Publicidade

1 Maccabees 10

KJV
Ο Δημήτριος Α΄ κάνει συμμαχία με τον Ιωνάθαν

1 Το έτος 160 ο Αλέξανδρος ο Επιφανής, γιος του Αντίοχου, επιτέθηκε και κυρίεψε την Πτολεμαΐδα, όπου οι κάτοικοί της τον υποδέχτηκαν και τον ανακήρυξαν βασιλιά.Το έτος 160, δηλ. το 152 π.Χ. – του Αντίοχου, δηλ. του Αντίοχου Δ΄. – Αλέξανδρος ο Επιφανής. Το κανονικό του όνομα ήταν Αλέξανδρος Βάλας, αλλά υποκρινόταν ότι ήταν ο Αλέξανδρος ο Επιφανής. 2 Όταν το έμαθε ο βασιλιάς Δημήτριος, συγκέντρωσε πάρα πολύ στρατό και βγήκε να τον συναντήσει και να τον πολεμήσει. 3 Επίσης ο Δημήτριος έστειλε επιστολή στον Ιωνάθαν με διάφορες φιλικές προτάσεις και με την οποία του απέδιδε υπερβολικές τιμές. 4 «Ας προλάβουμε», σκέφτηκε, «να κάνουμε ειρήνη μαυτόν, προτού συμμαχήσει με τον Αλέξανδρο εναντίον μας. 5 Είναι φυσικό να θυμηθεί όλα τα δεινά που προξενήσαμε σταδέρφια του και στο έθνος του». 6 Του έδωσε λοιπόν το δικαίωμα να συγκεντρώσει στρατό και να κατασκευάσει όπλα και του πρότεινε να γίνει σύμμαχός του. Επίσης του υποσχέθηκε να του δώσει πίσω τους αιχμαλώτους που κρατούσε στην ακρόπολη της Ιερουσαλήμ. 7 Ο Ιωνάθαν ήρθε στην Ιερουσαλήμ και διάβασε τη βασιλική επιστολή μπροστά σόλο το λαό και στους στρατιώτες που βρίσκονταν στην ακρόπολη. 8 Όταν οι στρατιώτες της ακρόπολης άκουσαν ότι ο βασιλιάς έδωσε στον Ιωνάθαν το δικαίωμα να συγκεντρώσει στρατό, φοβήθηκαν πάρα πολύ. 9 Παρέδωσαν αμέσως στον Ιωνάθαν τους ομήρους κι αυτός τους παρέδωσε ο ίδιος πίσω στους γονείς τους.

10 Ο Ιωνάθαν εγκαταστάθηκε στην Ιερουσαλήμ κι άρχισε να ξαναχτίζει και να ανακαινίζει την πόλη. 11 Διέταξε τους εργάτες να χτίσουν τα τείχη της πόλης και να περιτειχίσουν το όρος Σιών με τετράγωνα λιθάρια για να είναι οχυρωμένο. Έτσι κι έκαναν. 12 Τότε οι αλλογενείς στρατιώτες που κατείχαν τις πόλεις τις οποίες είχε οχυρώσει ο Βακχίδης, έφυγαν. 13 Εγκατέλειψαν όλοι τις θέσεις τους και γύρισαν στη χώρα τους. 14 Μερικοί Ισραηλίτες, όμως, που είχαν αρνηθεί να υπακούουν στο νόμο και στις προσταγές του Βακχίδη, παρέμειναν στη Βαιθσούρα, η οποία τους χρησίμευε για καταφύγιο.

Ο Αλέξανδρος διορίζει αρχιερέα τον Ιωνάθαν

15 Όταν ο βασιλιάς Αλέξανδρος έμαθε για τις υποσχέσεις που έστειλε ο Δημήτριος στον Ιωνάθαν και του διηγήθηκαν τους πολέμους και τα κατορθώματα που είχε κάνει αυτός και οι συμπατριώτες του, και όλους τους αγώνες τους, 16 είπε: «Πού θα βρούμε άλλον τέτοιον άνθρωπο; Ας τον κάνουμε τώρα φίλο και σύμμαχό μας». 17 Μαυτή τη σκέψη, λοιπόν, του έστειλε επιστολή και του έλεγε:

18 «Ο βασιλιάς Αλέξανδρος στέλνει χαιρετισμούς στον αδερφό τουτον αδερφό του. Βλ. υποσ. εις κεφ. 11:30. τον Ιωνάθαν.

19 »Έχουμε ακούσει για σένα πως είσαι γενναίος κι άξιος άντρας κι ότι έχεις τη διάθεση να γίνεις φίλος μας.

20 »Σήμερα, λοιπόν, σε καθιστούμε αρχιερέα του έθνους σου και θα έχεις το δικαίωμα να ονομάζεσαι φίλος του βασιλιά. Παράλληλα, από δω και στο εξής θα οφείλεις να συμφωνείς με όλες τις αποφάσεις μας και να διατηρείς φιλία μαζί μας».

Του έστειλε μάλιστα έναν πορφυρό μανδύα κι ένα χρυσό στεφάνι.πορφυρό... στεφάνι. Όμοια μ’ εκείνα που φορούσαν οι ειδωλολάτρες ιερείς των ελληνιστικών χρόνων στις λατρείες τους.21 Ο Ιωνάθαν φόρεσε την ιερή στολή τον έβδομο μήνα του έτους 160τον έβδομο... 160. Δηλ. τον Οκτώβριο 152 π.Χ. με την ευκαιρία της γιορτής της Σκηνοπηγίας. Επίσης συγκέντρωσε στρατό και κατασκεύασε πολλά όπλα.

Ο Δημήτριος κάνει μεγαλύτερες παραχωρήσεις στους Ιουδαίους

22 Όταν ο Δημήτριος έμαθε όλα αυτά τα γεγονότα, στενοχωρήθηκε και είπε: 23 «Γιατί επιτρέψαμε να γίνει κάτι τέτοιο; Ο Αλέξανδρος πρόλαβε κι έκανε πριν από μας φιλία με τους Ιουδαίους και τώρα η θέση του ισχυροποιείται! 24 Θα γράψω, λοιπόν, κι εγώ στους Ιουδαίους για να ενθαρρύνω τη φιλία τους τάζοντάς τους αξιώματα και δώρα· έτσι θα έρθουν μαζί μου και να με βοηθήσουν».

25 Μαυτό λοιπόν το πνεύμα έγραψε τα εξής:

«Ο βασιλιάς Δημήτριος στέλνει χαιρετισμούς στο έθνος των Ιουδαίων. 26 Μάθαμε ότι τηρήσατε τις συμφωνίες μαζί μας, ότι μείνατε πιστοί στη φιλία μας και δεν πήγατε με το μέρος των εχθρών μας, και χαρήκαμε γιαυτό. 27 Αν εξακολουθήσετε, λοιπόν, να μας είστε πιστοί, εμείς θα σας ανταμείψουμε πλουσιοπάροχα για όλες τις υπηρεσίες σας. 28 Θα σας δώσουμε πολλές απαλλαγές φόρου και άφθονα δώρα. 29 Από τώρα, μάλιστα, σας χαρίζω ελευθερία και σας απαλλάσσω όλους τους Ιουδαίους από τους θρησκευτικούς φόρους, από το δασμό του αλατιού κι από τους ειδικούς βασιλικούς φόρους.

30 »Από σήμερα και στο εξής παραιτούμαι από το δικαίωμά μου να εισπράττω το ένα τρίτο της συγκομιδής των γεννημάτων και το ήμισυ των καρπών των οπωροφόρων στην Ιουδαία, στις τρεις περιοχές της Σαμάρειας που προστέθηκαν σαυτήν.στις τρεις... αυτήν. Τα χειρόγραφα προσθέτουν τη φρ. «και στη Γαλιλαία», η οποία όμως δεν έχει νόημα σε σχέση με τα συμφραζόμενα (βλ. κεφ. 10:38· 11:34).31 Η Ιερουσαλήμ θα είναι ιερή κι ελεύθερη, με τα σύνορά της, τις δεκάτες της και τους φόρους της. 32 Παραιτούμαι από την εξουσία μου στην ακρόπολη της Ιερουσαλήμ· την παραχωρώ στον αρχιερέα, για να εγκαταστήσει σαυτήν φρουρά από άντρες της δικής του επιλογής. 33 Επίσης αφήνω ελεύθερους, χωρίς αντάλλαγμα, όλους τους Ιουδαίους αιχμαλώτους, που έχω συλλάβει στην Ιουδαία και είναι εγκατεστημένοι σε ολόκληρη την επικράτεια. Οι αξιωματούχοι μου διατάζονται να χαρίσουν τους φόρους που πλήρωναν οι Ιουδαίοι για τα κτήνη τους. 34 Όλες οι γιορτές, τα Σάββατα, οι νουμηνίες και οι καθιερωμένες μέρες, τρεις μέρες πριν τη γιορτή και τρεις μέρες μετά, ας είναι όλες μέρες απαλλαγής από φόρους ή χρέη για όλους τους Ιουδαίους, που ζουν στο βασίλειό μου. 35 Κανείς δε θα έχει το δικαίωμα να παρενοχλεί με οποιονδήποτε τρόπο κανέναν Ιουδαίο για οποιαδήποτε οφειλή του.

36 »Επιπλέον, παρέχεται το δικαίωμα να εγγραφούν στο βασιλικό στρατό περίπου τριάντα χιλιάδες άντρες, στους οποίους θα δίνεται ο μισθός που δίνεται σόλο τον υπόλοιπο στρατό του βασιλιά. 37 Μερικοί απαυτούς θα τοποθετηθούν στα μεγάλα οχυρώματα του βασιλιά και άλλοι σε εμπιστευτικές θέσεις του βασιλείου· τους επιτρέπεται οι αξιωματικοί τους και οι αρχηγοί τους να προέρχονται απαυτούς. Επίσης τους επιτρέπεται να τηρούν τους δικούς τους νόμους, σύμφωνα με όσα έχει διατάξει ο βασιλιάς για τους κατοίκους της Ιουδαίας.

38 »Οι τρεις περιοχές της Σαμάρειας, που προστέθηκαν στην Ιουδαία, θαποτελούν ενιαίο έδαφος με αυτήν, και θα θεωρούνται ότι είναι υπό ενιαία διοίκηση, αυτήν του αρχιερέα και μόνον. 39 Την Πτολεμαΐδα και την περιοχή που της ανήκει τη δίνω δώρο στο ναό της Ιερουσαλήμ, για να καλύπτονται οι αναγκαίες δαπάνες του. 40 Επίσης δίνω κάθε χρόνο δεκαπέντε χιλιάδες σίκλους ασήμι από τους λογαριασμούς που τηρώ στα θησαυροφυλάκιά μου. 41 Και όσα ακόμα χρήματα οι αξιωματικοί μου δεν κατέβαλαν στο ναό, όπως έκαναν τα πρώτα χρόνια, από τώρα θα τα δίνουν για τις εργασίες του. 42 Εκτός απαυτά, θα χαρίσω στους ιερείς για την υπηρεσία τους στο ναό τις πέντε χιλιάδες σίκλους ασήμι, που έπαιρνα κάθε χρόνο ως φόρο από τα εισοδήματα του ναού. 43 Όλοι όσοι χρωστάνε χρήματα ή έχουν ο,τιδήποτε άλλο χρέος προς τα βασιλικά ταμεία και καταφύγουν στο ναό των Ιεροσολύμων ή στις περιοχές που ανήκουν σαυτόν, δεν θα συλλαμβάνονται· ούτε θα δημεύεται η περιουσία τους, που βρίσκεται στα όρια του βασιλείου μου. 44 Όλες οι δαπάνες για την ανοικοδόμηση και για την επισκευή του ναού, θα καταβάλλονται από το βασιλικό λογαριασμό. 45 Επίσης, οι δαπάνες για την ανοικοδόμηση των τειχών της Ιερουσαλήμ και για τα οχυρωματικά τους έργα, καθώς και οι δαπάνες για την ανοικοδόμηση των τειχών σόλη την Ιουδαία, θα καταβληθούν όλες από το βασιλικό λογαριασμό».

Ο Ιωνάθαν στρέφεται στον Αλέξανδρο
Το τέλος του Δημητρίου

46 Όταν ο Ιωνάθαν και ο λαός άκουσαν τα λόγια του Δημητρίου, δεν τα πίστεψαν ούτε τα δέχτηκαν, γιατί θυμούνταν τη μεγάλη ζημιά που είχε κάνει ο βασιλιάς αυτός στους Ισραηλίτες και πόσο τους είχε πληγώσει. 47 Γιαυτό προτίμησαν τον Αλέξανδρο, γιατί αυτός πρώτος τους έκανε ειρηνικές προτάσεις και έτσι συμμάχησαν μαζί του όσο αυτός ζούσε.

48 Ο βασιλιάς Αλέξανδρος συγκέντρωσε μεγάλο στρατό και στρατοπέδευσε απέναντι στο Δημήτριο. 49 Όταν οι δυο βασιλιάδες άρχισαν να πολεμούν, ο στρατός του Δημητρίου τράπηκε σε φυγή· τότε ο Αλέξανδρος τον καταδίωξε και τον κατατρόπωσε. 50 Η μάχη συνεχίστηκε με μεγάλη σφοδρότητα μέχρι τη δύση του ήλιου, κι εκείνη την ημέρα σκοτώθηκε ο Δημήτριος.

Ο Αλέξανδρος ζητάει σύζυγο την κόρη του Πτολεμαίου ΣΤ΄

51 Τότε ο Αλέξανδρος έστειλε πρεσβευτές στον Πτολεμαίο, βασιλιά της Αιγύπτου, με τις εξής προτάσεις:

52 «Έχω πλέον επιστρέψει στο βασίλειό μου και είμαι απόλυτος κύριος του θρόνου των προγόνων μου· νίκησα το Δημήτριο και ανακατέλαβα τα εδάφη μας. 53 Στη συνέχεια πολέμησα το Δημήτριο και τον εξόντωσα μαζί με το στρατό του κι έτσι κατέλαβα το βασίλειό του. 54 Τώρα, λοιπόν, σου προτείνω να γίνουμε σύμμαχοι. Δώσε μου την κόρη σου για γυναίκα κι εγώ ως γαμπρός σου θα προσφέρω σεσένα και σαυτήν δώρα αντάξια του αξιώματός σου».

55 Ο βασιλιάς Πτολεμαίος απάντησε:

«Ευτυχισμένη ας είναι η ημέρα που γύρισες στη χώρα των προγόνων σου κι ανέλαβες το θρόνο του βασιλείου τους. 56 Δέχομαι να κάνω μαζί σου όσα έγραψες. Έλα, λοιπόν, να με συναντήσεις στην Πτολεμαΐδα, να ιδωθούμε προσωπικά και να σε κάνω γαμπρό μου, όπως πρότεινες».

57 Έτσι, ο Πτολεμαίος έφυγε από την Αίγυπτο μαζί με την κόρη του, την Κλεοπάτρα, και ήρθαν στην Πτολεμαΐδα. Ήταν το έτος 162.Κλεοπάτρα. Πρόκειται για την Κλεοπάτρα Γ΄ τη Θεά, πρόσωπο διαφορετικό από την Κλεοπάτρα Ζ΄ που έζησε στα χρόνια Καίσαρος και Αντωνίου (69-30 π.Χ.) – Η Πτολεμαΐδα εκείνη είναι σήμερα γνωστή με το όνομα «Άκκο». – το έτος 162, δηλ. φθινόπωρο 150 π.Χ.58 Ο βασιλιάς Αλέξανδρος συναντήθηκε με τον Πτολεμαίο κι εκείνος του έδωσε την κόρη του την Κλεοπάτρα. Ο γάμος έγινε στην Πτολεμαΐδα, με ξεχωριστή βασιλική μεγαλοπρέπεια.

Ο Ιωνάθαν γίνεται βασιλικός διοικητής στην Ιουδαία

59 Έπειτα ο βασιλιάς Αλέξανδρος έγραψε στον Ιωνάθαν να πάει να τον συναντήσει. 60 Ο Ιωνάθαν πήγε στην Πτολεμαΐδα με πολλή μεγαλοπρέπεια και συνάντησε τους δυο βασιλιάδες. Τους πρόσφερε χρυσάφι και ασήμι και δώρα πολλά στους ίδιους και στους φίλους τους και κέρδισε την εύνοιά τους. 61 Τότε μερικοί προδότες και άπιστοι Ισραηλίτες, άνθρωποι ασεβείς, συνασπίστηκαν εναντίον του Ιωνάθαν· προσπάθησαν μάλιστα να τον κατηγορήσουν στο βασιλιά, αλλά ο βασιλιάς δεν τους έδωσε σημασία. 62 Αντιθέτως, διέταξε να αντικαταστήσουν τη φορεσιά του Ιωνάθαν με πορφυρή στολή, κι έτσι κι έκαναν. 63 Έπειτα ο βασιλιάς τον έβαλε να καθίσει πλάι του και είπε στους μεγιστάνες του: «Βγείτε μαυτόν και πηγαίνετε στο κέντρο της πόλης και διακηρύξτε να μην τον κατηγορήσει κανείς για τίποτε ούτε να του δημιουργήσει κανείς προβλήματα για οποιονδήποτε λόγο». 64 Όταν οι κατήγοροι του Ιωνάθαν είδαν την τιμή που του απονεμήθηκε με αυτή τη διακήρυξη και ότι ήταν ντυμένος με πορφύρα, τράπηκαν όλοι αμέσως σε φυγή. 65 Ο βασιλιάς τον τίμησε, τον κατέταξε ανάμεσα στους καλύτερους φίλους του και τον διόρισε στρατηγό και διοικητή επαρχίας. 66 Μετά ο Ιωνάθαν γύρισε πανευτυχής στην Ιερουσαλήμ με ειρήνη.

Ο Δημήτριος Β΄ Ο Ιωνάθαν νικάει τον Απολλώνιο

67 Το έτος 165 ο Δημήτριος, γιος του Δημητρίου Α΄, επανήλθε από την Κρήτη στη χώρα των προγόνων του.Το έτος 165, δηλ. το 147 π.Χ. – Δημήτριος. Είναι ο Δημήτριος Β΄, ο επονομαζόμενος Νικάνωρ. Ο πατέρας του είχε σκοτωθεί στη μάχη εναντίον του Αλεξάνδρου (βλ. κεφ. 10:50).68 Όταν το έμαθε αυτό ο βασιλιάς Αλέξανδρος, ανησύχησε πάρα πολύ και επέστρεψε στην Αντιόχεια. 69 Ο Δημήτριος έκανε τον Απολλώνιο, τον κυβερνήτη της Κοίλης Συρίας,Κοίλης Συρίας. Η κοιλάδα ανάμεσα στο Λίβανο και στον Αντιλίβανο. στρατηγό κι αυτός συγκέντρωσε μεγάλο στρατό και στρατοπέδευσε κοντά στην Ιάμνεια. Μετά παρήγγειλε στον αρχιερέα Ιωνάθαν τα εξής:

70 «Είσαι ο μόνος που τα βάζεις εναντίον μας. Εξαιτίας σου όλοι γελάνε μαζί μου και με εμπαίζουν. Με ποιο δικαίωμα στρέφεις την εξουσία σου εναντίον μας εκεί στις ορεινές περιοχές; 71 Τώρα λοιπόν, αν έχεις καθόλου εμπιστοσύνη στις στρατιωτικές δυνάμεις σου, κατέβα εναντίον μας στην πεδιάδα και θαναμετρηθούμε εκεί, γιατί οι δυνάμεις των πόλεων είναι μαζί μου. 72 Ρώτησε να μάθεις ποιος είμαι εγώ και ποιοι είναι με το μέρος μας, και θα σου πουν ότι δεν έχετε την ικανότητα να σταθείτε μπροστά μας, γιατί δύο φορές κατατροπώθηκαν οι πρόγονοί σου μέσα στη χώρα τους. 73 Έτσι, ούτε και τώρα θα μπορέσεις ναντιμετωπίσεις το ιππικό και τη μεγάλη στρατιωτική δύναμή μου εδώ κάτω στον ανοιχτό χώρο, όπου δεν υπάρχουν κρυψώνες να καταφύγεις· δεν υπάρχει ούτε ένας βράχος ούτε μία πέτρα».

74 Όταν ο Ιωνάθαν άκουσε τα λόγια του Απολλώνιου αντέδρασε άμεσα. Διάλεξε αμέσως δέκα χιλιάδες άντρες και βγήκε από την Ιερουσαλήμ να συναντήσει τον αδερφό του το Σίμωνα, που είχε πάει για να τον βοηθήσει. 75 Στρατοπέδευσε μπροστά στην Ιόππη, αλλά οι κάτοικοι της πόλης έκλεισαν τις πύλες με διαταγή της φρουράς του Απολλώνιου, που υπήρχε εκεί. Τότε ο Ιωνάθαν και οι άντρες του άρχισαν την επίθεση. 76 Οι κάτοικοι της πόλης από φόβο τού άνοιξαν να μπει κι έτσι ο Ιωνάθαν κυρίεψε την Ιόππη. 77 Όταν το μαθε αυτό ο Απολλώνιος, πήρε τρεις χιλιάδες ιππείς και πολύ πεζικό και προχώρησε προς την Άζωτο προσποιούμενος ότι πήγαινε ταξίδι. Στην πραγματικότητα, όμως, προωθήθηκε προς την πεδιάδα για να παρασύρει εκεί τον Ιωνάθαν, γιατί ο Απολλώνιος είχε πολύ ιππικό και είχε στηρίξει τις ελπίδες του σαυτό. 78 Ο Ιωνάθαν τον καταδίωξε στην Άζωτο και τα στρατεύματά τους συνεπλάκησαν. 79 Ο Απολλώνιος είχε κρύψει χίλιους καβαλάρηδες πίσω από το στρατό του Ιωνάθαν. 80 Ο Ιωνάθαν αντιλήφθηκε ότι υπάρχει ενέδρα στα νώτα του και ότι είχαν κυκλώσει το στρατό του χτυπώντας τους με βέλη από το πρωί ως το βράδυ. 81 Ο στρατός όμως παρέμεινε στις θέσεις του χωρίς καμιά αντίδραση, όπως είχε διαταγή από τον Ιωνάθαν κι έτσι κουράστηκε το ιππικό των εχθρών. 82 Τότε ο Σίμωνας έφερε το δικό του στρατό και πολέμησε το πεζικό του εχθρού· αφού το ιππικό είχε πια διαλυθεί. Έτσι εξολοθρεύτηκαν οι εχθροί και τράπηκαν σε φυγή. 83 Το ιππικό σκορπίστηκε στην πεδιάδα και κατέφυγε στην Άζωτο· εκεί μπήκαν στο ναό του ειδωλολατρικού θεού τους, του Δαγών, για να σωθούν. 84 Τότε ο Ιωνάθαν πυρπόλησε την Άζωτο και τις γύρω πόλεις της και πήρε τα λάφυρά τους. Έβαλε φωτιά και στο ναό του Δαγών κι έκαψε όλους όσοι είχαν καταφύγει μέσα σαυτόν. 85 Αυτοί που παραδόθηκαν στη σφαγή, μαζί μεκείνους που κάηκαν στο ναό έφτασαν τις οχτώ χιλιάδες άντρες.

86 Έπειτα ο Ιωνάθαν έφυγε από κει και στρατοπέδευσε μπροστά στην Ασκάλωνα· οι κάτοικοι της πόλης, όμως βγήκαν και τον υποδέχτηκαν με μεγάλες τιμές. 87 Στη συνέχεια ο Ιωνάθαν γύρισε στην Ιερουσαλήμ μαζί με τους άντρες του και με πολλά λάφυρα.

88 Όταν ο βασιλιάς Αλέξανδρος έμαθε όλα αυτά τα γεγονότα θέλησε να τιμήσει ακόμη περισσότερο τον Ιωνάθαν. 89 Γιαυτό του έστειλε μια χρυσή πόρπη, όπως ήταν το έθιμο να δίνεται σαυτούς που ανήκαν στη βασιλική οικογένεια, κι ακόμα του έδωσε ιδιοκτησία την Ακκαρών μαζί με όλα τα περίχωρά της.

1 In the hundred and sixtieth year Alexander, the son of Antiochus surnamed Epiphanes, went up and took Ptolemais: for the people had received him, by means whereof he reigned there,

2 Now when king Demetrius heard thereof, he gathered together an exceeding great host, and went forth against him to fight.

3 Moreover Demetrius sent letters unto Jonathan with loving words, so as he magnified him.

4 For said he, Let us first make peace with him, before he join with Alexander against us:

5 Else he will remember all the evils that we have done against him, and against his brethren and his people.

6 Wherefore he gave him authority to gather together an host, and to provide weapons, that he might aid him in battle: he commanded also that the hostages that were in the tower should be delivered him.

7 Then came Jonathan to Jerusalem, and read the letters in the audience of all the people, and of them that were in the tower:

8 Who were sore afraid, when they heard that the king had given him authority to gather together an host.

9 Whereupon they of the tower delivered their hostages unto Jonathan, and he delivered them unto their parents.

10 This done, Jonathan settled himself in Jerusalem, and began to build and repair the city.

11 And he commanded the workmen to build the walls and the mount Sion and about with square stones for fortification; and they did so.

12 Then the strangers, that were in the fortresses which Bacchides had built, fled away;

13 Insomuch as every man left his place, and went into his own country.

14 Only at Bethsura certain of those that had forsaken the law and the commandments remained still: for it was their place of refuge.

15 Now when king Alexander had heard what promises Demetrius had sent unto Jonathan: when also it was told him of the battles and noble acts which he and his brethren had done, and of the pains that they had endured,

16 He said, Shall we find such another man? now therefore we will make him our friend and confederate.

17 Upon this he wrote a letter, and sent it unto him, according to these words, saying,

18 King Alexander to his brother Jonathan sendeth greeting:

19 We have heard of thee, that thou art a man of great power, and meet to be our friend.

20 Wherefore now this day we ordain thee to be the high priest of thy nation, and to be called the king’s friend; (and therewithal he sent him a purple robe and a crown of gold:) and require thee to take our part, and keep friendship with us.

21 So in the seventh month of the hundred and sixtieth year, at the feast of the tabernacles, Jonathan put on the holy robe, and gathered together forces, and provided much armour.

22 Whereof when Demetrius heard, he was very sorry, and said,

23 What have we done, that Alexander hath prevented us in making amity with the Jews to strengthen himself?

24 I also will write unto them words of encouragement, and promise them dignities and gifts, that I may have their aid.

25 He sent unto them therefore to this effect: King Demetrius unto the people of the Jews sendeth greeting:

26 Whereas ye have kept covenants with us, and continued in our friendship, not joining yourselves with our enemies, we have heard hereof, and are glad.

27 Wherefore now continue ye still to be faithful unto us, and we will well recompense you for the things ye do in our behalf,

28 And will grant you many immunities, and give you rewards.

29 And now do I free you, and for your sake I release all the Jews, from tributes, and from the customs of salt, and from crown taxes,

30 And from that which appertaineth unto me to receive for the third part or the seed, and the half of the fruit of the trees, I release it from this day forth, so that they shall not be taken of the land of Judea, nor of the three governments which are added thereunto out of the country of Samaria and Galilee, from this day forth for evermore.

31 Let Jerusalem also be holy and free, with the borders thereof, both from tenths and tributes.

32 And as for the tower which is at Jerusalem, I yield up authority over it, and give the high priest, that he may set in it such men as he shall choose to keep it.

33 Moreover I freely set at liberty every one of the Jews, that were carried captives out of the land of Judea into any part of my kingdom, and I will that all my officers remit the tributes even of their cattle.

34 Furthermore I will that all the feasts, and sabbaths, and new moons, and solemn days, and the three days before the feast, and the three days after the feast shall be all of immunity and freedom for all the Jews in my realm.

35 Also no man shall have authority to meddle with or to molest any of them in any matter.

36 I will further, that there be enrolled among the king’s forces about thirty thousand men of the Jews, unto whom pay shall be given, as belongeth to all king’s forces.

37 And of them some shall be placed in the king’s strong holds, of whom also some shall be set over the affairs of the kingdom, which are of trust: and I will that their overseers and governors be of themselves, and that they live after their own laws, even as the king hath commanded in the land of Judea.

38 And concerning the three governments that are added to Judea from the country of Samaria, let them be joined with Judea, that they may be reckoned to be under one, nor bound to obey other authority than the high priest’s.

39 As for Ptolemais, and the land pertaining thereto, I give it as a free gift to the sanctuary at Jerusalem for the necessary expences of the sanctuary.

40 Moreover I give every year fifteen thousand shekels of silver out of the king’s accounts from the places appertaining.

41 And all the overplus, which the officers payed not in as in former time, from henceforth shall be given toward the works of the temple.

42 And beside this, the five thousand shekels of silver, which they took from the uses of the temple out of the accounts year by year, even those things shall be released, because they appertain to the priests that minister.

43 And whosoever they be that flee unto the temple at Jerusalem, or be within the liberties hereof, being indebted unto the king, or for any other matter, let them be at liberty, and all that they have in my realm.

44 For the building also and repairing of the works of the sanctuary expences shall be given of the king’s accounts.

45 Yea, and for the building of the walls of Jerusalem, and the fortifying thereof round about, expences shall be given out of the king’s accounts, as also for the building of the walls in Judea.

46 Now when Jonathan and the people heard these words, they gave no credit unto them, nor received them, because they remembered the great evil that he had done in Israel; for he had afflicted them very sore.

47 But with Alexander they were well pleased, because he was the first that entreated of true peace with them, and they were confederate with him always.

48 Then gathered king Alexander great forces, and camped over against Demetrius.

49 And after the two kings had joined battle, Demetriushost fled: but Alexander followed after him, and prevailed against them.

50 And he continued the battle very sore until the sun went down: and that day was Demetrius slain.

51 Afterward Alexander sent ambassadors to Ptolemee king of Egypt with a message to this effect:

52 Forasmuch as I am come again to my realm, and am set in the throne of my progenitors, and have gotten the dominion, and overthrown Demetrius, and recovered our country;

53 For after I had joined battle with him, both he and his host was discomfited by us, so that we sit in the throne of his kingdom:

54 Now therefore let us make a league of amity together, and give me now thy daughter to wife: and I will be thy son in law, and will give both thee and her as according to thy dignity.

55 Then Ptolemee the king gave answer, saying, Happy be the day wherein thou didst return into the land of thy fathers, and satest in the throne of their kingdom.

56 And now will I do to thee, as thou hast written: meet me therefore at Ptolemais, that we may see one another; for I will marry my daughter to thee according to thy desire.

57 So Ptolemee went out of Egypt with his daughter Cleopatra, and they came unto Ptolemais in the hundred threescore and second year:

58 Where king Alexander meeting him, he gave unto him his daughter Cleopatra, and celebrated her marriage at Ptolemais with great glory, as the manner of kings is.

59 Now king Alexander had written unto Jonathan, that he should come and meet him.

60 Who thereupon went honourably to Ptolemais, where he met the two kings, and gave them and their friends silver and gold, and many presents, and found favour in their sight.

61 At that time certain pestilent fellows of Israel, men of a wicked life, assembled themselves against him, to accuse him: but the king would not hear them.

62 Yea more than that, the king commanded to take off his garments, and clothe him in purple: and they did so.

63 And he made him sit by himself, and said unto his princes, Go with him into the midst of the city, and make proclamation, that no man complain against him of any matter, and that no man trouble him for any manner of cause.

64 Now when his accusers saw that he was honored according to the proclamation, and clothed in purple, they fled all away.

65 So the king honoured him, and wrote him among his chief friends, and made him a duke, and partaker of his dominion.

66 Afterward Jonathan returned to Jerusalem with peace and gladness.

67 Furthermore in the hundred threescore and fifth year came Demetrius son of Demetrius out of Crete into the land of his fathers:

68 Whereof when king Alexander heard tell, he was right sorry, and returned into Antioch.

69 Then Demetrius made Apollonius the governor of Celosyria his general, who gathered together a great host, and camped in Jamnia, and sent unto Jonathan the high priest, saying,

70 Thou alone liftest up thyself against us, and I am laughed to scorn for thy sake, and reproached: and why dost thou vaunt thy power against us in the mountains?

71 Now therefore, if thou trustest in thine own strength, come down to us into the plain field, and there let us try the matter together: for with me is the power of the cities.

72 Ask and learn who I am, and the rest that take our part, and they shall tell thee that thy foot is not able to stand before our face; for thy fathers have been twice put to flight in their own land.

73 Wherefore now thou shalt not be able to abide the horsemen and so great a power in the plain, where is neither stone nor flint, nor place to flee unto.

74 So when Jonathan heard these words of Apollonius, he was moved in his mind, and choosing ten thousand men he went out of Jerusalem, where Simon his brother met him for to help him.

75 And he pitched his tents against Joppa: but; they of Joppa shut him out of the city, because Apollonius had a garrison there.

76 Then Jonathan laid siege unto it: whereupon they of the city let him in for fear: and so Jonathan won Joppa.

77 Whereof when Apollonius heard, he took three thousand horsemen, with a great host of footmen, and went to Azotus as one that journeyed, and therewithal drew him forth into the plain. because he had a great number of horsemen, in whom he put his trust.

78 Then Jonathan followed after him to Azotus, where the armies joined battle.

79 Now Apollonius had left a thousand horsemen in ambush.

80 And Jonathan knew that there was an ambushment behind him; for they had compassed in his host, and cast darts at the people, from morning till evening.

81 But the people stood still, as Jonathan had commanded them: and so the enemieshorses were tired.

82 Then brought Simon forth his host, and set them against the footmen, (for the horsemen were spent) who were discomfited by him, and fled.

83 The horsemen also, being scattered in the field, fled to Azotus, and went into Bethdagon, their idol’s temple, for safety.

84 But Jonathan set fire on Azotus, and the cities round about it, and took their spoils; and the temple of Dagon, with them that were fled into it, he burned with fire.

85 Thus there were burned and slain with the sword well nigh eight thousand men.

86 And from thence Jonathan removed his host, and camped against Ascalon, where the men of the city came forth, and met him with great pomp.

87 After this returned Jonathan and his host unto Jerusalem, having any spoils.

88 Now when king Alexander heard these things, he honoured Jonathan yet more.

89 And sent him a buckle of gold, as the use is to be given to such as are of the king’s blood: he gave him also Accaron with the borders thereof in possession.

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-04_23-13-58-