Publicidade

1 Maccabees 7

KJV
Ο Δημήτριος Α΄ γίνεται βασιλιάς

1 Το έτος 151 ο Δημήτριος, γιος του Σέλευκου, ξεκίνησε από τη Ρώμη και κατευθύνθηκε με λίγους άντρες σε μια παραθαλάσσια πόλη και αυτοαναγορεύτηκε εκεί βασιλιάς.Το έτος 151, δηλ. το 161 π.Χ. – του Σέλευκου, δηλ. του Σέλευκου Δ΄ – σε μια παραθαλάσσια πόλη, δηλ. στην Τρίπολη της Συρίας (πρβλ. Β΄ Μακ 14:1).2 Καθώς έμπαινε στο ανάκτορο των προγόνων του, ο στρατός συνέλαβε τον Αντίοχοτον Αντίοχο, δηλ. τον Αντίοχο Ε΄. και το Λυσία για να τους φέρουν σαυτόν. 3 Αυτός όταν το έμαθε είπε: «Ούτε να τους δω δεν θέλω». 4 Ο στρατός τούς σκότωσε επιτόπου κι έτσι ο Δημήτριος κατέλαβε το θρόνο.

5 Τότε ήρθαν σαυτόν όλοι οι άπιστοι και ασεβείς Ισραηλίτες με αρχηγό τους τον Άλκιμο, ο οποίος ήθελε να γίνει αρχιερέας. 6 Αυτοί κατηγόρησαν όλους τους άλλους Ιουδαίους στο βασιλιά: «Ο Ιούδας και ταδέρφια του», του είπαν, «σκότωσαν όλους τους συντρόφους σου, κι εμάς μας έδιωξαν από τη χώρα μας. 7 Στείλε, λοιπόν, έναν έμπιστό σου να πάει και να δει όλη την καταστροφή, που έχει προξενήσει ο Ιούδας στις περιοχές μας και στις βασιλικές κτήσεις κι ας τιμωρήσει τον Ιούδα, ταδέρφια του και όλους τους συνεργάτες τους».

Βακχίδης και Άλκιμος

8 Τότε ο βασιλιάς Δημήτριος διάλεξε το Βακχίδη, έναν από τους ονομαζόμενους φίλους του, που κυβερνούσε στην περιοχή πέρα από τον Ευφράτη ποταμό.περιοχή... ποταμό. Περιοχή της Μείζονος Συρίας, όπου περιλαμβάνονταν όλη η Παλαιστίνη, ο Λίβανος και το νότιο τμήμα της σημερινής Συρίας. Αυτός ήταν άνθρωπος επιφανής στο βασίλειο και έμπιστος του βασιλιά. 9 Μαζί του ο Δημήτριος έστειλε και τον ασεβή Άλκιμο, τον οποίο έκανε αρχιερέα και τον διέταξε να εκδικηθεί τους Ισραηλίτες για το κακό που είχαν κάνει. 10 Έφυγαν, λοιπόν, ο Άλκιμος και ο Βακχίδης και ήρθαν με πολύ στρατό στην Ιουδαία. Ο Βακχίδης έστειλε αγγελιοφόρους στον Ιούδα και σταδέρφια του, με προτάσεις φιλικές, αλλά δόλιες. 11 Αυτοί δεν πίστεψαν στα λόγια τους, γιατί είδαν ότι είχαν έρθει με πολύ στρατό.

12 Μια ομάδα γραμματέων, όμως, ήρθαν στον Άλκιμο και στο Βακχίδη και ζητούσαν να επιτύχουν δίκαιους όρους. 13 Πρώτοι ήταν οι ΑσιδαίοιΑσιδαίοι. Είχαν προσκολληθεί στον Ιούδα το Μακκαβαίο από την αρχή της επανάστασης (βλ. υποσ. εις κεφ. 2:42), και τον εγκατέλειψαν όταν είδαν ότι η θρησκευτική τους ελευθερία είχε επαρκώς εξασφαλισθεί. από τους Ισραηλίτες, οι οποίοι ζητούσαν να κάνουν ειρήνη μαυτούς. 14 «Ο Άλκιμος», σκέφτηκαν, «που ήρθε εδώ με στρατό, είναι ιερέας, απόγονος του Ααρών και δεν είναι δυνατό να μας κάνει κακό». 15 Μίλησε, λοιπόν, μαζί τους ο Άλκιμος με ειρηνικές διαθέσεις και τους ορκίστηκε ότι δε θα έκανε κακό ούτε σαυτούς ούτε τους φίλους τους. 16 Εκείνοι τον εμπιστεύτηκαν. Μετά όμως συνέλαβε απαυτούς εξήντα άντρες και τους σκότωσε μέσα σε μια μέρα, σύμφωνα με τη γραφή που έλεγε:

17 «Τις σάρκες των αγίων σου

και το αίμα τους τα σκόρπισαν γύρω απτην Ιερουσαλήμ,

κανείς δε βρέθηκε για να τους θάψει».

18 Τότε ο λαός κυριεύτηκε από πανικό και είπαν όλοι: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι ψεύτες και ύπουλοι, αφού παραβίασαν τη συμφωνία μας και τον όρκο που έδωσαν».

19 Ο Βακχίδης αναχώρησε από την Ιερουσαλήμ και στρατοπέδευσε στη Βηθζαίθ. Έστειλε και συνέλαβε πολλούς από κείνους που είχαν αυτομολήσει μαζί του, καθώς και άλλους Ιουδαίους και τους έριξε σένα μεγάλο πηγάδι. 20 Έπειτα παρέδωσε τη διοίκηση της Ιουδαίας στον Άλκιμο, του άφησε και στρατό για να τον βοηθάει, κι αυτός γύρισε στο βασιλιά.

21 Ο Άλκιμος τότε άρχισε αγώνα για να γίνει ο ίδιος αρχιερέας. 22 Γύρω του συσπειρώθηκαν όλοι όσοι προξενούσαν αναστάτωση στο λαό. Επικράτησαν στην Ιουδαία και δημιουργούσαν πολλά προβλήματα στους Ισραηλίτες. 23 Τότε αντιλήφθηκε ο Ιούδας το κακό που είχε κάνει ο Άλκιμος και η παρέα του στους Ισραηλίτες. Ήταν μεγαλύτερο κι απτο κακό που τους είχαν κάνει οι ειδωλολάτρες. 24 Τότε ο Ιούδας βγήκε με το στρατό του σόλη την περιοχή της Ιουδαίας και εκδικήθηκε όσους είχαν αυτομολήσει προς τον Άλκιμο, έτσι που κανείς τους να μην τολμάει πια να εμφανιστεί στη χώρα. 25 Όταν ο Άλκιμος είδε ότι υπερίσχυσε ο Ιούδας και οι άντρες του και ότι δεν μπορούσε να τους αντιμετωπίσει, πήγε πίσω στο βασιλιά και τους κατηγόρησε ότι δήθεν είχαν διαπράξει μεγάλα εγκλήματα.

Οριστική ήττα του Νικάνορα

26 Τότε ο βασιλιάς έστειλε το Νικάνορα, έναν από τους φημισμένους άρχοντές του που μισούσε και εχθρευόταν τους Ισραηλίτες, με διαταγή να εξολοθρεύσει το λαό. 27 Πράγματι, ο Νικάνορας ήρθε με πολύ στρατό στην Ιερουσαλήμ και έστειλε στον Ιούδα και τα αδέρφια του, ανθρώπους με ειρηνικές προτάσεις αλλά γεμάτες δολιότητα: 28 «Ας μην κάνουμε πόλεμο μεταξύ μας», τους έλεγε. «Θα έρθω εγώ με λίγους άνδρες να σας γνωρίσω προσωπικά, με ειρηνικές διαθέσεις». 29 Ήρθε, λοιπόν, στον Ιούδα και αντάλλαξαν τις συνήθεις φιλοφρονήσεις. Οι εχθροί όμως ήταν έτοιμοι να απαγάγουν τον Ιούδα με βία. 30 Όταν όμως έγινε γνωστό στον Ιούδα ότι ο Νικάνορας είχε πάει να τον συναντήσει με δόλο, ο Ιούδας τον φοβήθηκε και δεν ήθελε πια να τον ξαναδεί. 31 Ο Νικάνορας βλέποντας ότι το σχέδιό του αποκαλύφθηκε, βγήκε από την Ιερουσαλήμ για να πολεμήσει τον Ιούδα κοντά στη Χαφαρσαλαμά. 32 Εκεί σκοτώθηκαν από τους άντρες του Νικάνορα περίπου πεντακόσιοι· οι υπόλοιποι κατέφυγαν στην Πόλη Δαβίδ.

33 Έπειτα απαυτά, ο Νικάνορας ανέβηκε στη Σιών. Μερικοί από τους ιερείς κι από τους πρεσβυτέρους του λαού βγήκαν από το ναό για να τον υποδεχτούν φιλικά και να του δείξουν τη θυσία του ολοκαυτώματος, που είχαν προσφέρει υπέρ του βασιλιά. 34 Ο Νικάνορας όμως τους φέρθηκε περιπαικτικά, γελούσε εις βάρος τους, βεβήλωσε τα ιερά τους και τους μίλησε με μεγάλη υπεροψία. 35 Ορκίστηκε με οργή και είπε: «Αν δεν μου παραδοθεί ο Ιούδας και ο στρατός του τώρα, όταν με το καλό ξαναγυρίσω εδώ, αυτόν τον ναό θα τον κάψω». Και βγήκε να φύγει πολύ θυμωμένος. 36 Τότε οι ιερείς μπήκαν στο ναό και στάθηκαν μπροστά στο θυσιαστήριο και στο αγιαστήριο, και με κλάματα στα μάτια είπαν: 37 «Κύριε, εσύ επέλεξες ετούτο τον ναό για να λατρεύεται εδώ το όνομά σου και να είναι τόπος προσευχής και παράκλησης για το λαό σου. 38 Τιμώρησε, λοιπόν, αυτόν τον άνθρωπο και το στρατό του και ας σκοτωθούν σε κάποια μάχη. Θυμήσου τις βλασφημίες τους και μην τους επιτρέψεις άλλο να ζήσουν».

39 Ο Νικάνορας βγήκε από την Ιερουσαλήμ και στρατοπέδευσε στη Βαιθωρών· εκεί ήρθε κι ενώθηκε μαζί του στρατός από τη Συρία. 40 Στο μεταξύ ο Ιούδας, με τρεις χιλιάδες άντρες στρατοπέδευσε στην Ασαδά και προσευχήθηκε: 41 «Κύριε, κάποτε που οι αγγελιοφόροι ενός βασιλιά σε βλασφήμησαν, βγήκε ο άγγελός σου και θανάτωσε εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδες απαυτούς. 42 Με τον ίδιο τρόπο σύντριψε εσύ μπροστά μας κι ετούτο δω το στράτευμα σήμερα, για να μάθουν οι υπόλοιποι να μη μιλούν προσβλητικά για το ναό σου. Τιμώρησε το Νικάνορα για την ασέβειά του».

43 Στις δέκα τρεις του μήνα Αδάρ τα στρατεύματα συνεπλάκησαν σε πόλεμο και ο στρατός του Νικάνορα εξοντώθηκε. Πρώτος σκοτώθηκε ο ίδιος στη μάχη. 44 Όταν ο στρατός είδε ότι σκοτώθηκε ο Νικάνορας, πέταξαν τα όπλα τους και τράπηκαν σε φυγή. 45 Οι Ιουδαίοι τους καταδίωξαν επί μία ολόκληρη ημέρα από την Αδασά μέχρι τη Γάζηρα. Σάλπιζαν με τις σάλπιγγες από πίσω τους συνθηματικά, 46 κι από όλα τα γύρω χωριά της Ιουδαίας έβγαιναν άνθρωποι και περικύκλωναν τους εχθρούς που έφευγαν. Τότε αυτοί γύριζαν αναγκαστικά πίσω προς τους Ιουδαίους που τους καταδίωκαν. Έτσι σκοτώθηκαν όλοι στη μάχη εκείνη και δεν επέζησε ούτε ένας.

47 Οι Ιουδαίοι πήραν όλα τα όπλα και άφθονη λεία από τους εχθρούς· έκοψαν το κεφάλι του Νικάνορα και το δεξί του χέρι, που το άπλωνε περήφανα εναντίον τους, και τα έφεραν και τα κρέμασαν κοντά στην Ιερουσαλήμ. 48 Ο λαός ξέσπασε σε πανηγυρισμούς, και ξεχώρισαν την ημέρα εκείνη να είναι μέρα γιορτής. 49 Την όρισαν να γιορτάζεται κάθε χρόνο στις δέκα τρεις του μήνα Αδάρ.

50 Έτσι ησύχασε η Ιουδαία για λίγον καιρό.

1 In the hundred and one and fiftieth year Demetrius the son of Seleucus departed from Rome, and came up with a few men unto a city of the sea coast, and reigned there.

2 And as he entered into the palace of his ancestors, so it was, that his forces had taken Antiochus and Lysias, to bring them unto him.

3 Wherefore, when he knew it, he said, Let me not see their faces.

4 So his host slew them. Now when Demetrius was set upon the throne of his kingdom,

5 There came unto him all the wicked and ungodly men of Israel, having Alcimus, who was desirous to be high priest, for their captain:

6 And they accused the people to the king, saying, Judas and his brethren have slain all thy friends, and driven us out of our own land.

7 Now therefore send some man whom thou trustest, and let him go and see what havock he hath made among us, and in the king’s land, and let him punish them with all them that aid them.

8 Then the king chose Bacchides, a friend of the king, who ruled beyond the flood, and was a great man in the kingdom, and faithful to the king,

9 And him he sent with that wicked Alcimus, whom he made high priest, and commanded that he should take vengeance of the children of Israel.

10 So they departed, and came with a great power into the land of Judea, where they sent messengers to Judas and his brethren with peaceable words deceitfully.

11 But they gave no heed to their words; for they saw that they were come with a great power.

12 Then did there assemble unto Alcimus and Bacchides a company of scribes, to require justice.

13 Now the Assideans were the first among the children of Israel that sought peace of them:

14 For said they, One that is a priest of the seed of Aaron is come with this army, and he will do us no wrong.

15 So he spake unto them, peaceably, and sware unto them, saying, we will procure the harm neither of you nor your friends.

16 Whereupon they believed him: howbeit he took of them threescore men, and slew them in one day, according to the words which he wrote,

17 The flesh of thy saints have they cast out, and their blood have they shed round about Jerusalem, and there was none to bury them.

18 Wherefore the fear and dread of them fell upon all the people, who said, There is neither truth nor righteousness in them; for they have broken the covenant and oath that they made.

19 After this, removed Bacchides from Jerusalem, and pitched his tents in Bezeth, where he sent and took many of the men that had forsaken him, and certain of the people also, and when he had slain them, he cast them into the great pit.

20 Then committed he the country to Alcimus, and left with him a power to aid him: so Bacchides went to the king.

21 But Alcimus contended for the high priesthood.

22 And unto him resorted all such as troubled the people, who, after they had gotten the land of Juda into their power, did much hurt in Israel.

23 Now when Judas saw all the mischief that Alcimus and his company had done among the Israelites, even above the heathen,

24 He went out into all the coasts of Judea round about, and took vengeance of them that had revolted from him, so that they durst no more go forth into the country.

25 On the other side, when Alcimus saw that Judas and his company had gotten the upper hand, and knew that he was not able to abide their force, he went again to the king, and said all the worst of them that he could.

26 Then the king sent Nicanor, one of his honourable princes, a man that bare deadly hate unto Israel, with commandment to destroy the people.

27 So Nicanor came to Jerusalem with a great force; and sent unto Judas and his brethren deceitfully with friendly words, saying,

28 Let there be no battle between me and you; I will come with a few men, that I may see you in peace.

29 He came therefore to Judas, and they saluted one another peaceably. Howbeit the enemies were prepared to take away Judas by violence.

30 Which thing after it was known to Judas, to wit, that he came unto him with deceit, he was sore afraid of him, and would see his face no more.

31 Nicanor also, when he saw that his counsel was discovered, went out to fight against Judas beside Capharsalama:

32 Where there were slain of Nicanor’s side about five thousand men, and the rest fled into the city of David.

33 After this went Nicanor up to mount Sion, and there came out of the sanctuary certain of the priests and certain of the elders of the people, to salute him peaceably, and to shew him the burnt sacrifice that was offered for the king.

34 But he mocked them, and laughed at them, and abused them shamefully, and spake proudly,

35 And sware in his wrath, saying, Unless Judas and his host be now delivered into my hands, if ever I come again in safety, I will burn up this house: and with that he went out in a great rage.

36 Then the priests entered in, and stood before the altar and the temple, weeping, and saying,

37 Thou, O Lord, didst choose this house to be called by thy name, and to be a house of prayer and petition for thy people:

38 Be avenged of this man and his host, and let them fall by the sword: remember their blasphemies, and suffer them not to continue any longer.

39 So Nicanor went out of Jerusalem, and pitched his tents in Bethhoron, where an host out of Syria met him.

40 But Judas pitched in Adasa with three thousand men, and there he prayed, saying,

41 O Lord, when they that were sent from the king of the Assyrians blasphemed, thine angel went out, and smote an hundred fourscore and five thousand of them.

42 Even so destroy thou this host before us this day, that the rest may know that he hath spoken blasphemously against thy sanctuary, and judge thou him according to his wickedness.

43 So the thirteenth day of the month Adar the hosts joined battle: but Nicanor’s host was discomfited, and he himself was first slain in the battle.

44 Now when Nicanor’s host saw that he was slain, they cast away their weapons, and fled.

45 Then they pursued after them a day’s journey, from Adasa unto Gazera, sounding an alarm after them with their trumpets.

46 Whereupon they came forth out of all the towns of Judea round about, and closed them in; so that they, turning back upon them that pursued them, were all slain with the sword, and not one of them was left.

47 Afterwards they took the spoils, and the prey, and smote off Nicanors head, and his right hand, which he stretched out so proudly, and brought them away, and hanged them up toward Jerusalem.

48 For this cause the people rejoiced greatly, and they kept that day a day of great gladness.

49 Moreover they ordained to keep yearly this day, being the thirteenth of Adar.

50 Thus the land of Juda was in rest a little while.

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-04_23-13-58-