Publicidade

1 Maccabees 3

KJV
Ιούδας ο Μακκαβαίος (3:19:22)

1 Ο Ιούδας, που επονομαζόταν Μακκαβαίος, γιος του Ματταθία, έγινε αρχηγός στη θέση του πατέρα του. 2 Ταδέρφια του και οι σύντροφοι του πατέρα του τον υποστήριξαν και ήταν όλοι τους ευτυχείς που πολεμούσαν υπέρ του Ισραήλ.

3 Δόξα μεγάλη έφερε ο Ιούδας στο λαό του!

Φόρεσε θώρακα σαν γίγαντας,

ζώστηκε τις πολεμικές του εξαρτύσεις

και έκανε πολέμους,

προστάτης του στρατού του με το ξίφος του.

4 Όμοιος λιοντάρι με τα κατορθώματά του,

όμοιος με λιονταρόπουλο,

που για το θήραμα βρυχάται.

5 Βρήκε και καταδίωξε τους ασεβείς,

φωτιά έβαλε σόλους εκείνους

που το λαό αναστάτωναν.

6 Ζαρώσαν όλοι απτο φόβο τους γιαυτόν,

ταράχτηκαν οι ασεβείς κι όλοι οι άνομοι.

Χάρη στα κατορθώματα του Ιούδα

οι Ιουδαίοι σώθηκαν.

7 Πολλούς πίκρανε βασιλιάδες,

μα στους Ισραηλίτες έδωσε με τις πράξεις του χαρά!

Αιώνια τον θυμούνταν, τον εξυμνούσαν

και τον καλοτύχιζαν.

8 Τις πόλεις του Ιούδα περιδιάβηκε

κι εξόντωσε τους ασεβείς που ζούσανε σαυτές.

Έτσι απέτρεψε απτους Ισραηλίτες

την οργή του Θεού.

9 Γύρω του μάζεψε όλους όσους τους απειλούσε η καταστροφή.

Και έφτασε η φήμη του μέχρι τα πέρατα της γης.

Ο Ιούδας νικάει τον Απολλώνιο και τον Σήρωνα

10 Ο ΑπολλώνιοςΑπολλώνιος. Κατά τον Ιουδαίο ιστορικό Ιώσηπο, ήταν ο στρατιωτικός διοικητής της Σαμάρειας. συγκέντρωσε εθνικούς στρατιώτες και ισχυρά στρατεύματα από τη Σαμάρεια, για να πολεμήσει εναντίον των Ισραηλιτών. 11 Όταν το έμαθε ο Ιούδας, βγήκε να τον αντιμετωπίσει. Του επιτέθηκε και τον σκότωσε. Πολλοί επίσης έπεσαν στη μάχη και οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή. 12 Όταν λεηλάτησαν τα πτώματα, ο Ιούδας πήρε το ξίφος του Απολλώνιου και πολεμούσε μαυτό σόλη του τη ζωή.

13 Όταν ο Σήρων, αρχηγός των συριακών δυνάμεων έμαθε ότι ο Ιούδας συγκέντρωσε πολυάριθμο στρατό από πιστούς Ιουδαίους έτοιμους να βγουν εναντίον του σε πόλεμο, 14 είπε: «Τώρα η φήμη μου θαπλωθεί παντού και θα δοξαστώ στο βασίλειό μου πολεμώντας τον Ιούδα και τους ανθρώπους του, που περιφρονούν τη διαταγή του βασιλιά». 15 Ετοιμάστηκε λοιπόν να κάνει εκστρατεία. Μαζί του ενώθηκε ισχυρή δύναμη απίστων ειδωλολατρών, για να τον βοηθήσουν να εκδικηθεί τους Ισραηλίτες. 16 Όταν έφτασαν στον ανήφορο που οδηγεί στη Βαιθωρών, βγήκε ο Ιούδας με μικρή δύναμη να αντιμετωπίσει το Σήρωνα. 17 Καθώς όμως είδαν όλο εκείνο το στράτευμα να έρχεται εναντίον τους, οι άντρες του Ιούδα του είπαν: «Πώς είναι δυνατόν εμείς οι λίγοι να πολεμήσουμε εναντίον αυτού του ισχυρού στρατού; Εδώ κοντεύουμε να λιποθυμήσουμε από την πείνα». 18 Ο Ιούδας τους απάντησε: «Είναι εύκολο πράγμα οι πολλοί να πέσουν στα χέρια των λίγων· για το Θεό του ουρανού είναι το ίδιο να εξασφαλίζει σωτηρία και με πολλούς και με λίγους. 19 Γιατί η νίκη στον πόλεμο δεν εξαρτάται από τη μεγάλη δύναμη αλλά από τη δύναμη που έρχεται απτον ουρανό. 20 Αυτοί έρχονται εναντίον μας γεμάτοι υπερηφάνεια και αδικία για να καταστρέψουν εμάς, τις γυναίκες μας και τα παιδιά μας και για να μας πάρουν σαν λάφυρα. 21 Εμείς όμως πολεμάμε για τη ζωή μας και τους νόμους μας 22 κι ο Κύριος θα τους εξαφανίσει από μπροστά μας· φτάνει εσείς να μην τους φοβόσαστε». 23 Όταν τελείωσε τα λόγια του ο Ιούδας, έκανε αμέσως αιφνιδιαστική επίθεση και κατατρόπωσε το Σήρωνα και το στρατό του. 24 Οι άντρες του τους καταδίωξαν στον κατήφορο που οδηγεί από τη Βαιθωρών στην πεδιάδα. Οκτακόσιοι απαυτούς σκοτώθηκαν και οι υπόλοιποι έφυγαν στη χώρα των Φιλισταίων. 25 Έτσι, όλα τα γύρω έθνη άρχισαν να φοβούνται τον Ιούδα και τους αδερφούς του. 26 Η φήμη του Ιούδα έφτασε μέχρι το βασιλιά Αντίοχο, και όλα τα έθνη μιλούσαν για τις μάχες που είχε δώσει.

Ο βασιλιάς αναθέτει στο Λυσία να εξοντώσει τους Ιουδαίους

27 Όταν ο βασιλιάς Αντίοχος έμαθε τι είχε συμβεί, οργίστηκε φοβερά κι έστειλε και συγκέντρωσε όλες τις δυνάμεις του κράτους του και συγκρότησε έναν πανίσχυρο στρατό. 28 Άνοιξε το θησαυροφυλάκιό του κι έδωσε στους στρατιώτες του μισθούς για ένα χρόνο και τους διέταξε να είναι έτοιμοι για όπου τους χρειαστεί. 29 Αντιλήφθηκε όμως ότι τα θησαυροφυλάκια είχαν αδειάσει, ενώ οι φόροι της χώρας ήταν μηδαμινοί εξαιτίας του διχασμού και των ζημιών που είχαν προκληθεί επειδή είχαν παραβιαστεί οι νόμοι που ίσχυαν από τους προηγούμενους βασιλιάδες. 30 Φοβήθηκε λοιπόν μήπως δε μπορούσε ναντιμετωπίσει τις δαπάνες ή να δώσει δώρα, όπως είχε δώσει προηγουμένως απλόχερα μια δυο φορές, έτσι ώστε να ξεπερνάει σε γενναιοδωρία τούς πριν απαυτόν βασιλιάδες. 31 Βρισκόταν σε μεγάλο αδιέξοδο και γιαυτό αποφάσισε να πάει στην Περσία για να εισπράξει τους φόρους από τις εκεί επαρχίες. Έτσι θα συγκέντρωνε πολύ χρήμα. 32 Στη θέση του άφησε το Λυσία, άνθρωπο ευγενή, που ανήκε στη βασιλική οικογένεια, να επιβλέπει τις υποθέσεις του βασιλείου στην περιοχή από τον ποταμό Ευφράτη μέχρι τα σύνορα της Αιγύπτου, 33 και νανατρέφει το γιο του τον Αντίοχο,τον Αντίοχο. Δηλ. τον κατοπινό Αντίοχο Ε΄ τον Ευπάτορα. μέχρις ότου ο ίδιος επιστρέψει. 34 Ακόμα του έδωσε το μισό στρατό και τους ελέφαντες· του έδωσε εντολές τι να κάνει μαυτούς που κατοικούσαν στην Ιουδαία και στην Ιερουσαλήμ: 35 Τον διάταζε να στείλει εναντίον τους στρατό για να καταστρέψει και να εξαφανίσει κάθε ίχνος τους από τη γη, 36 να φέρει ξένους να κατοικήσουν σόλη τη χώρα τους και να μοιράσει τη γη τους με κλήρο. 37 Ο βασιλιάς ο ίδιος πήρε τον άλλο μισό στρατό και ξεκίνησε από την Αντιόχεια, την πρωτεύουσα, το έτος 147. Διάβηκε τον Ευφράτη και διάβαινε μέσα από τις ορεινές χώρες.Το έτος 147, δηλ. το 165 π.Χ. – Οι ορεινές χώρες είναι τα υψίπεδα του σημερινού Ιράν.

Ο Λυσίας στέλνει στην Ιουδαία το Γοργία και το Νικάνορα

38 Ο Λυσίας διάλεξε τον Πτολεμαίο, γιο του Δορυμένους, το Νικάνορα και το Γοργία, άντρες δυνατούς, από τους "φίλους του βασιλιά". 39 Μαυτούς έστειλε σαράντα χιλιάδες άντρες πεζούς και εφτά χιλιάδες καβαλάρηδες, για να έρθουν στη χώρα του Ιούδα και να την καταστρέψουν, σύμφωνα με τη διαταγή του βασιλιά. 40 Ξεκίνησαν, λοιπόν, αυτοί με όλο το στρατό τους και ήρθαν και στρατοπέδευσαν κοντά στην Αμμαούς, στην πεδινή περιοχή. 41 Όταν οι έμποροι της περιοχής έμαθαν γιαυτόν τον τεράστιο στρατό, πήραν άφθονο ασήμι και χρυσάφι, ακόμα κι αλυσίδες και ήρθαν στο στρατόπεδο να αγοράσουν αιχμαλώτους Ισραηλίτες για δούλους. Μαζί τους ήρθε και στρατιωτική δύναμη από την ΙδουμαίαΙδουμαία. Το πιθανό κείμενο. Το πρωτότυπο έχει «τη Συρία». Η Ιδουμαία ως τμήμα της αρχαίας Εδώμ, εκτεινόταν μέχρι τα νότια της Ιουδαίας. και τη Φιλισταία.

Οι Ισραηλίτες προετοιμάζονται για τη μάχη

42 Ο Ιούδας και ταδέρφια του κατάλαβαν ότι η κατάσταση γινόταν όλο και πιο κρίσιμη, γιατί ξένες δυνάμεις άρχισαν να συγκεντρώνονται στα σύνορά τους· κατάλαβαν επίσης καλά πως ο βασιλιάς ήταν αυτός που είχε διατάξει να καταστρέψουν το λαό τους και να τους εξοντώσουν ολοκληρωτικά. 43 Είπαν, λοιπόν, μεταξύ τους: «Εμπρός να αποκαταστήσουμε το γόητρο του λαού μας! Να πολεμήσουμε για το λαό μας και για τους ιερούς τόπους μας». 44 Έτσι συγκεντρώθηκαν όλοι για να ετοιμαστούν για πόλεμο και να προσευχηθούν για να ζητήσουν το έλεος και την ευσπλαχνία του Θεού.

45 Άδεια σαν έρημος είναι η Ιερουσαλήμ,

κανείς απτους κατοίκους της

σαυτήν δεν μπαινοβγαίνει.

Καταπατήθηκε ο ναός,

ξένοι περιδιαβάζουν την ακρόπολη,

που κατοικία έχει γίνει των εθνών.

Κάθε χαρά έχει χαθεί απτους Ισραηλίτες·

σταμάτησαν νακούγονται η άρπα κι ο αυλός.

46 Οι Ιουδαίοι συγκεντρώθηκαν και ήρθαν στη Μασσηφά, απέναντι απτην Ιερουσαλήμ, γιατί η Μασσηφά ήταν παλιά τόπος προσευχής των Ισραηλιτών. 47 Εκείνη την ημέρα νήστεψαν και φόρεσαν πένθιμες ποδιές, έβαλαν στάχτη στα κεφάλια τους και ξέσκιζαν τα ρούχα τους. 48 Έπειτα άνοιξαν το βιβλίο του νόμου για να το συμβουλευτούν, όπως τα έθνη ζητούσαν οδηγία από τα ομοιώματα των ειδώλων τους. 49 Έφεραν τις στολές των ιερέων, τα πρωτογεννήματα και τις δεκάτες· ξεσήκωσαν όσους Ναζηραίους είχαν συμπληρώσει τις ημέρες της αφιέρωσής τους 50 και προσευχήθηκαν με θέρμη στο Θεό και είπαν: «Τι να κάνουμε, Κύριε, μαυτούς και πού να τους μεταφέρουμε; 51 Ο ναός σου έχει καταπατηθεί κι έχει βεβηλωθεί και οι ιερείς σου υποφέρουν κι εξευτελίζονται. 52 Τα έθνη έχουν συνασπισθεί εναντίον μας για να μας εξοντώσουν. Εσύ γνωρίζεις τι σκέπτονται εναντίον μας. 53 Πώς θα μπορέσουμε να τους αντιμετωπίσουμε αν εσύ, Κύριε, δε μας βοηθήσεις;» 54 Τότε σάλπισαν με τις σάλπιγγες κι αλάλαξαν δυνατά.

55 Ύστερα ο Ιούδας τοποθέτησε αρχηγούς στο λαό, χιλίαρχους, εκατόνταρχους, πεντηκόνταρχους και δέκαρχους. 56 Και πρόσταξε, όσοι έχτιζαν σπίτια, όσοι ήταν αρραβωνιασμένοι, όσοι φύτευαν αμπέλια και όσοι φοβούνταν, να γυρίσουν καθένας σπίτι του, όπως όριζε ο νόμος. 57 Έπειτα ο στρατός μετακινήθηκε και στρατοπέδευσε νότια της Αμμαούς. 58 Τότε ο Ιούδας τους είπε: «Ζωστείτε τα όπλα σας, πάρτε θάρρος και ετοιμαστείτε, ώστε το πρωί να πολεμήσουμε αυτά τα έθνη που έχουν συνασπιστεί εναντίον μας, για να εξαφανίσουν εμάς και τα ιερά μας. 59 Είναι προτιμότερο να σκοτωθούμε στον πόλεμο παρά να δούμε την καταστροφή του έθνους μας και των ιερών τόπων μας. 60 Ας πράξουμε κατά πώς θέλει ο Θεός».

1 Then his son Judas, called Maccabeus, rose up in his stead.

2 And all his brethren helped him, and so did all they that held with his father, and they fought with cheerfulness the battle of Israel.

3 So he gat his people great honour, and put on a breastplate as a giant, and girt his warlike harness about him, and he made battles, protecting the host with his sword.

4 In his acts he was like a lion, and like a lion’s whelp roaring for his prey.

5 For He pursued the wicked, and sought them out, and burnt up those that vexed his people.

6 Wherefore the wicked shrunk for fear of him, and all the workers of iniquity were troubled, because salvation prospered in his hand.

7 He grieved also many kings, and made Jacob glad with his acts, and his memorial is blessed for ever.

8 Moreover he went through the cities of Juda, destroying the ungodly out of them, and turning away wrath from Israel:

9 So that he was renowned unto the utmost part of the earth, and he received unto him such as were ready to perish.

10 Then Apollonius gathered the Gentiles together, and a great host out of Samaria, to fight against Israel.

11 Which thing when Judas perceived, he went forth to meet him, and so he smote him, and slew him: many also fell down slain, but the rest fled.

12 Wherefore Judas took their spoils, and Apolloniussword also, and therewith he fought all his life long.

13 Now when Seron, a prince of the army of Syria, heard say that Judas had gathered unto him a multitude and company of the faithful to go out with him to war;

14 He said, I will get me a name and honour in the kingdom; for I will go fight with Judas and them that are with him, who despise the king’s commandment.

15 So he made him ready to go up, and there went with him a mighty host of the ungodly to help him, and to be avenged of the children of Israel.

16 And when he came near to the going up of Bethhoron, Judas went forth to meet him with a small company:

17 Who, when they saw the host coming to meet them, said unto Judas, How shall we be able, being so few, to fight against so great a multitude and so strong, seeing we are ready to faint with fasting all this day?

18 Unto whom Judas answered, It is no hard matter for many to be shut up in the hands of a few; and with the God of heaven it is all one, to deliver with a great multitude, or a small company:

19 For the victory of battle standeth not in the multitude of an host; but strength cometh from heaven.

20 They come against us in much pride and iniquity to destroy us, and our wives and children, and to spoil us:

21 But we fight for our lives and our laws.

22 Wherefore the Lord himself will overthrow them before our face: and as for you, be ye not afraid of them.

23 Now as soon as he had left off speaking, he leapt suddenly upon them, and so Seron and his host was overthrown before him.

24 And they pursued them from the going down of Bethhoron unto the plain, where were slain about eight hundred men of them; and the residue fled into the land of the Philistines.

25 Then began the fear of Judas and his brethren, and an exceeding great dread, to fall upon the nations round about them:

26 Insomuch as his fame came unto the king, and all nations talked of the battles of Judas.

27 Now when king Antiochus heard these things, he was full of indignation: wherefore he sent and gathered together all the forces of his realm, even a very strong army.

28 He opened also his treasure, and gave his soldiers pay for a year, commanding them to be ready whensoever he should need them.

29 Nevertheless, when he saw that the money of his treasures failed and that the tributes in the country were small, because of the dissension and plague, which he had brought upon the land in taking away the laws which had been of old time;

30 He feared that he should not be able to bear the charges any longer, nor to have such gifts to give so liberally as he did before: for he had abounded above the kings that were before him.

31 Wherefore, being greatly perplexed in his mind, he determined to go into Persia, there to take the tributes of the countries, and to gather much money.

32 So he left Lysias, a nobleman, and one of the blood royal, to oversee the affairs of the king from the river Euphrates unto the borders of Egypt:

33 And to bring up his son Antiochus, until he came again.

34 Moreover he delivered unto him the half of his forces, and the elephants, and gave him charge of all things that he would have done, as also concerning them that dwelt in Juda and Jerusalem:

35 To wit, that he should send an army against them, to destroy and root out the strength of Israel, and the remnant of Jerusalem, and to take away their memorial from that place;

36 And that he should place strangers in all their quarters, and divide their land by lot.

37 So the king took the half of the forces that remained, and departed from Antioch, his royal city, the hundred forty and seventh year; and having passed the river Euphrates, he went through the high countries.

38 Then Lysias chose Ptolemee the son of Dorymenes, Nicanor, and Gorgias, mighty men of the king’s friends:

39 And with them he sent forty thousand footmen, and seven thousand horsemen, to go into the land of Juda, and to destroy it, as the king commanded.

40 So they went forth with all their power, and came and pitched by Emmaus in the plain country.

41 And the merchants of the country, hearing the fame of them, took silver and gold very much, with servants, and came into the camp to buy the children of Israel for slaves: a power also of Syria and of the land of the Philistines joined themselves unto them.

42 Now when Judas and his brethren saw that miseries were multiplied, and that the forces did encamp themselves in their borders: for they knew how the king had given commandment to destroy the people, and utterly abolish them;

43 They said one to another, Let us restore the decayed fortune of our people, and let us fight for our people and the sanctuary.

44 Then was the congregation gathered together, that they might be ready for battle, and that they might pray, and ask mercy and compassion.

45 Now Jerusalem lay void as a wilderness, there was none of her children that went in or out: the sanctuary also was trodden down, and aliens kept the strong hold; the heathen had their habitation in that place; and joy was taken from Jacob, and the pipe with the harp ceased.

46 Wherefore the Israelites assembled themselves together, and came to Maspha, over against Jerusalem; for in Maspha was the place where they prayed aforetime in Israel.

47 Then they fasted that day, and put on sackcloth, and cast ashes upon their heads, and rent their clothes,

48 And laid open the book of the law, wherein the heathen had sought to paint the likeness of their images.

49 They brought also the priestsgarments, and the firstfruits, and the tithes: and the Nazarites they stirred up, who had accomplished their days.

50 Then cried they with a loud voice toward heaven, saying, What shall we do with these, and whither shall we carry them away?

51 For thy sanctuary is trodden down and profaned, and thy priests are in heaviness, and brought low.

52 And lo, the heathen are assembled together against us to destroy us: what things they imagine against us, thou knowest.

53 How shall we be able to stand against them, except thou, O God, be our help?

54 Then sounded they with trumpets, and cried with a loud voice.

55 And after this Judas ordained captains over the people, even captains over thousands, and over hundreds, and over fifties, and over tens.

56 But as for such as were building houses, or had betrothed wives, or were planting vineyards, or were fearful, those he commanded that they should return, every man to his own house, according to the law.

57 So the camp removed, and pitched upon the south side of Emmaus.

58 And Judas said, arm yourselves, and be valiant men, and see that ye be in readiness against the morning, that ye may fight with these nations, that are assembled together against us to destroy us and our sanctuary:

59 For it is better for us to die in battle, than to behold the calamities of our people and our sanctuary.

60 Nevertheless, as the will of God is in heaven, so let him do.

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-04_23-13-58-