Publicidade

1 Maccabees 14

KJV
Ο Δημήτριος Β΄ φυλακίζεται από το βασιλιά των Περσών

1 Το έτος 172 ο βασιλιάς Δημήτριος συγκέντρωσε το στρατό του και πήγε στη Μηδία για να εξασφαλίσει βοήθεια και να πολεμήσει εναντίον του Τρύφωνα.Το έτος 172, δηλ. Οκτώβριο 141 - Σεπτέμβριο 140 π.Χ. – Η Μηδία μαζί με την Περσία (στ. 2) είχαν αποτελέσει μέρος της αυτοκρατορίας του Μ. Αλεξάνδρου, αλλά ο Δημήτριος Α΄ είχε απωλέσει την κυριαρχία του σ’ αυτές. – Τρύφων, βλ. υποσ. εις κεφ. 11:39. 2 Όταν ο Αρσάκης, βασιλιάς της Περσίας και της Μηδίας, έμαθε ότι ο Δημήτριος μπήκε στα σύνορά του, έστειλε έναν από τους στρατηγούς του να τον συλλάβει ζωντανό.Αρσάκης, δηλ. ο Αρσάκης ΣΤ΄, περισσότερο γνωστός ως Μιθριδάτης Α΄, είναι ο ιδρυτής της Παρθικής δυναστείας. Συνέλαβε το Δημήτριο το 139 π.Χ.3 Ο στρατηγός επιτέθηκε στο στρατό του Δημητρίου και τον νίκησε· συνέλαβε το Δημήτριο και τον έφερε στον Αρσάκη, ο οποίος τον έβαλε στη φυλακή.

Ύμνος στο Σίμωνα

4 Όλο το διάστημα της διακυβέρνησης του Σίμωνα η Ιουδαία είχε ειρήνη. Ο Σίμων και οι δικοί του επιδόθηκαν σε ειρηνικά έργα κι ο λαός ήταν ευχαριστημένος από τον ίδιο κι από τον τρόπο διακυβέρνησής του. 5 Η δόξα του αυξήθηκε όταν κατέλαβε την Ιόππη και την έκανε λιμάνι, εξασφαλίζοντας έτσι πρόσβαση στα νησιά της Μεσογείου. 6 Διεύρυνε τα σύνορα του έθνους του κι απέκτησε τον έλεγχο όλης της χώρας, 7 κι επίσης συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους πολέμου. Κυρίεψε τη Γάζαρα, τη Βαιθσούρα και την ακρόπολη της Ιερουσαλήμ, από την οποία εξαφάνισε όλα τα είδωλα. Κανένας δεν μπορούσε να του αντισταθεί.

8 Ο κόσμος καλλιεργούσαν τη γη τους ειρηνικά κι αυτή τους έδινε τα γεννήματά της, και στις πεδιάδες τα δέντρα έδιναν τον καρπό τους. 9 Οι γέροντες κάθονταν στις πλατείες και μιλούσαν όλοι για τη μεγάλη ευημερία, ενώ οι νέοι φορούσαν πάντοτε τις ένδοξες πολεμικές στολές τους. 10 Ο Σίμων προμήθευε τις πόλεις με τρόφιμα και τους παρείχε όλα τα μέσα οχυρώσεως. Έτσι η μεγάλη του φήμη είχε διαδοθεί παντού. 11 Εξασφάλισε ειρήνη στη χώρα και η ικανοποίηση των Ισραηλιτών ήταν πολύ μεγάλη. 12 Καθένας καθόταν κάτω από το αμπέλι του και τη συκιά του και κανένας δεν τους απειλούσε. 13 Εξαφανίστηκαν από την Ιουδαία οι εισβολείς που τους πολεμούσαν· οι ξένοι βασιλιάδες εκείνη την εποχή είχαν όλοι νικηθεί. 14 Ο Σίμων υποστήριξε τους φτωχούς του λαού του. Επιδίωξε την εφαρμογή του νόμου και εξόντωσε τους βέβηλους Ισραηλίτες που είχαν προδώσει αυτόν το νόμο. 15 Έκανε βελτιώσεις στο ναό και αύξησε τα ιερά σκεύη του.

Ανανέωση της συμμαχίας με τη Ρώμη και τη Σπάρτη

16 Όταν μαθεύτηκε στη Ρώμη και στη Σπάρτη ότι πέθανε ο Ιωνάθαν, λυπήθηκαν πάρα πολύ. 17 Όταν όμως πληροφορήθηκαν ότι μετά τον Ιωνάθαν είχε γίνει αρχιερέας ο αδερφός του ο Σίμων και ότι κυριαρχούσε απόλυτα στη χώρα, σόλες τις πόλεις της, 18 του έγραψαν επιστολή σε χάλκινες πλάκες για νανανεώσουν και μαυτόν τη φιλία και τη συμμαχία που είχαν συνάψει με ταδέρφια του, τον Ιούδα και τον Ιωνάθαν. 19 Οι επιστολές διαβάστηκαν μπροστά στη συνάθροιση του λαού στην Ιερουσαλήμ. 20 Το κείμενο της επιστολής που έστειλαν οι Σπαρτιάτες είναι το εξής:

«Οι άρχοντες των Σπαρτιατών και η πόλη στέλνουν χαιρετισμούς στο μεγάλο αρχιερέα Σίμωνα, στους πρεσβυτέρους, στους ιερείς και στον αδερφό λαό των Ιουδαίων.

21 »Οι αντιπρόσωποι που στείλατε στο λαό μας μάς μίλησαν για τη δόξα και το σεβασμό που απολαμβάνετε από όλους και χαρήκαμε ιδιαίτερα με την επίσκεψή τους. 22 Καταγράψαμε τα όσα μας είπαν στο συμβούλιο του λαού ως εξής: "Ο Νουμήνιος, γιος του Αντιόχου και ο Αντίπατρος, γιος του Ιάσονα, οι πρεσβευτές των Ιουδαίων, ήρθαν σεμάς για να ανανεώσουν τη φιλία τους μαζί μας.

23 "Στο λαό μας φάνηκε αρεστό να υποδεχθούμε τους άντρες αυτούς με τιμές και να καταχωρήσουμε αντίγραφο αυτών των δηλώσεων στα επίσημα αρχεία του δήμου, ώστε ο λαός των Σπαρτιατών να τους θυμάται. Επίσης αντίγραφο αυτού του εγγράφου στείλαμε στον αρχιερέα Σίμωνα"».

24 Μετά απαυτά ο Σίμων έστειλε το Νουμήνιο στη Ρώμη με μια μεγάλη χρυσή ασπίδα βάρους χιλίων μνων, για να ανανεώσει τη συμμαχία του μαζί τους.

Οι Ιουδαίοι τιμούν το Σίμωνα και την οικογένειά του

25 Όταν ο λαός των Ισραηλιτών έμαθε όλα αυτά τα γεγονότα, είπαν: «Πώς να εκδηλώσουμε την ευγνωμοσύνη μας στο Σίμωνα και τους γιους του; 26 Αυτός, ταδέρφια του και η οικογένεια του πατέρα του υπερασπίστηκαν το Ισραήλ και πολέμησαν και έδιωξαν τους εχθρούς μας μακριά, διασφαλίζοντας έτσι την ελευθερία μας». Χάραξαν, λοιπόν, ένα κείμενο σε χάλκινες πλάκες, τις οποίες κρέμασαν σε ειδικές κολόνες στο όρος Σιών. 27 Αντίγραφο αυτού του κειμένου είναι το εξής:

«Στις δεκαοκτώ του μήνα Ελούλ του έτους 172Στις δεκαοκτώ... 172, δηλ. στις 13 Σεπτεμβρίου 140 π.Χ. δηλαδή το τρίτο έτος της εξουσίας του αρχιερέα Σίμωνα28 στην Ασαραμέλ,Ασαραμέλ. Κατά ορισμένους πρόκειται για μια αυλή του ναού· κατ’ άλλους για έναν τίτλο, που σημαίνει «επικεφαλής του λαού του Θεού». σε μεγάλη συγκέντρωση των ιερέων, του λαού, των αρχόντων του έθνους και των πρεσβυτέρων της χώρας, ανακοινώθηκαν σεμάς τα ακόλουθα γεγονότα: 29 Πολλές φορές έγιναν πόλεμοι στη χώρα, αλλά ο Σίμων, γιος του ιερέα Ματταθία και απόγονος του Ιωαρίβ, και τα αδέρφια του, έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή τους και αντιστάθηκαν στους εχθρούς του έθνους, για να σώσουν το ναό τους και το νόμο. Έτσι εξασφάλισαν μεγάλη δόξα στο έθνος τους. 30 Ο Ιωνάθαν συνένωσε το έθνος και έγινε αρχιερέας τους. Όταν πέθανε, 31 οι εχθροί του θέλησαν να εισβάλουν στη χώρα και να την εξαφανίσουν και να καταστρέψουν το ναό. 32 Αλλά ανέλαβε ο Σίμων και αγωνίστηκε για το έθνος του. Δαπάνησε πολλά χρήματα από τα δικά του κι εξασφάλισε όπλα και μισθούς για τους άντρες του, που αποτέλεσαν το στρατό του έθνους. 33 Οχύρωσε τις πόλεις της Ιουδαίας και τη Βαιθσούρα, που βρίσκεται στα σύνορα της Ιουδαίας, όπου στο παρελθόν οι εχθροί αποθήκευαν τα όπλα τους, και εγκατέστησε εκεί Ιουδαίους στρατιώτες να τη φρουρούν. 34 Επίσης οχύρωσε την Ιόππη, πόλη παραθαλάσσια και τη Γάζαρα, στα σύνορα της Αζώτου, στην οποία προηγουμένως κατοικούσαν οι εχθροί. Εκεί εγκατέστησε Ιουδαίους και τους έδωσε όλα όσα τους χρειάζονταν για να αναπτυχθούν. 35 Όταν ο λαός είδε το έργο του Σίμωνα και τη δόξα που θέλησε να εξασφαλίσει στο έθνος του, τον έκαναν αρχηγό τους και αρχιερέα για όλες αυτές τις υπηρεσίες του κι επίσης επειδή κατοχύρωσε τη δικαιοσύνη και διατήρησε την πίστη στο έθνος του και με κάθε τρόπο φρόντισε να ανυψώσει το λαό του.

36 »Στις μέρες του ο Σίμων κατάφερε με τις ενέργειές του να διώξει τους ειδωλολάτρες από τη χώρα του, καθώς και τους εχθρούς που είχαν οικοδομήσει δική τους ακρόπολη στην Πόλη Δαβίδ, την Ιερουσαλήμ. Από κει έβγαιναν και βεβήλωναν τους ιερούς χώρους γύρω από το ναό. Έτσι αυτή η ακρόπολη αποτελούσε μόνιμη πληγή για την αγιότητα του ναού. 37 Στην ακρόπολη ο Σίμων εγκατέστησε Ιουδαίους και την οχύρωσε ώστε η χώρα και η πόλη να είναι ασφαλισμένες και αύξησε το ύψος των τειχών της Ιερουσαλήμ. 38 Για όλα αυτά ο βασιλιάς Δημήτριος τον αναγνώρισε αρχιερέα, 39 τον συμπεριέλαβε στους φίλους του και του απένειμε μεγάλες τιμές. 40 Αυτά ο Δημήτριος τα έκανε επειδή είχε μάθει ότι οι Ρωμαίοι ονόμαζαν τους Ιουδαίους φίλους, συμμάχους τους και αδερφό λαό, κι ότι είχαν δεχτεί τους πρεσβευτές του Σίμωνα με πολλές τιμές.

41 »Γιαυτό οι Ιουδαίοι είχαν συμφωνήσει με τους ιερείς να θεωρούν το Σίμωνα και τους απογόνους του αρχηγούς και αρχιερείς, μέχρις ότου αναδειχθεί κάποιος αξιόπιστος προφήτης στον Ισραήλ. 42 Συμφώνησαν να είναι αυτός κυβερνήτης τους, να φροντίζει για το ναό, να διορίζει τους επικεφαλής των δημοσίων έργων, της στρατιωτικής διοίκησης και των οχυρωματικών έργων της χώρας. 43 Ως υπεύθυνος λοιπόν για τις υποθέσεις του ναού, ορίστηκε να υπακούν όλοι σαυτόν, στο όνομά του να συντάσσονται όλα τα δημόσια έγγραφα κι ο ίδιος να έχει το δικαίωμα να φοράει την πορφυρή στολή και τα χρυσά εμβλήματα.

44 »Επίσης ορίστηκε να μην επιτρέπεται σε κανέναν από το λαό ή τους ιερείς να παραβαίνει κάποια απαυτές τις διατάξεις ούτε να φέρνει αντίρρηση σε ό,τι θα προστάζει ο Σίμων· κανείς δε θα επιτρέπεται να συγκαλεί το λαό στη χώρα χωρίς την έγκρισή του ούτε να φοράει πορφύρα ή να χρησιμοποιεί χρυσή πόρπη. 45 Κι όποιος θα έκανε κάτι αντίθετο απαυτές τις διατάξεις ή θα παρέβαινε κάποια απαυτές, θα ετιμωρείτο.

46 »Έτσι ο λαός συμφώνησε να ανατεθούν στο Σίμωνα όλες αυτές οι εξουσίες, σύμφωνα με τα παραπάνω. 47 Ο Σίμων δέχτηκε και συγκατατέθηκε να είναι αρχιερέας, κυβερνήτης και αρχηγός του έθνους των Ιουδαίων και των ιερέων του και να φροντίζει για την υπεράσπισή τους».

48 Τέλος αποφασίστηκε όλα αυτά να γραφτούν σε χάλκινες πλάκες, οι οποίες και τοποθετήθηκαν στον περίβολο του ναού σε περίβλεπτη θέση· 49 τα αντίγραφά τους αποφασίστηκε να τοποθετηθούν στο θησαυροφυλάκιο για να είναι στη διάθεση του Σίμωνα και των γιων του.

1 Now in the hundred threescore and twelfth year king Demetrius gathered his forces together, and went into Media to get him help to fight against Tryphone.

2 But when Arsaces, the king of Persia and Media, heard that Demetrius was entered within his borders, he sent one of his princes to take him alive:

3 Who went and smote the host of Demetrius, and took him, and brought him to Arsaces, by whom he was put in ward.

4 As for the land of Judea, that was quiet all the days of Simon; for he sought the good of his nation in such wise, as that evermore his authority and honour pleased them well.

5 And as he was honourable in all his acts, so in this, that he took Joppa for an haven, and made an entrance to the isles of the sea,

6 And enlarged the bounds of his nation, and recovered the country,

7 And gathered together a great number of captives, and had the dominion of Gazera, and Bethsura, and the tower, out of the which he took all uncleaness, neither was there any that resisted him.

8 Then did they till their ground in peace, and the earth gave her increase, and the trees of the field their fruit.

9 The ancient men sat all in the streets, communing together of good things, and the young men put on glorious and warlike apparel.

10 He provided victuals for the cities, and set in them all manner of munition, so that his honourable name was renowned unto the end of the world.

11 He made peace in the land, and Israel rejoiced with great joy:

12 For every man sat under his vine and his fig tree, and there was none to fray them:

13 Neither was there any left in the land to fight against them: yea, the kings themselves were overthrown in those days.

14 Moreover he strengthened all those of his people that were brought low: the law he searched out; and every contemner of the law and wicked person he took away.

15 He beautified the sanctuary, and multiplied vessels of the temple.

16 Now when it was heard at Rome, and as far as Sparta, that Jonathan was dead, they were very sorry.

17 But as soon as they heard that his brother Simon was made high priest in his stead, and ruled the country, and the cities therein:

18 They wrote unto him in tables of brass, to renew the friendship and league which they had made with Judas and Jonathan his brethren:

19 Which writings were read before the congregation at Jerusalem.

20 And this is the copy of the letters that the Lacedemonians sent; The rulers of the Lacedemonians, with the city, unto Simon the high priest, and the elders, and priests, and residue of the people of the Jews, our brethren, send greeting:

21 The ambassadors that were sent unto our people certified us of your glory and honour: wherefore we were glad of their coming,

22 And did register the things that they spake in the council of the people in this manner; Numenius son of Antiochus, and Antipater son of Jason, the Jewsambassadors, came unto us to renew the friendship they had with us.

23 And it pleased the people to entertain the men honourably, and to put the copy of their ambassage in publick records, to the end the people of the Lacedemonians might have a memorial thereof: furthermore we have written a copy thereof unto Simon the high priest.

24 After this Simon sent Numenius to Rome with a great shield of gold of a thousand pound weight to confirm the league with them.

25 Whereof when the people heard, they said, What thanks shall we give to Simon and his sons?

26 For he and his brethren and the house of his father have established Israel, and chased away in fight their enemies from them, and confirmed their liberty.

27 So then they wrote it in tables of brass, which they set upon pillars in mount Sion: and this is the copy of the writing; The eighteenth day of the month Elul, in the hundred threescore and twelfth year, being the third year of Simon the high priest,

28 At Saramel in the great congregation of the priests, and people, and rulers of the nation, and elders of the country, were these things notified unto us.

29 Forasmuch as oftentimes there have been wars in the country, wherein for the maintenance of their sanctuary, and the law, Simon the son of Mattathias, of the posterity of Jarib, together with his brethren, put themselves in jeopardy, and resisting the enemies of their nation did their nation great honour:

30 (For after that Jonathan, having gathered his nation together, and been their high priest, was added to his people,

31 Their enemies prepared to invade their country, that they might destroy it, and lay hands on the sanctuary:

32 At which time Simon rose up, and fought for his nation, and spent much of his own substance, and armed the valiant men of his nation and gave them wages,

33 And fortified the cities of Judea, together with Bethsura, that lieth upon the borders of Judea, where the armour of the enemies had been before; but he set a garrison of Jews there:

34 Moreover he fortified Joppa, which lieth upon the sea, and Gazera, that bordereth upon Azotus, where the enemies had dwelt before: but he placed Jews there, and furnished them with all things convenient for the reparation thereof.)

35 The people therefore sang the acts of Simon, and unto what glory he thought to bring his nation, made him their governor and chief priest, because he had done all these things, and for the justice and faith which he kept to his nation, and for that he sought by all means to exalt his people.

36 For in his time things prospered in his hands, so that the heathen were taken out of their country, and they also that were in the city of David in Jerusalem, who had made themselves a tower, out of which they issued, and polluted all about the sanctuary, and did much hurt in the holy place:

37 But he placed Jews therein. and fortified it for the safety of the country and the city, and raised up the walls of Jerusalem.

38 King Demetrius also confirmed him in the high priesthood according to those things,

39 And made him one of his friends, and honoured him with great honour.

40 For he had heard say, that the Romans had called the Jews their friends and confederates and brethren; and that they had entertained the ambassadors of Simon honourably;

41 Also that the Jews and priests were well pleased that Simon should be their governor and high priest for ever, until there should arise a faithful prophet;

42 Moreover that he should be their captain, and should take charge of the sanctuary, to set them over their works, and over the country, and over the armour, and over the fortresses, that, I say, he should take charge of the sanctuary;

43 Beside this, that he should be obeyed of every man, and that all the writings in the country should be made in his name, and that he should be clothed in purple, and wear gold:

44 Also that it should be lawful for none of the people or priests to break any of these things, or to gainsay his words, or to gather an assembly in the country without him, or to be clothed in purple, or wear a buckle of gold;

45 And whosoever should do otherwise, or break any of these things, he should be punished.

46 Thus it liked all the people to deal with Simon, and to do as hath been said.

47 Then Simon accepted hereof, and was well pleased to be high priest, and captain and governor of the Jews and priests, and to defend them all.

48 So they commanded that this writing should be put in tables of brass, and that they should be set up within the compass of the sanctuary in a conspicuous place;

49 Also that the copies thereof should be laid up in the treasury, to the end that Simon and his sons might have them.

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_12-11-46-