψε τις οχυρωμένες πόλεις της Αιγύπτου και λαφυραγώγησε τη χώρα.

20 Αφού κυρίεψε την Αίγυπτο, το έτος 143,Δηλ. το 169 π.Χ. ο Αντίοχος γύρισε και επιτέθηκε εναντίον του Ισραήλ και της Ιερουσαλήμ με πολύ στρατό. 21 Μπήκε με μεγάλη αλαζονεία στο ναό και άρπαξε το χρυσό θυσιαστήριο των θυμιαμάτων, τη λυχνία και όλα τα εξαρτήματά της. 22 Πήρε επίσης την τράπεζα της προθέσεως και τα σκεύη που χρησιμοποιούνταν για τις σπονδές, τις φιάλες και τα χρυσά θυμιατήρια, τις κουρτίνες και τα στεφάνια και τις χρυσές διακοσμήσεις που υπήρχαν στην πρόσοψη του ναού· απόλα αφαίρεσε το χρυσάφι. 23 Επίσης πήρε το ασήμι, το χρυσάφι και τα πολύτιμα σκεύη, καθώς και τους κρυμμένους θησαυρούς που βρήκε. 24 Αφού τα πήρε όλα γύρισε περήφανος στη χώρα του αφήνοντας πίσω του αναρίθμητους νεκρούς.

25 Μεγάλο πένθος κήρυξαν

σολόκληρη τη χώρα οι Ισραηλίτες.

26 Βογγούν θρηνώντας οι άρχοντες

και του λαού οι πρεσβύτεροι·

έφυγε κάθε δύναμη από τα νιάτα του λαού,

χάθηκε η ομορφιά των γυναικών.

27 Θρηνήσαν οι γαμπροί

και πένθησαν οι νύφες στα νυφικά δωμάτια.

28 Όλη η χώρα συγκλονίστηκε απτο πένθος των κατοίκων της·

βυθίστηκαν μες στην ντροπή οι Ισραηλίτες.

Οι εχθροί κυριεύουν την άγια πόλη

29 Δύο χρόνια αργότερα, ο βασιλιάς Αντίοχος έστειλε έναν αξιωματούχο του για να εισπράξει τους φόρους από τις πόλεις του Ιούδα. Αυτός ήρθε στην Ιερουσαλήμ με πολυάριθμο στρατό 30 και μίλησε στο λαό της ειρηνικά αλλά με δόλο. Ο λαός τού έδειξε εμπιστοσύνη. Τότε αυτός επετέθη στην πόλη αιφνιδιαστικά, της επέφερε σκληρότατο χτύπημα και θανάτωσε πολλούς Ισραηλίτες. 31 Λαφυραγώγησε την πόλη, την πυρπόλησε και γκρέμισε τα σπίτια της και τα τείχη της. 32 Οι στρατιώτες αιχμαλώτισαν τις γυναίκες και τα παιδιά και μοιράστηκαν μεταξύ τους τα κτήνη.

33 Μετά απαυτά οχύρωσαν την Πόλη Δαβίδ με μεγάλο και ισχυρό τείχος με οχυρωμένους πύργους και τη χρησιμοποιούσαν για ακρόπολη. 34 Εκεί έβαλαν να κατοικήσει ένα αμαρτωλό έθνος, ασεβείς άνθρωποι, οι οποίοι οχυρώθηκαν στην πόλη. 35 Επίσης αποθήκευσαν πολεμοφόδια και τρόφιμα. Συγκέντρωσαν στο φρούριο όλα τα λάφυρα της Ιερουσαλήμ κι έτσι το οχυρό έγινε μεγάλη απειλή για την πόλη.

36 Ορμητήριο έγινε το οχυρό ενάντια στο ναό,

και ύπουλος, παντοτινός εχθρός

για το λαό του Ισραήλ.

37 Αθώο έχυσαν αίμα γύρω από το ναό

και τον εμόλυναν.

38 Γίναν αιτία να φύγουν οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ·

η πόλη έγινε των ξένων αποικία·

πρόσφυγες γίνανε στην πόλη τους

όσοι σαυτήν γεννήθηκαν,

και την εγκαταλείψαν τα παιδιά της.

39 Ο ναός της ρήμαξε, όμοια μέρημη γη,

οι γιορτές της άλλαξαν σε πένθος,

τα Σάββατά της παραδόθηκαν στον εμπαιγμό,

στην καταφρόνια η υπόληψή της.

40 Όσο μεγάλη ήταν άλλοτε η δόξα της,

τόση είναι τώρα η ατίμωσή της·

το μεγαλείο της έγινε πένθος.

Ένας βασιλιάς - ένας λαός - μία πίστη

41,42 Ο βασιλιάς Αντίοχος έστειλε γραπτή διαταγή σόλα τα έθνη του βασιλείου του, σύμφωνα με την οποία αυτά θα εγκατέλειπαν τα έθιμά τους και θα γίνονταν όλοι ένας λαός. Κι όλα τα έθνη υπάκουσαν στη διαταγή του βασιλιά. 43 Ακόμη και από τους Ισραηλίτες πολλοί συμφώνησαν και δέχτηκαν τη θρησκεία του βασιλιά· θυσίασαν στα είδωλα και βεβήλωσαν την ημέρα του Σαββάτου.

44 Ο βασιλιάς έστειλε επίσης επιστολές με αγγελιοφόρους στην Ιερουσαλήμ και στις πόλεις του Ιούδα και διάταζε τους Ισραηλίτες να υιοθετήσουν ξενόφερτα έθιμα στη χώρα. 45 Απαγόρευσε την προσφορά των ολοκαυτωμάτων και κάθε άλλης θυσίας και σπονδής στο ναό. Επέτρεψε τη βεβήλωση των Σαββάτων και των εορτών, 46 του ναού και των ιερέων του.των ιερέων του. Κατά λ. «αγίους». Μπορεί επίσης να εννοούνται τα ιερά σκεύη του ναού ή όλη η σύναξη του λαού.47 Επιπλέον τους διάταξε να οικοδομήσουν βωμούς και ειδωλολατρικούς ναούς και να ιδρύσουν ιερούς τόπους, να θυσιάζουν χοιρινά κρέατα και γενικά ακάθαρτα ζώα. 48 Τους απαγόρευσε να κάνουν περιτομή στα παιδιά τους και απαίτησε να μιανθούν με διάφορες ακάθαρτες, μιαρές τροφές· 49 να ξεχάσουν το νόμο και να αλλάξουν όλα τα έθιμά τους. 50 Όποιος δεν θα συμμορφωνόταν με τη διαταγή του βασιλιά θα τιμωρείτο με θάνατο.

51 Μαυτό το πνεύμα έστειλε ο βασιλιάς γραπτή διαταγή σόλο το βασίλειό του· διόρισε αξιωματούχους για να επιβλέπουν το λαό του Ισραήλ και διέταξε τις πόλεις του Ιούδα να θυσιάζουν χωριστά η καθεμιά στα είδωλα. 52 Πολλοί από το λαό που είχαν εγκαταλείψει το Μωσαϊκό νόμο, συντάχθηκαν με τους αξιωματούχους του βασιλιά και προξένησαν κακό στη χώρα. 53 Έτσι οι πιστοί Ισραηλίτες αναγκάστηκαν να κρύβονται όπου μπορούσαν για να σωθούν.

Η ειδωλολατρία στο ναό του Θεού

54 Στις δεκαπέντε του μήνα Χασελεύ, το έτος 145,Δηλ. το 167 π.Χ. έστησαν το βδέλυγμα της ερημώσεως πάνω στο θυσιαστήριο. Έχτισαν βωμούς ειδώλων στις άλλες πόλεις του Ιούδα, 55 και θυμιάτιζαν μπροστά στις πόρτες των σπιτιών και στις πλατείες. 56 Επίσης όσα βιβλία του νόμου βρήκαν, τα έσχισαν και τα έκαψαν. 57 Αν κάποιος είχε ένα βιβλίο του νόμου ή τηρούσε το νόμο, αυτόν τον σκότωναν, σύμφωνα με τη διαταγή του βασιλιά. 58 Αυτά λοιπόν έκαναν οι αξιωματούχοι κάθε μήνα με την εξουσία που είχαν, στους πιστούς Ισραηλίτες, που τους ανακάλυπταν σόλες τις πόλεις.

59 Στις είκοσι πέντε του ίδιου μήνα πρόσφεραν θυσία στον ειδωλολατρικό βωμό, που είχε στηθεί πάνω στο θυσιαστήριο. 60,61 Σύμφωνα με τη διαταγή του βασιλιά κρεμούσαν τα βρέφη στο λαιμό των γυναικών που είχαν κάνει περιτομή στα παιδιά τους και τις σκότωναν μαζί μαυτά. Επίσης λεηλατούσαν τα σπίτια τους και σκότωναν εκείνους που είχαν κάνει περιτομή. 62 Πολλοί όμως από τους Ισραηλίτες είχαν αποφασίσει σταθερά και αμετάκλητα να μη φάνε τίποτε ακάθαρτο. 63 Έτσι, προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να μιανθούν με τις τροφές και να βεβηλώσουν την άγια διαθήκη. 64 Η οργή του Κυρίου είχε ξεσπάσει εναντίον των Ισραηλιτών.

1 And it happened, after that Alexander son of Philip, the Macedonian, who came out of the land of Chettiim, had smitten Darius king of the Persians and Medes, that he reigned in his stead, the first over Greece,

2 And made many wars, and won many strong holds, and slew the kings of the earth,

3 And went through to the ends of the earth, and took spoils of many nations, insomuch that the earth was quiet before him; whereupon he was exalted and his heart was lifted up.

4 And he gathered a mighty strong host and ruled over countries, and nations, and kings, who became tributaries unto him.

5 And after these things he fell sick, and perceived that he should die.

6 Wherefore he called his servants, such as were honourable, and had been brought up with him from his youth, and parted his kingdom among them, while he was yet alive.

7 So Alexander reigned twelve years, and then died.

8 And his servants bare rule every one in his place.

9 And after his death they all put crowns upon themselves; so did their sons after them many years: and evils were multiplied in the earth.

10 And there came out of them a wicked root Antiochus surnamed Epiphanes, son of Antiochus the king, who had been an hostage at Rome, and he reigned in the hundred and thirty and seventh year of the kingdom of the Greeks.

11 In those days went there out of Israel wicked men, who persuaded many, saying, Let us go and make a covenant with the heathen that are round about us: for since we departed from them we have had much sorrow.

12 So this device pleased them well.

13 Then certain of the people were so forward herein, that they went to the king, who gave them licence to do after the ordinances of the heathen:

14 Whereupon they built a place of exercise at Jerusalem according to the customs of the heathen:

15 And made themselves uncircumcised, and forsook the holy covenant, and joined themselves to the heathen, and were sold to do mischief.

16 Now when the kingdom was established before Antiochus, he thought to reign over Egypt that he might have the dominion of two realms.

17 Wherefore he entered into Egypt with a great multitude, with chariots, and elephants, and horsemen, and a great navy,

18 And made war against Ptolemee king of Egypt: but Ptolemee was afraid of him, and fled; and many were wounded to death.

19 Thus they got the strong cities in the land of Egypt and he took the spoils thereof.

20 And after that Antiochus had smitten Egypt, he returned again in the hundred forty and third year, and went up against Israel and Jerusalem with a great multitude,

21 And entered proudly into the sanctuary, and took away the golden altar, and the candlestick of light, and all the vessels thereof,

22 And the table of the shewbread, and the pouring vessels, and the vials. and the censers of gold, and the veil, and the crown, and the golden ornaments that were before the temple, all which he pulled off.

23 He took also the silver and the gold, and the precious vessels: also he took the hidden treasures which he found.

24 And when he had taken all away, he went into his own land, having made a great massacre, and spoken very proudly.

25 Therefore there was a great mourning in Israel, in every place where they were;

26 So that the princes and elders mourned, the virgins and young men were made feeble, and the beauty of women was changed.

27 Every bridegroom took up lamentation, and she that sat in the marriage chamber was in heaviness,

28 The land also was moved for the inhabitants thereof, and all the house of Jacob was covered with confusion.

29 And after two years fully expired the king sent his chief collector of tribute unto the cities of Juda, who came unto Jerusalem with a great multitude,

30 And spake peaceable words unto them, but all was deceit: for when they had given him credence, he fell suddenly upon the city, and smote it very sore, and destroyed much people of Israel.

31 And when he had taken the spoils of the city, he set it on fire, and pulled down the houses and walls thereof on every side.

32 But the women and children took they captive, and possessed the cattle.

33 Then builded they the city of David with a great and strong wall, and with mighty towers, and made it a strong hold for them.

34 And they put therein a sinful nation, wicked men, and fortified themselves therein.

35 They stored it also with armour and victuals, and when they had gathered together the spoils of Jerusalem, they laid them up there, and so they became a sore snare:

36 For it was a place to lie in wait against the sanctuary, and an evil adversary to Israel.

37 Thus they shed innocent blood on every side of the sanctuary, and defiled it:

38 Insomuch that the inhabitants of Jerusalem fled because of them: whereupon the city was made an habitation of strangers, and became strange to those that were born in her; and her own children left her.

39 Her sanctuary was laid waste like a wilderness, her feasts were turned into mourning, her sabbaths into reproach her honour into contempt.

40 As had been her glory, so was her dishonour increased, and her excellency was turned into mourning.

41 Moreover king Antiochus wrote to his whole kingdom, that all should be one people,

42 And every one should leave his laws: so all the heathen agreed according to the commandment of the king.

43 Yea, many also of the Israelites consented to his religion, and sacrificed unto idols, and profaned the sabbath.

44 For the king had sent letters by messengers unto Jerusalem and the cities of Juda that they should follow the strange laws of the land,

45 And forbid burnt offerings, and sacrifice, and drink offerings, in the temple; and that they should profane the sabbaths and festival days:

46 And pollute the sanctuary and holy people:

47 Set up altars, and groves, and chapels of idols, and sacrifice swine’s flesh, and unclean beasts:

48 That they should also leave their children uncircumcised, and make their souls abominable with all manner of uncleanness and profanation:

49 To the end they might forget the law, and change all the ordinances.

50 And whosoever would not do according to the commandment of the king, he said, he should die.

51 In the selfsame manner wrote he to his whole kingdom, and appointed overseers over all the people, commanding the cities of Juda to sacrifice, city by city.

52 Then many of the people were gathered unto them, to wit every one that forsook the law; and so they committed evils in the land;

53 And drove the Israelites into secret places, even wheresoever they could flee for succour.

54 Now the fifteenth day of the month Casleu, in the hundred forty and fifth year, they set up the abomination of desolation upon the altar, and builded idol altars throughout the cities of Juda on every side;

55 And burnt incense at the doors of their houses, and in the streets.

56 And when they had rent in pieces the books of the law which they found, they burnt them with fire.

57 And whosoever was found with any the book of the testament, or if any committed to the law, the king’s commandment was, that they should put him to death.

58 Thus did they by their authority unto the Israelites every month, to as many as were found in the cities.

59 Now the five and twentieth day of the month they did sacrifice upon the idol altar, which was upon the altar of God.

60 At which time according to the commandment they put to death certain women, that had caused their children to be circumcised.

61 And they hanged the infants about their necks, and rifled their houses, and slew them that had circumcised them.

62 Howbeit many in Israel were fully resolved and confirmed in themselves not to eat any unclean thing.

63 Wherefore they chose rather to die, that they might not be defiled with meats, and that they might not profane the holy covenant: so then they died.

64 And there was very great wrath upon Israel.

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-04_23-13-58-