Publicidade

1 Maccabees 15

KJV
Ο Αντίοχος Ζ΄ επαναλαμβάνει τις υποσχέσεις των προκατόχων του

1 Από τα νησιά της Μεσογείου ο Αντίοχος,Αντίοχος. Πρόκειται για τον Αντίοχο Ζ΄, νεότερο αδερφό του Δημητρίου Β΄. γιος του βασιλιά Δημητρίου Α΄, έστειλε επιστολές στο Σίμωνα, αρχιερέα και εθνικό ηγέτη των Ιουδαίων, κι επίσης σε όλο το έθνος, 2 με το εξής περιεχόμενο:

«Ο βασιλιάς Αντίοχος στέλνει χαιρετισμούς στο Σίμωνα, αρχιερέα και εθνικό ηγέτη των Ιουδαίων κι επίσης σε όλο το έθνος. 3 Άνθρωποι προδότες σφετερίστηκαν το βασίλειο των προγόνων μας και σκοπεύω να το διεκδικήσω για να το αποκαταστήσω όπως ήταν πριν. Γιαυτό συγκρότησα μεγάλο στρατό από ξένους μισθοφόρους και κατασκεύασα πολεμικά πλοία. 4 Επιθυμώ, λοιπόν, να περάσω μέσα από τη χώρα σας για να εκδικηθώ τους καταστροφείς της χώρας μας, οι οποίοι ερήμωσαν πολλές πόλεις του βασιλείου μου.

5 »Σε αντάλλαγμα σου χαρίζω όλους τους φόρους που σου είχαν χαρίσει οι πριν από μένα βασιλιάδες και όλα τα άλλα δώρα που σου παραχώρησαν. 6 Επίσης σου επιτρέπω να κόψεις δικά σου νομίσματα για τη χώρα σου, 7 και η Ιερουσαλήμ και ο ναός να είναι ελεύθερα. Όλα τα όπλα που κατασκεύασες και τα οχυρά που έχτισες και έχεις στην εξουσία σου ας παραμείνουν δικά σου. 8 Ό,τι χρωστάς στο βασιλιά και ό,τι θα χρωστάς στο μέλλον, από τώρα και στο εξής θα σου χαριστούν. 9 Κι ακόμη, όταν θα αποκτήσω πάλι τη βασιλεία μου, θα απονείμω μεγάλες τιμές σεσένα, στο έθνος σου και στο ναό, έτσι που η δόξα σας να γίνει γνωστή σόλο τον κόσμο».

10 Το έτος 174 ο Αντίοχος αποβιβάστηκε στη χώρα των προγόνων του. Όλος ο στρατός συσπειρώθηκε μαζί του και λίγοι μόνο άντρες έμειναν με τον Τρύφωνα.Το έτος 174, δηλ. φθινόπωρο του 139 π.Χ. – στη χώρα των προγόνων του, δηλ. στην περιοχή της Αντιόχειας, πρωτεύουσας του βασιλείου των Σελευκιδών. – Τρύφων. βλ. υποσ. εις κεφ. 11:39.11 Τότε ο Αντίοχος έδιωξε τον Τρύφωνα, ο οποίος τελικά κατέφυγε στη Δωρά, πόλη παραθαλάσσια. 12 Είχε καταλάβει πια ότι θα πεφταν επάνω του όλες οι συμφορές, αφού ο στρατός τον είχε εγκαταλείψει. 13 Ο Αντίοχος στρατοπέδευσε εναντίον της Δωρά με εκατόν είκοσι χιλιάδες γενναίους πολεμιστές και οχτώ χιλιάδες ιππείς. 14 Με το στρατό περικύκλωσε την πόλη από την ξηρά και με τα πλοία που ενώθηκαν μαζί του την περικύκλωσε από τη θάλασσα. Έτσι ο κλοιός ήταν τόσο ασφυκτικός, που κανείς δεν μπορούσε ούτε να μπει στην πόλη ούτε να βγει απαυτήν.

Οι Ρωμαίοι επικυρώνουν τη συμμαχία τους με τους Ιουδαίους

15 Στο μεταξύ γύρισε από τη Ρώμη ο Νουμήνιος και οι σύντροφοί του με τις επιστολές για τους βασιλιάδες των άλλων χωρών. Το περιεχόμενό τους ήταν το εξής:

16 «Ο Λεύκιος, Ύπατος των Ρωμαίων, στέλνει χαιρετισμούς στο βασιλιά Πτολεμαίο. 17 Ήρθαν σεμάς οι πρεσβευτές των Ιουδαίων, φίλοι μας και σύμμαχοι, σταλμένοι από τον αρχιερέα Σίμωνα και το λαό των Ιουδαίων, για νανανεώσουν μαζί μας την παλιά τους φιλία και συμμαχία. 18 Έφεραν και μια χρυσή ασπίδα αξίας χιλίων μνων. 19 Θεωρήσαμε, λοιπόν, σκόπιμο να απαιτήσουμε εγγράφως από τους βασιλιάδες των άλλων χωρών να μην επιζητούν να βλάψουν τους Ιουδαίους και να μην πολεμούν αυτούς, τις πόλεις τους και τη χώρα τους ούτε να συμμαχούν με τους εχθρούς τους. 20 Επίσης θεωρήσαμε ορθό να δεχτούμε την ασπίδα που μας έφεραν. 21 Αν, λοιπόν, κάποιοι άνθρωποι προδότες της χώρας τους έχουν δραπετεύσει σεσάς, να τους παραδώσετε στον αρχιερέα Σίμωνα για να τους τιμωρήσει σύμφωνα με το νόμο τους».

22 Παρόμοια επιστολή ο Λεύκιος έστειλε στο βασιλιά Δημήτριο και στον Άτταλο, στον Αριαράθη και στον Αρσάκη, 23 και στις παρακάτω χώρες: Στη Σαμψάμη, στη Σπάρτη, στη Δήλο, στη Μύνδο, στη Σικυώνα, στην Καρία, στη Σάμο, στην Παμφυλία, στη Λυκία, στην Αλικαρνασσό, στη Ρόδο, στη Φασηλίδα, στην Κω, στη Σίδη, στην Άραδο, στη Γόρτυνα, στην Κνίδο, στην Κύπρο και στην Κυρήνη. 24 Αντίγραφο της επιστολής αυτής έστειλαν και στον αρχιερέα Σίμωνα.

Εχθρότητα ανάμεσα στον Αντίοχο Ζ΄ και στο Σίμωνα

25 Ο βασιλιάς Αντίοχος πολιορκούσε τη Δωρά με συνεχείς επιθέσεις εναντίον της, και πλησίαζε όλο και περισσότερο στα τείχη της με πολιορκητικές μηχανές. Έτσι απέκλεισε τον Τρύφωνα, ώστε να μην μπορεί κανείς από τους άντρες του να μπαινοβγαίνει στην πόλη. 26 Ο Σίμων εξάλλου έστειλε στον Αντίοχο δυο χιλιάδες επίλεκτους άντρες για να πολεμήσουν μαζί του κι επίσης του έστειλε ασήμι, χρυσάφι και πολλά πολύτιμα σκεύη. 27 Ο Αντίοχος όμως αρνήθηκε να δεχτεί τη βοήθεια του Σίμωνα· ακύρωσε όλα όσα είχαν συμφωνήσει κι έτσι διέκοψε κάθε φιλική σχέση μαζί του. 28 Στη συνέχεια του έστειλε έναν από τους φίλους του, τον Αθηνόβιο, ο οποίος του ανακοίνωσε τα εξής: «Εσείς οι Ιουδαίοι εξουσιάζετε την Ιόππη, τη Γάζαρα και την ακρόπολη της Ιερουσαλήμ, πόλεις που ανήκουν στο δικό μου βασίλειο. 29 Ερημώσατε τα εδάφη τους, προκαλέσατε μεγάλες καταστροφές στη χώρα και κυριέψατε πολλές περιοχές του βασιλείου μου. 30 Τώρα, λοιπόν, παραδώστε τις πόλεις που έχετε καταλάβει και πληρώστε τους φόρους των τόπων που έχετε κυριέψει έξω από τα σύνορα της Ιουδαίας. 31 Αλλιώς, δώστε για αντάλλαγμα πεντακόσια τάλαντα ασήμι· δώστε επίσης άλλα πεντακόσια τάλαντα για τις φθορές που προκαλέσατε και για τους φόρους των πόλεων. Αν αρνηθείτε να πληρώσετε, θα έρθουμε και θα σας πολεμήσουμε».

32 Ο Αθηνόβιος, ο φίλος του βασιλιά, ήρθε στην Ιερουσαλήμ και εντυπωσιάστηκε από την πολυτέλεια του Σίμωνα, την ποτηροθήκη του με τα χρυσά και τασημένια δοχεία και τη μεγάλη συνοδεία του. Του ανακοίνωσε τα λόγια του βασιλιά, 33 κι ο Σίμων του αποκρίθηκε: «Ούτε ξένη γη έχουμε πάρει ούτε κρατάμε πράγματα που ανήκουν σε άλλους. Εμείς κατέχουμε την ιδιοκτησία των προγόνων μας, την οποία για ένα χρονικό διάστημα είχαν καταλάβει άδικα οι εχθροί μας. 34 Επωφεληθήκαμε της ευκαιρίας και επανακτήσαμε την ιδιοκτησία των προγόνων μας. 35 Σχετικά, όμως, με την Ιόππη και τη Γάζαρα που ζητάς, θα σου δώσουμε αντάλλαγμα γιαυτές εκατό τάλαντα, αν και οι κάτοικοί τους έχουν προκαλέσει μεγάλες καταστροφές στο λαό μας».

Ο Αθηνόβιος δεν απάντησε τίποτε. 36 Γύρισε όμως θυμωμένος στο βασιλιά και του μεταβίβασε αυτά τα λόγια· ακόμα του περιέγραψε την πολυτέλεια του Σίμωνα και όλα όσα είδε. Τότε ο βασιλιάς οργίστηκε φοβερά.

Οι γιοι του Σίμωνα νικούν τον Κενδεβαίο

37 Στο μεταξύ, ο Τρύφων μπήκε σένα πλοίο και κατέφυγε στην πόλη Ορθωσιάδα. 38 Ο βασιλιάς Αντίοχος διόρισε στρατηγό της παραθαλάσσιας περιοχής, τον Κενδεβαίο, του έδωσε στρατό και ιππικό, 39 και τον διέταξε να στρατοπεδεύσει στα σύνορα της Ιουδαίας. Να επεκτείνει την Κεδρών, να οχυρώσει τις πύλες της και να πολεμήσει εναντίον των Ιουδαίων. Ο βασιλιάς ο ίδιος καταδίωκε τον Τρύφωνα.

40 Ο Κενδεβαίος έφτασε πράγματι στην Ιάμνεια κι άρχισε να προκαλεί τους Ιουδαίους. Πραγματοποιούσε επιδρομές στην Ιουδαία, έπιανε αιχμαλώτους από το λαό και τους εκτελούσε. 41 Επεξέτεινε την Κεδρών κι εγκατέστησε εκεί ιππικό και πεζούς, ώστε να μπορούν να βγαίνουν και να ελέγχουν το οδικό δίκτυο της Ιουδαίας, σύμφωνα με τη διαταγή του βασιλιά.

1 Moreover Antiochus son of Demetrius the king sent letters from the isles of the sea unto Simon the priest and prince of the Jews, and to all the people;

2 The contents whereof were these: King Antiochus to Simon the high priest and prince of his nation, and to the people of the Jews, greeting:

3 Forasmuch as certain pestilent men have usurped the kingdom of our fathers, and my purpose is to challenge it again, that I may restore it to the old estate, and to that end have gathered a multitude of foreign soldiers together, and prepared ships of war;

4 My meaning also being to go through the country, that I may be avenged of them that have destroyed it, and made many cities in the kingdom desolate:

5 Now therefore I confirm unto thee all the oblations which the kings before me granted thee, and whatsoever gifts besides they granted.

6 I give thee leave also to coin money for thy country with thine own stamp.

7 And as concerning Jerusalem and the sanctuary, let them be free; and all the armour that thou hast made, and fortresses that thou hast built, and keepest in thine hands, let them remain unto thee.

8 And if anything be, or shall be, owing to the king, let it be forgiven thee from this time forth for evermore.

9 Furthermore, when we have obtained our kingdom, we will honour thee, and thy nation, and thy temple, with great honour, so that your honour shall be known throughout the world.

10 In the hundred threescore and fourteenth year went Antiochus into the land of his fathers: at which time all the forces came together unto him, so that few were left with Tryphon.

11 Wherefore being pursued by king Antiochus, he fled unto Dora, which lieth by the sea side:

12 For he saw that troubles came upon him all at once, and that his forces had forsaken him.

13 Then camped Antiochus against Dora, having with him an hundred and twenty thousand men of war, and eight thousand horsemen.

14 And when he had compassed the city round about, and joined ships close to the town on the sea side, he vexed the city by land and by sea, neither suffered he any to go out or in.

15 In the mean season came Numenius and his company from Rome, having letters to the kings and countries; wherein were written these things:

16 Lucius, consul of the Romans unto king Ptolemee, greeting:

17 The Jewsambassadors, our friends and confederates, came unto us to renew the old friendship and league, being sent from Simon the high priest, and from the people of the Jews:

18 And they brought a shield of gold of a thousand pound.

19 We thought it good therefore to write unto the kings and countries, that they should do them no harm, nor fight against them, their cities, or countries, nor yet aid their enemies against them.

20 It seemed also good to us to receive the shield of them.

21 If therefore there be any pestilent fellows, that have fled from their country unto you, deliver them unto Simon the high priest, that he may punish them according to their own law.

22 The same things wrote he likewise unto Demetrius the king, and Attalus, to Ariarathes, and Arsaces,

23 And to all the countries and to Sampsames, and the Lacedemonians, and to Delus, and Myndus, and Sicyon, and Caria, and Samos, and Pamphylia, and Lycia, and Halicarnassus, and Rhodus, and Aradus, and Cos, and Side, and Aradus, and Gortyna, and Cnidus, and Cyprus, and Cyrene.

24 And the copy hereof they wrote to Simon the high priest.

25 So Antiochus the king camped against Dora the second day, assaulting it continually, and making engines, by which means he shut up Tryphon, that he could neither go out nor in.

26 At that time Simon sent him two thousand chosen men to aid him; silver also, and gold, and much armour.

27 Nevertheless he would not receive them, but brake all the covenants which he had made with him afore, and became strange unto him.

28 Furthermore he sent unto him Athenobius, one of his friends, to commune with him, and say, Ye withhold Joppa and Gazera; with the tower that is in Jerusalem, which are cities of my realm.

29 The borders thereof ye have wasted, and done great hurt in the land, and got the dominion of many places within my kingdom.

30 Now therefore deliver the cities which ye have taken, and the tributes of the places, whereof ye have gotten dominion without the borders of Judea:

31 Or else give me for them five hundred talents of silver; and for the harm that ye have done, and the tributes of the cities, other five hundred talents: if not, we will come and fight against you

32 So Athenobius the king’s friend came to Jerusalem: and when he saw the glory of Simon, and the cupboard of gold and silver plate, and his great attendance, he was astonished, and told him the king’s message.

33 Then answered Simon, and said unto him, We have neither taken other men’s land, nor holden that which appertaineth to others, but the inheritance of our fathers, which our enemies had wrongfully in possession a certain time.

34 Wherefore we, having opportunity, hold the inheritance of our fathers.

35 And whereas thou demandest Joppa and Gazera, albeit they did great harm unto the people in our country, yet will we give thee an hundred talents for them. Hereunto Athenobius answered him not a word;

36 But returned in a rage to the king, and made report unto him of these speeches, and of the glory of Simon, and of all that he had seen: whereupon the king was exceeding wroth.

37 In the mean time fled Tryphon by ship unto Orthosias.

38 Then the king made Cendebeus captain of the sea coast, and gave him an host of footmen and horsemen,

39 And commanded him to remove his host toward Judea; also he commanded him to build up Cedron, and to fortify the gates, and to war against the people; but as for the king himself, he pursued Tryphon.

40 So Cendebeus came to Jamnia and began to provoke the people and to invade Judea, and to take the people prisoners, and slay them.

41 And when he had built up Cedrou, he set horsemen there, and an host of footmen, to the end that issuing out they might make outroads upon the ways of Judea, as the king had commanded him.

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-04_23-13-58-