1 Το έτος 149Δηλ. το 163 π.Χ. ο Μακκαβαίος και οι άντρες του πληροφορήθηκαν πως ο Αντίοχος ο Ευπάτορας προχωρούσε με πολύ στρατό εναντίον της Ιουδαίας. 2 Ο βασιλιάς συνοδευόταν από τον αντιβασιλέα Λυσία, ο οποίος ήταν και διαχειριστής των βασιλικών υποθέσεων. Καθένας τους ήταν επικεφαλής ελληνικών στρατευμάτων από εκατόν δέκα χιλιάδες πεζούς και πέντε χιλιάδες τριακόσιους ιππείς, είκοσι δύο ελέφαντες και τριακόσια άρματα δρεπανηφόρα.
3 Μαζί μ’ αυτούς τους δυο ενώθηκε ο Μενέλαος, ο οποίος με μεγάλη υποκρισία ενθάρρυνε τον Αντίοχο να συνεχίσει την εκστρατεία του. Στην πραγματικότητα δεν ενδιαφερόταν για τη χώρα του, αλλά επιδίωκε να διοριστεί στο αξίωμα του αρχιερέα. 4 Ο Θεός όμως, ο βασιλιάς των βασιλιάδων, διέθεσε τον Αντίοχο εναντίον του Μενέλαου. Ο Λυσίας απέδειξε στον Αντίοχο ότι αυτός ο ασεβής ήταν η αιτία όλων των συμφορών του· γι’ αυτό κι ο βασιλιάς διέταξε να φέρουν το Μενέλαο στη Βέροια και να τον θανατώσουν εκεί με τη μέθοδο που συνηθίζεται σ’ εκείνα τα μέρη.
5 Συγκεκριμένα εκεί υπάρχει ένας πύργος πενήντα πήχεις ύψος, γεμάτος με στάχτη. Μια κυκλική ράμπα ξεκινούσε απότομα από ψηλά και κατέληγε μέσα στη στάχτη. 6 Εκεί πήγαιναν όποιους είχαν καταδικαστεί για ιεροσυλία ή για οποιοδήποτε άλλο σοβαρό έγκλημα και τον έριχναν από ψηλά στο θάνατο. 7 Έτσι ο άνομος Μενέλαος κατέληξε να πεθάνει δίχως να ταφεί, 8 όπως άλλωστε του άξιζε. Είχε πολλές φορές προσβάλει τις ιερές στάχτες του θυσιαστηρίου, και τώρα έβρισκε το θάνατο μέσα σε στάχτες.
9 Ο βασιλιάς Αντίοχος ερχόταν τώρα με βάρβαρες διαθέσεις, για να προξενήσει στους Ιουδαίους χειρότερες συμφορές απ’ όσες τους είχε προξενήσει ο πατέρας του. 10 Όταν το έμαθε αυτό ο Ιούδας, παράγγειλε στο λαό να ικετεύουν μέρα και νύχτα τον Κύριο να τους βοηθήσει τώρα που κινδύνευαν να χάσουν το νόμο τους, την πατρίδα τους και τον άγιο ναό τους. 11 Ακόμη να τον παρακαλέσουν ώστε ο λαός που τώρα μόλις είχε αρχίσει να ανασαίνει, να μην ξαναγυρίσει πίσω και υποδουλωθεί στα ασεβή έθνη. 12 Παρακαλούσαν, λοιπόν, όλοι μαζί το σπλαχνικό Κύριο με κλάματα, νηστείες και γονυκλισίες επί τρεις συνεχείς ημέρες. Μετά ο Ιούδας τους εμψύχωσε και τους κάλεσε να τον ακολουθήσουν.
13 Ο ίδιος έκανε συμβούλιο με τους πρεσβυτέρους κι αποφάσισαν, προτού ο στρατός του βασιλιά μπει στην Ιουδαία και καταλάβει την Ιερουσαλήμ, αυτοί να βγουν έξω και με τη βοήθεια του Θεού ν’ αντιμετωπίσουν την κατάσταση. 14 Έτσι στρατοπέδευσε κοντά στη Μωδεΐν κι ανέθεσε την έκβαση του αγώνα στο δημιουργό του σύμπαντος και παρότρυνε τους στρατιώτες του να πολεμήσουν με γενναιότητα μέχρι θανάτου για τους νόμους, το ναό και την πόλη, για την πατρίδα και το δικό τους τρόπο ζωής.
15 Ο Ιούδας έδωσε στους άντρες του για σύνθημα στη μάχη την κραυγή «η νίκη είναι του Θεού». Μετά πήρε μαζί του τους πιο γενναίους και γυμνασμένους άντρες του και έκανε τη νύχτα έφοδο στην περιοχή γύρω από τη σκηνή του βασιλιά. Μέσα στο εχθρικό στρατόπεδο σκότωσε δύο χιλιάδες περίπου άντρες. Επίσης σκότωσαν τον καλύτερο ελέφαντα και το φρουρό του. 16 Σκόρπισαν τον πανικό στο στρατόπεδο κι έφυγαν νικητές, 17 όταν πια είχε αρχίσει να χαράζει. Όλα έγιναν με τη βοήθεια και κάτω από την προστασία του Κυρίου προς τον Ιούδα.
18 Τώρα ο βασιλιάς Αντίοχος, έχοντας πείρα από την τόλμη των Ιουδαίων, προσπαθούσε με άλλους τρόπους να καταλάβει τα μέρη τους. 19 Επιτέθηκε, λοιπόν, επανειλημμένα στη Βαιθσούρα, ένα από τα οχυρά φρούρια των Ιουδαίων, αλλά έχασε πολλές δυνάμεις και τελικά κατατροπώθηκε. 20 Ο Ιούδας έστειλε τα αναγκαία εφόδια στη φρουρά που ήταν μέσα. 21 Ένας Ιουδαίος στρατιώτης, που ονομαζόταν Ρόδοκος, πρόδωσε μυστικά στους εχθρούς. Τον συνέλαβαν όμως και τον έκλεισαν φυλακή. 22 Ο βασιλιάς διαπραγματεύτηκε για δεύτερη φορά με τους κατοίκους της Βαιθσούρας κι αφού δόθηκαν εγγυήσεις κι από τα δύο μέρη, αποχώρησε. Μετά επιτέθηκε εναντίον του Ιούδα αλλά και πάλι νικήθηκε.
23 Στο μεταξύ, ο Φίλιππος είχε μείνει στην Αντιόχεια, υπεύθυνος για τη διακυβέρνηση του κράτους, αλλά ο βασιλιάς Αντίοχος έμαθε πως είχε παραφρονήσει. Μη ξέροντας τι να κάνει ο βασιλιάς, κάλεσε τους Ιουδαίους κι έκανε ειρήνη μαζί τους με τους δικούς τους όρους· συμφώνησε μαζί τους να σεβαστεί όλα τα δίκαια αιτήματά τους. Για να επισφραγίσει μάλιστα αυτή τη συμφωνία, πρόσφερε θυσία κι αφιέρωσε πλούσια δώρα στο ναό για να δείξει το σεβασμό του σ’ αυτόν· 24 επίσης δέχτηκε με τιμές τον Ιούδα το Μακκαβαίο.
Μετά απ’ όλα αυτά τα γεγονότα, ο βασιλιάς διόρισε κυβερνήτη τον Ηγεμονίδη στην περιοχή από την Πτολεμαΐδα μέχρι τα Γερρηνά, 25 κι ο ίδιος πήγε στην Πτολεμαΐδα. Οι κάτοικοι της πόλης δυσανασχετούσαν για τη συμφωνία που είχε κάνει ο βασιλιάς με τους Ιουδαίους και ήταν τόσο εξαγριωμένοι, που ήθελαν να την ακυρώσουν. 26 Αλλά ο Λυσίας με δημόσια ομιλία του υποστήριξε όσο μπορούσε τη συμφωνία. Κι αφού ηρέμησε το λαό και τους έπεισε ότι είχε δίκιο, επέστρεψε στην Αντιόχεια.
Αυτή ήταν η εξέλιξη της εκστρατείας του βασιλιά Αντιόχου στην Ιουδαία και η υποχώρησή του.
1 In the hundred forty and ninth year it was told Judas, that Antiochus Eupator was coming with a great power into Judea,
2 And with him Lysias his protector, and ruler of his affairs, having either of them a Grecian power of footmen, an hundred and ten thousand, and horsemen five thousand and three hundred, and elephants two and twenty, and three hundred chariots armed with hooks.
3 Menelaus also joined himself with them, and with great dissimulation encouraged Antiochus, not for the safeguard of the country, but because he thought to have been made governor.
4 But the King of kings moved Antiochus’ mind against this wicked wretch, and Lysias informed the king that this man was the cause of all mischief, so that the king commanded to bring him unto Berea, and to put him to death, as the manner is in that place.
5 Now there was in that place a tower of fifty cubits high, full of ashes, and it had a round instrument which on every side hanged down into the ashes.
6 And whosoever was condemned of sacrilege, or had committed any other grievous crime, there did all men thrust him unto death.
7 Such a death it happened that wicked man to die, not having so much as burial in the earth; and that most justly:
8 For inasmuch as he had committed many sins about the altar, whose fire and ashes were holy, he received his death in ashes.
9 Now the king came with a barbarous and haughty mind to do far worse to the Jews, than had been done in his father’s time.
10 Which things when Judas perceived, he commanded the multitude to call upon the Lord night and day, that if ever at any other time, he would now also help them, being at the point to be put from their law, from their country, and from the holy temple:
11 And that he would not suffer the people, that had even now been but a little refreshed, to be in subjection to the blasphemous nations.
12 So when they had all done this together, and besought the merciful Lord with weeping and fasting, and lying flat upon the ground three days long, Judas, having exhorted them, commanded they should be in a readiness.
13 And Judas, being apart with the elders, determined, before the king’s host should enter into Judea, and get the city, to go forth and try the matter in fight by the help of the Lord.
14 So when he had committed all to the Creator of the world, and exhorted his soldiers to fight manfully, even unto death, for the laws, the temple, the city, the country, and the commonwealth, he camped by Modin:
15 And having given the watchword to them that were about him, Victory is of God; with the most valiant and choice young men he went in into the king’s tent by night, and slew in the camp about four thousand men, and the chiefest of the elephants, with all that were upon him.
16 And at last they filled the camp with fear and tumult, and departed with good success.
17 This was done in the break of the day, because the protection of the Lord did help him.
18 Now when the king had taken a taste of the manliness of the Jews, he went about to take the holds by policy,
19 And marched toward Bethsura, which was a strong hold of the Jews: but he was put to flight, failed, and lost of his men:
20 For Judas had conveyed unto them that were in it such things as were necessary.
21 But Rhodocus, who was in the Jews’ host, disclosed the secrets to the enemies; therefore he was sought out, and when they had gotten him, they put him in prison.
22 The king treated with them in Bethsura the second time, gave his hand, took their’s, departed, fought with Judas, was overcome;
23 Heard that Philip, who was left over the affairs in Antioch, was desperately bent, confounded, intreated the Jews, submitted himself, and sware to all equal conditions, agreed with them, and offered sacrifice, honoured the temple, and dealt kindly with the place,
24 And accepted well of Maccabeus, made him principal governor from Ptolemais unto the Gerrhenians;
25 Came to Ptolemais: the people there were grieved for the covenants; for they stormed, because they would make their covenants void:
26 Lysias went up to the judgment seat, said as much as could be in defence of the cause, persuaded, pacified, made them well affected, returned to Antioch. Thus it went touching the king’s coming and departing.
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.