Publicidade

1 Maccabees 6

KJV
Το τέλος του Αντιόχου Δ΄ του Επιφανούς και ο διάδοχός του Αντίοχος Ε΄

1 Καθώς ο βασιλιάς Αντίοχος περνούσε μέσα από ορεινές χώρες έμαθε ότι στην Περσία υπήρχε μια πόλη, η Ελυμαΐδα, ονομαστή για τον πλούτο της σε ασήμι και χρυσάφι.Ο βασιλιάς Αντίοχος, δηλ. ο Αντίοχος Δ΄. – Για τις ορεινές χώρες βλ. υποσ. εις κεφ. 3:37. – Ελυμαΐδα. Δεν πρόκειται ακριβώς για πόλη, αλλά για μια περιοχή κοντά στα Σούσα, την πρωτεύουσα της Περσίας (βλ. Ιδθ 1:6).2 Επίσης έμαθε ότι είχε έναν πολύ πλούσιο ναό, όπου υπήρχαν χρυσές ασπίδες, θώρακες και όπλα, τα οποία είχε αφήσει εκεί ο Αλέξανδρος ο Μακεδόνας, γιος του Φιλίππου, ο βασιλιάς που βασίλεψε πρώτος στους Έλληνες. 3 Πήγε, λοιπόν, εκεί ο Αντίοχος και προσπαθούσε να κυριέψει την πόλη και να πάρει τους θησαυρούς της. Δεν κατάφερε όμως τίποτα, γιατί οι κάτοικοι της πόλης είχαν πληροφορηθεί έγκαιρα τον ερχομό του βασιλιά· 4 πρόβαλαν αντίσταση, έτσι που τον εξανάγκασαν να φύγει άπρακτος και να γυρίσει με βαριά καρδιά στη Βαβυλώνα.

5 Στην Περσία πήγε κάποιος και του ανάγγειλε ότι τα στρατεύματα που είχε στείλει εναντίον της Ιουδαίας εξοντώθηκαν· 6 του είπε επίσης ότι πρώτος είχε πάει ο Λυσίας με ισχυρό στρατό, αλλά τράπηκε σε φυγή από τους Ιουδαίους. Αυτοί στο μεταξύ είχαν αυξήσει τη δύναμή τους σε όπλα και έμψυχο υλικό από τη λαφυραγώγηση των βασιλικών στρατευμάτων, που τα είχαν καταστρέψει. 7 Επίσης του είπε ότι οι Ιουδαίοι είχαν γκρεμίσει το βδέλυγμα της ερημώσεως, που είχε στήσει ο βασιλιάς στο θυσιαστήριο της Ιερουσαλήμ, και περιέβαλαν με ψηλά τείχη το ναό, όπως ήταν πριν· τέλος ότι είχαν καταλάβει και οχυρώσει τη βασιλική πόλη της Βαιθσούρα.

8 Όταν ο βασιλιάς τάκουσε όλα αυτά, εξεπλάγη και ταράχτηκε. Έπεσε στο κρεβάτι του άρρωστος από τη στενοχώρια, γιατί τα πράγματα δεν του είχαν έρθει όπως τα περίμενε. 9 Έμεινε κλινήρης για πολλές ημέρες, γιατί η λύπη του όλο και μεγάλωνε, και κατάλαβε ότι θα πεθάνει. 10 Τότε κάλεσε όλους όσοι είχαν τον τίτλο "φίλοι του βασιλιά" και τους είπε: «Δεν έχω πια ύπνο κι έχω εξαντληθεί από την αγωνία. 11 Αναρωτήθηκα πού οφείλεται αυτή μου η κατάθλιψη και η μεγάλη φουρτούνα της αγωνίας μου, αφού εγώ τόσους είχα ευεργετήσει και ήμουν απόλους αγαπητός σαν βασιλιάς. 12 Κι αναλογίζομαι τώρα τις συμφορές που προξένησα στην Ιερουσαλήμ· πήρα όλα τα χρυσά και ασημένια σκεύη, που υπήρχαν στο ναό της κι έστειλα ανθρώπους να εξαφανίσουν τους κατοίκους της Ιουδαίας χωρίς καμιά αιτία. 13 Κατάλαβα, λοιπόν, ότι εκεί βρίσκεται η αιτία για όλες αυτές τις συμφορές μου. Και να τώρα που πεθαίνω σε ξένη χώρα απτη μεγάλη θλίψη μου».

14 Τότε κάλεσε το Φίλιππο, έναν από τους «φίλους του» και του ανέθεσε τη διακυβέρνηση όλου του βασιλείου του. 15 Του έδωσε το στέμμα του, τη στολή του και το δαχτυλίδι του. Μετά του ανέθεσε την επιτροπεία του γιου του, του Αντίοχου,Δηλ. του Αντίοχου Ε΄. ώστε να τον προετοιμάσει να αναλάβει τη βασιλεία. 16 Και πέθανε εκεί ο βασιλιάς Αντίοχος, το έτος 149.Δηλ. το 163 π.Χ.

17 Όταν έμαθε ο Λυσίας ότι πέθανε ο βασιλιάς Αντίοχος, όρισε αυτός διάδοχο βασιλιά το νεαρό Αντίοχο, που τον είχε αναθρέψει από παιδί· και τον ονόμασε Ευπάτορα.

Οι Ισραηλίτες πολιορκούν την ακρόπολη της Ιερουσαλήμ

18 Εκείνο τον καιρό, οι εχθροί που κατοικούσαν ακόμα στην ακρόπολη της Ιερουσαλήμ, εμπόδιζαν τους Ισραηλίτες να συγκεντρώνονται στην περιοχή γύρω από το ναό· προσπαθούσαν να τους παραβλάπτουν με κάθε τρόπο, ενώ επεδίωκαν να ενισχύουν τη θέση των ειδωλολατρών. 19 Ο Ιούδας, λοιπόν, αποφάσισε να τους εξοντώσει και συγκέντρωσε όλο το λαό για να τους πολιορκήσει. 20 Μαζεύτηκαν, λοιπόν, οι Ισραηλίτες κι άρχισαν την πολιορκία το έτος 150·Δηλ. το 162 π.Χ. κατασκεύασαν μάλιστα πολιορκητικές μηχανές και ειδικές εξέδρες για να ρίχνουν βέλη εναντίον τους.

21 Μερικοί όμως από τους πολιορκημένους δραπέτευσαν και μαζί με μερικούς άπιστους Ισραηλίτες, που προσχώρησαν σαυτούς, 22 πήγαν στο βασιλιά Αντίοχο τον Ευπάτορα και του είπαν: «Τι περιμένεις και δεν αποφασίζεις να τιμωρήσεις τους εχθρούς μας και να τους εκδικηθείς για λογαριασμό των συμπατριωτών μας; 23 Εμείς είχαμε δεχτεί να υπηρετούμε τον πατέρα σου, να εκτελούμε τις διαταγές του και να υπακούμε στους νόμους του. 24 Γιαυτόν το λόγο οι συμπολίτες μας έγιναν εχθροί μας και πολιορκούν τώρα την ακρόπολη· και μάλιστα, όσους από μας ανακαλύπτουν, τους σκοτώνουν κι αρπάζουν τις περιουσίες τους. 25 Και δεν βιαιοπραγούν μόνο ενάντια σεμάς, αλλά επιτεθήκαν και σόλους τους λαούς με τους οποίους συνορεύουν. 26 Τώρα, λοιπόν, πολιορκούν την ακρόπολη της Ιερουσαλήμ για να την κυριέψουν· κι επίσης οχύρωσαν το ναό και τη Βαιθσούρα. 27 Αν δεν τους προλάβεις γρήγορα, θα κάνουν ακόμη χειρότερα και δε θα μπορείς πια να τους σταματήσεις».

Ο Λυσίας και ο Αντίοχος Ε΄ στην Ιουδαία

28 Όταν τάκουσε αυτά ο βασιλιάς οργίστηκε. Συγκέντρωσε όλους που ονομάζονταν «φίλοι του», τους αρχηγούς του στρατού του και του ιππικού. 29 Ακόμη συγκέντρωσε μισθοφορικό στρατό από άλλα βασίλεια κι από τα ελληνικά νησιά. 30 Έτσι, ο αριθμός του στρατού του έφτασε τους εκατό χιλιάδες πεζούς, είκοσι χιλιάδες ιππείς και τριάντα δύο ελέφαντες εκπαιδευμένους για πόλεμο. 31 Πέρασαν, λοιπόν, μέσα από την Ιδουμαία και στρατοπέδευσαν εναντίον της Βαιθσούρα. Κατασκεύασαν πολιορκητικές μηχανές και την πολιορκούσαν για πολύν καιρό. Οι άντρες όμως της Βαιθσούρα βγήκαν από την πόλη και τους έβαλαν φωτιά και τους πολέμησαν με γενναιότητα.

Η μάχη της Βαιθζαχαρία

32 Τότε ο Ιούδας αποσύρθηκε από την ακρόπολη της Ιερουσαλήμ και στρατοπέδευσε στη Βαιθζαχαρία, απέναντι από το στρατόπεδο του βασιλιά.

33 Νωρίς το επόμενο πρωί ο βασιλιάς προέλασε αστραπιαία με το στρατό του προς τη Βαιθζαχαρία. Εκεί παρέταξε τις δυνάμεις του για πόλεμο κι άρχισαν να σαλπίζουν με τις σάλπιγγες. 34 Κατόπιν έδειξαν στους ελέφαντες ένα κόκκινο υγρό από σταφύλια και μούρα για να τους εξαγριώσουν και να πολεμήσουν. 35 Στη συνέχεια διαίρεσαν τα θηρία σε φάλαγγες και έβαλαν μαζί με κάθε ελέφαντα χίλιους άνδρες που φορούσαν θώρακες από αλυσίδες και στο κεφάλι τους χάλκινες περικεφαλαίες· επίσης, μαζί με κάθε θηρίο είχαν παραταχθεί πεντακόσια εκλεκτά άλογα. 36 Όλοι αυτοί είχαν εκπαιδευτεί από καιρό να είναι ταυτισμένοι με τους ελέφαντες, ώστε να μην αποχωρίζονται ποτέ απαυτούς, όπως κι αν κινούνταν. 37 Πάνω στους ελέφαντες είχαν δεθεί με ειδικούς μηχανισμούς ξύλινοι πύργοι, που κάλυπταν το σώμα του θηρίου· πάνω σε κάθε θηρίο ήταν τέσσερις εκπαιδευμένοι άντρες, που πολεμούσαν από ψηλά και μαζί τους ήταν ο Ινδός που οδηγούσε το θηρίο. 38 Το υπόλοιπο ιππικό ο Λυσίας το έβαλε εκατέρωθεν του στρατού για να δίνει σήματα, και να προστατεύουν πλευρικά τις φάλαγγες. 39 Ο ήλιος αντανακλούσε πάνω στις χρυσές και χάλκινες ασπίδες και τα βουνά φωτίζονταν απαυτές και φεγγοβολούσαν σαν αναμμένοι δαυλοί. 40 Ένα μέρος του βασιλικού στρατού απλώθηκε ψηλότερα, στις πλαγιές των βουνών και ένα μέρος στα χαμηλά μέρη· και προέλαυναν σταθερά και με τάξη. 41 Επρόκειτο για έναν τεράστιο και ισχυρότατο στρατό. Οι φωνές του πλήθους, το βάδισμά τους και η κλαγγή των όπλων τους σκορπούσαν τον τρόμο.

42 Τότε προέλασε κι ο Ιούδας με το στρατό του σε παράταξη μάχης· απτο στρατό του βασιλιά σκοτώθηκαν εξακόσιοι άντρες. 43 Ο Ελεάζαρ, ο επονομαζόμενος Αυαράν,Ελεάζαρ... Αυαράν. Είναι ο δεύτερος αδερφός του Ιούδα Μακκαβαίου. είδε ένα από τα θηρία που ήταν προστατευμένο με βασιλικούς θώρακες και ψηλότερο απόλα τα άλλα θηρία, και νόμισε ότι σαυτό επέβαινε ο βασιλιάς. 44 Τότε έσπευσε να σώσει το λαό του και ναποκτήσει αιώνια δόξα. 45 Επιτέθηκε εναντίον του ελέφαντα με θάρρος στο μέσο της φάλαγγας, σφάζοντας στρατιώτες δεξιά κι αριστερά, για νανοίγει δρόμο, 46 και τέλος μπήκε κάτω από το θηρίο, το χτύπησε και το σκότωσε· ο ελέφαντας όμως έπεσε από πάνω του και τον σκότωσε κι εκείνον. 47 Όταν οι Ιουδαίοι αντιλήφθηκαν την ισχύ του βασιλικού στρατού και την αποφασιστικότητά του, οπισθοχώρησαν.

Πολιορκία της Σιών

48 Ο βασιλιάς με το στρατό του προέλασε να πολεμήσει τους Ιουδαίους στην Ιερουσαλήμ και στρατοπέδευσε στην Ιουδαία και στο όρος Σιών. 49 Έκανε ειρήνη με τους Ιουδαίους της Βαιθσούρας κι έτσι αυτοί μπόρεσαν να βγουν από την πόλη. Δεν είχαν απομείνει αρκετές τροφές εκεί και δεν μπορούσαν ναντέξουν άλλο την πολιορκία, γιατί ο χρόνος εκείνος ήταν έτος αγρανάπαυσης.έτος αγρανάπαυσης. Βλ. εις Γλωσσάριο «Σαββατικό έτος».50 Ο βασιλιάς κυρίεψε τη Βαιθσούρα και τοποθέτησε εκεί στρατιωτική φρουρά.

51 Έπειτα πολιόρκησε το ναό για πολλές μέρες. Έστησε ειδικές εξέδρες για να ρίχνουν βέλη, και άλλες μηχανές για να ρίχνουν φωτιά, λιθάρια και βέλη. 52 Οι πολιορκημένοι Ιουδαίοι κατασκεύασαν κι εκείνοι μηχανές για ναντικρούσουν τις μηχανές του βασιλιά και αντιστάθηκαν για πολλές ημέρες. 53 Τρόφιμα όμως δεν υπήρχαν στις αποθήκες τους, γιατί ήταν ο έβδομος χρόνος και όσοι είχαν καταφύγει στην Ιουδαία κυνηγημένοι από τους εθνικούς είχαν καταναλώσει όσα από τα αποθηκευμένα τρόφιμα είχαν απομείνει. 54 Επειδή λοιπόν τους είχε θερίσει η πείνα, είχαν πάει οι περισσότεροι στα σπίτια τους και λίγοι είχαν μείνει στο ναό.

Ειρήνη με τον Λυσία και τον Αντίοχο Ε΄

55 Στο μεταξύ ο Φίλιππος, στον οποίο ο βασιλιάς Αντίοχος Δ΄, ενώ ακόμη ζούσε, είχε αναθέσει να μεγαλώσει το γιο του τον Αντίοχο και να τον εκπαιδεύσει για να γίνει βασιλιάς, 56 γύρισε από την Περσία και τη Μηδία, μαζί με το στρατό που είχε συνοδεύσει το βασιλιά, και επιδίωκε ναναλάβει τον έλεγχο των βασιλικών υποθέσεων. Όταν έμαθε αυτά τα νέα ο Λυσίας, 57 προετοιμάστηκε να λύσει την πολιορκία. Είπε στο νεαρό βασιλιά, στους αξιωματικούς του και στους άντρες του: «Κάθε μέρα που περνάει, όλο και καταρρέουμε· τα τρόφιμά μας λιγοστεύουν και ο τόπος που εναντίον του έχουμε στρατοπεδεύσει είναι καλά οχυρωμένος· επιπλέον έχουμε επιφορτισθεί όλες τις υποθέσεις του βασιλείου. 58 Τώρα, λοιπόν, ας συνθηκολογήσουμε μαυτούς εδώ τους ανθρώπους και ας κάνουμε ειρήνη μαζί τους και με όλο το έθνος τους. 59 Ας τους επιτρέψουμε νακολουθούν τους νόμους τους, όπως και πρωτύτερα· γιατί εξαιτίας των νόμων τους, που εμείς τους καταργήσαμε, αυτοί εξαγριώθηκαν και έκαναν όσα έκαναν».

60 Ο βασιλιάς και οι άρχοντες βρήκαν σωστή την πρόταση και έστειλαν σαυτούς ανθρώπους να συνάψουν ειρήνη, και οι Ιουδαίοι δέχτηκαν. 61 Ο βασιλιάς και οι άρχοντες τους έδωσαν ένορκη διαβεβαίωση, κι έτσι οι Ιουδαίοι βγήκαν από την ακρόπολη. 62 Όταν όμως ο βασιλιάς Αντίοχος έφτασε στο όρος Σιών και είδε μέχρι ποιο σημείο είχε οχυρωθεί όλη η περιοχή, παρέβηκε τον όρκο του και διέταξε να γκρεμίσουν το τείχος ολόγυρα. 63 Μετά έφυγε γρήγορα και γύρισε στην Αντιόχεια, όπου βρήκε το Φίλιππο να έχει κυριέψει την πόλη· πολέμησε εναντίον του και την πήρε πίσω με τη βία.

1 About that time king Antiochus travelling through the high countries heard say, that Elymais in the country of Persia was a city greatly renowned for riches, silver, and gold;

2 And that there was in it a very rich temple, wherein were coverings of gold, and breastplates, and shields, which Alexander, son of Philip, the Macedonian king, who reigned first among the Grecians, had left there.

3 Wherefore he came and sought to take the city, and to spoil it; but he was not able, because they of the city, having had warning thereof,

4 Rose up against him in battle: so he fled, and departed thence with great heaviness, and returned to Babylon.

5 Moreover there came one who brought him tidings into Persia, that the armies, which went against the land of Judea, were put to flight:

6 And that Lysias, who went forth first with a great power was driven away of the Jews; and that they were made strong by the armour, and power, and store of spoils, which they had gotten of the armies, whom they had destroyed:

7 Also that they had pulled down the abomination, which he had set up upon the altar in Jerusalem, and that they had compassed about the sanctuary with high walls, as before, and his city Bethsura.

8 Now when the king heard these words, he was astonished and sore moved: whereupon he laid him down upon his bed, and fell sick for grief, because it had not befallen him as he looked for.

9 And there he continued many days: for his grief was ever more and more, and he made account that he should die.

10 Wherefore he called for all his friends, and said unto them, The sleep is gone from mine eyes, and my heart faileth for very care.

11 And I thought with myself, Into what tribulation am I come, and how great a flood of misery is it, wherein now I am! for I was bountiful and beloved in my power.

12 But now I remember the evils that I did at Jerusalem, and that I took all the vessels of gold and silver that were therein, and sent to destroy the inhabitants of Judea without a cause.

13 I perceive therefore that for this cause these troubles are come upon me, and, behold, I perish through great grief in a strange land.

14 Then called he for Philip, one of his friends, who he made ruler over all his realm,

15 And gave him the crown, and his robe, and his signet, to the end he should bring up his son Antiochus, and nourish him up for the kingdom.

16 So king Antiochus died there in the hundred forty and ninth year.

17 Now when Lysias knew that the king was dead, he set up Antiochus his son, whom he had brought up being young, to reign in his stead, and his name he called Eupator.

18 About this time they that were in the tower shut up the Israelites round about the sanctuary, and sought always their hurt, and the strengthening of the heathen.

19 Wherefore Judas, purposing to destroy them, called all the people together to besiege them.

20 So they came together, and besieged them in the hundred and fiftieth year, and he made mounts for shot against them, and other engines.

21 Howbeit certain of them that were besieged got forth, unto whom some ungodly men of Israel joined themselves:

22 And they went unto the king, and said, How long will it be ere thou execute judgment, and avenge our brethren?

23 We have been willing to serve thy father, and to do as he would have us, and to obey his commandments;

24 For which cause they of our nation besiege the tower, and are alienated from us: moreover as many of us as they could light on they slew, and spoiled our inheritance.

25 Neither have they stretched out their hand against us only, but also against their borders.

26 And, behold, this day are they besieging the tower at Jerusalem, to take it: the sanctuary also and Bethsura have they fortified.

27 Wherefore if thou dost not prevent them quickly, they will do the greater things than these, neither shalt thou be able to rule them.

28 Now when the king heard this, he was angry, and gathered together all his friends, and the captains of his army, and those that had charge of the horse.

29 There came also unto him from other kingdoms, and from isles of the sea, bands of hired soldiers.

30 So that the number of his army was an hundred thousand footmen, and twenty thousand horsemen, and two and thirty elephants exercised in battle.

31 These went through Idumea, and pitched against Bethsura, which they assaulted many days, making engines of war; but they of Bethsura came out, and burned them with fire, and fought valiantly.

32 Upon this Judas removed from the tower, and pitched in Bathzacharias, over against the king’s camp.

33 Then the king rising very early marched fiercely with his host toward Bathzacharias, where his armies made them ready to battle, and sounded the trumpets.

34 And to the end they might provoke the elephants to fight, they shewed them the blood of grapes and mulberries.

35 Moreover they divided the beasts among the armies, and for every elephant they appointed a thousand men, armed with coats of mail, and with helmets of brass on their heads; and beside this, for every beast were ordained five hundred horsemen of the best.

36 These were ready at every occasion: wheresoever the beast was, and whithersoever the beast went, they went also, neither departed they from him.

37 And upon the beasts were there strong towers of wood, which covered every one of them, and were girt fast unto them with devices: there were also upon every one two and thirty strong men, that fought upon them, beside the Indian that ruled him.

38 As for the remnant of the horsemen, they set them on this side and that side at the two parts of the host giving them signs what to do, and being harnessed all over amidst the ranks.

39 Now when the sun shone upon the shields of gold and brass, the mountains glistered therewith, and shined like lamps of fire.

40 So part of the king’s army being spread upon the high mountains, and part on the valleys below, they marched on safely and in order.

41 Wherefore all that heard the noise of their multitude, and the marching of the company, and the rattling of the harness, were moved: for the army was very great and mighty.

42 Then Judas and his host drew near, and entered into battle, and there were slain of the king’s army six hundred men.

43 Eleazar also, surnamed Savaran, perceiving that one of the beasts, armed with royal harness, was higher than all the rest, and supposing that the king was upon him,

44 Put himself in jeopardy, to the end he might deliver his people, and get him a perpetual name:

45 Wherefore he ran upon him courageously through the midst of the battle, slaying on the right hand and on the left, so that they were divided from him on both sides.

46 Which done, he crept under the elephant, and thrust him under, and slew him: whereupon the elephant fell down upon him, and there he died.

47 Howbeit the rest of the Jews seeing the strength of the king, and the violence of his forces, turned away from them.

48 Then the king’s army went up to Jerusalem to meet them, and the king pitched his tents against Judea, and against mount Sion.

49 But with them that were in Bethsura he made peace: for they came out of the city, because they had no victuals there to endure the siege, it being a year of rest to the land.

50 So the king took Bethsura, and set a garrison there to keep it.

51 As for the sanctuary, he besieged it many days: and set there artillery with engines and instruments to cast fire and stones, and pieces to cast darts and slings.

52 Whereupon they also made engines against their engines, and held them battle a long season.

53 Yet at the last, their vessels being without victuals, (for that it was the seventh year, and they in Judea that were delivered from the Gentiles, had eaten up the residue of the store;)

54 There were but a few left in the sanctuary, because the famine did so prevail against them, that they were fain to disperse themselves, every man to his own place.

55 At that time Lysias heard say, that Philip, whom Antiochus the king, whiles he lived, had appointed to bring up his son Antiochus, that he might be king,

56 Was returned out of Persia and Media, and the king’s host also that went with him, and that he sought to take unto him the ruling of the affairs.

57 Wherefore he went in all haste, and said to the king and the captains of the host and the company, We decay daily, and our victuals are but small, and the place we lay siege unto is strong, and the affairs of the kingdom lie upon us:

58 Now therefore let us be friends with these men, and make peace with them, and with all their nation;

59 And covenant with them, that they shall live after their laws, as they did before: for they are therefore displeased, and have done all these things, because we abolished their laws.

60 So the king and the princes were content: wherefore he sent unto them to make peace; and they accepted thereof.

61 Also the king and the princes made an oath unto them: whereupon they went out of the strong hold.

62 Then the king entered into mount Sion; but when he saw the strength of the place, he broke his oath that he had made, and gave commandment to pull down the wall round about.

63 Afterward departed he in all haste, and returned unto Antiochia, where he found Philip to be master of the city: so he fought against him, and took the city by force.

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-04_23-13-58-