Publicidade

2 Maccabees 6

KJV
Ο βασιλιάς υποχρεώνει τους Ιουδαίους σε ειδωλολατρία

1 Μετά από λίγον καιρό, ο βασιλιάς Αντίοχος έστειλε στην Ιερουσαλήμ έναν Αθηναίο γέρονταΑθηναίο γέροντα. Η μετ. είναι με επιφύλαξη. Πιθανόν να πρόκειται για κύριο όνομα ("Γέρων") ή για κάποιον πράγματι γέροντα. για ναναγκάσει τους Ιουδαίους να εγκαταλείψουν τους νόμους του Θεού και τα πατροπαράδοτα έθιμά τους. 2 Επίσης είχε σκοπό να βεβηλώσει και το ναό στα Ιεροσόλυμα και να τον μετονομάσει σε ναό του Ολυμπίου Διός· επίσης το ναό στο όρος Γαριζίν ήθελε να τον μετονομάσει σε ναό του Διός, προστάτη των ξένων, όπως επιθυμούσαν οι κάτοικοι του τόπου.

3 Η καταπίεση αυτή ήταν μεγάλη κι αβάσταχτη για το λαό. 4 Ο ναός είχε γεμίσει αλλόθρησκους, που επιδίδονταν σε ασωτείες και μεθύσια. Περνούσαν τον καιρό τους με πόρνες στις ιερές αυλές και μετέφεραν μέσα στο ναό απαγορευμένα πράγματα. 5 Επίσης στο θυσιαστήριο προσφέρονταν μιαρά σφάγια, που απαγορεύονταν από τους νόμους μας. 6 Κανείς δεν επιτρεπόταν να τηρεί την αργία του Σαββάτου ή τις πατροπαράδοτες γιορτές ούτε καν να ομολογεί πως είναι Ιουδαίος. 7 Κάθε μήνα που γιορταζόταν η ημέρα των γενεθλίων του βασιλιά έρχονταν αναγκαστικά οι Ιουδαίοι και γεμάτοι πίκρα έτρωγαν από τις θυσίες. Κι όταν γιορτάζονταν τα Διονύσια, συμμετείχαν υποχρεωτικά στην πομπή προς τιμήν του Διονύσου κρατώντας κισσούς στα χέρια.

8 Επίσης με σύσταση του Πτολεμαίουτου Πτολεμαίου. Τα συριακά χειρ. έχουν «των κατοίκων της Πτολεμαΐδας». διατάχθηκαν οι γειτονικές ελληνικές πόλεις να υποχρεώνουν τους Ιουδαίους να τηρούν τα έθιμα των εθνικών και να τρώνε από τις θυσίες τους. 9 Επίσης διατάχθηκαν να σκοτώνουν όσους Ιουδαίους δε θα ήταν πρόθυμοι να υιοθετήσουν τα ελληνικά έθιμα.

Εύκολα λοιπόν μπορούσε κανείς να δει τη συμφορά που τους περίμενε. 10 Δυο γυναίκες που ανακαλύφθηκαν να έχουν κάνει περιτομή στα παιδιά τους, διαπομπεύθηκαν στην πόλη με τα βρέφη κρεμασμένα στα στήθη τους και τέλος τις γκρέμισαν από το τείχος. 11 Κάποιους άλλους, που είχαν καταφύγει ομαδικά στις γύρω σπηλιές για να γιορτάσουν κρυφά το Σάββατο, τους κατήγγειλαν στο Φίλιππο και τους έκαψαν όλους μαζί. Αυτοί, προκειμένου να τιμήσουν την ιερότερη μέρα, αυτήν του Σαββάτου, δεν έκαναν τίποτε για να προστατεύσουν τους εαυτούς τους.

Η εύνοια του Θεού προς το λαό του

12 Τώρα, λοιπόν, παρακαλώ όσους θα διαβάσουν αυτό το βιβλίο να μην αποθαρρυνθούν απαυτές τις συμφορές. Πρέπει να ξέρουν ότι αυτές δεν είναι για την καταστροφή αλλά για τη διαπαιδαγώγηση του λαού μας. 13 Κι απόδειξη της μεγάλης ευεργεσίας που γίνεται στο λαό μας είναι ότι αυτοί που του κάνουν κακό δεν αφήνονται για πολύ χρόνο, αλλά τιμωρούνται αμέσως. 14 Δε συμβαίνει όπως με τα άλλα έθνη. Εκείνα ο Κύριος τα περιμένει υπομονετικά να φτάσουν στον υπέρτατο βαθμό αμαρτίας για να τα τιμωρήσει. Για μας όμως δεν αποφάσισε έτσι. 15 Εμάς μας τιμωρεί πριν φτάσουμε στο αποκορύφωμα της αμαρτίας μας. 16 Έτσι ο Κύριος ποτέ δεν αποσύρει την ευσπλαχνία του από μας. Κι όταν ακόμα μας τιμωρεί με συμφορές, δεν εγκαταλείπει τελείως το λαό του. 17 Όλα αυτά τα είπα σαν μια υπενθύμιση για μας. Και τώρα επανερχόμαστε στις διηγήσεις μας συνοπτικά.

Η δοκιμασία ενός γέροντα

18 Ήταν ένας ηλικιωμένος άντρας και πάρα πολύ εμφανίσιμος, από τους πρώτους γραμματείς, που ονομαζόταν Ελεάζαρος. Αυτόν τον υποχρέωσαν να φάει χοιρινό κρέας κρατώντας του βίαια το στόμα ανοιχτό. 19,20 Προτίμησε όμως να πεθάνει έντιμος παρά να ζει ντροπιασμένος. Έφτυσε λοιπόν το κρέας και προχώρησε με τη θέλησή του προς τα βασανιστήρια. Έτσι πρέπει να πηγαίνουν στα βασανιστήρια αυτοί που έχουν αποφασίσει να απέχουν από τις τροφές που απαγορεύει ο νόμος, όσο κι αν αγαπούν τη ζωή.

21 Αυτοί που είχαν διοριστεί να επιβάλουν τη συμμετοχή των Ιουδαίων στις θυσίες των εθνικών, πράγμα ενάντιο στο νόμο μας, ήταν παλιοί φίλοι του Ελεάζαρου και γιαυτό τον πήραν κατά μέρος και τον παρακαλούσαν να πάει να φέρει κρέατα που επιτρεπόταν να φάει και που θα τα είχε μαγειρέψει ο ίδιος και να προσποιηθεί δημόσια ότι τρώει τα κρέατα των θυσιών, που τον διέταζε ο βασιλιάς. 22 Μαυτόν τον τρόπο και ο ίδιος θα γλίτωνε από το θάνατο και λόγω της παλιάς φιλίας μαζί τους θα τύγχανε καλής μεταχειρίσεως.

23 Αυτός όμως σκέφτηκε σοβαρά και όπως ταίριαζε στην ηλικία του. Τάσπρα του μαλλιά τα είχε αποκτήσει ζώντας έντιμα, και είχε από μικρός άριστη ανατροφή. Έλαβε υπόψη του τον ιερό νόμο του Θεού, κι απάντησε ζητώντας να τον στείλουν αμέσως στο θάνατο. 24 «Δεν αρμόζει», είπε, «στην ηλικία μου να κάνω τέτοιες προσποιήσεις. Πολλοί από τους νέους θα νομίσουν πως ο ενενηντάχρονος Ελεάζαρος προσχώρησε στη θρησκεία των αλλοφύλων. 25 Ύστερα κι αυτοί, βλέποντας τη δική μου υποκρισία και θέλοντας να ζήσουν λίγο περισσότερο, θα πλανηθούν εξαιτίας μου. Έτσι θα μολυνθώ αλλά και θα στιγματιστώ τώρα στα γηρατειά μου. 26 Κι αν τώρα προσωρινά αποφύγω την τιμωρία των ανθρώπων, δεν θα μπορέσω να αποφύγω την τιμωρία του παντοδύναμου Κυρίου είτε τώρα σαυτήν τη ζωή είτε όταν πεθάνω. 27 Έτσι, αν τώρα πεθάνω με γενναιότητα, δε θα ντροπιάσω τα γηρατειά μου, 28 και παράλληλα θα έχω αφήσει στους νεότερους παράδειγμα πώς να πεθαίνουν με εντιμότητα, προθυμία και γενναιότητα στο όνομα των σεπτών και αγίων νόμων μας».

Λέγοντας αυτά προχώρησε αμέσως προς τα βασανιστήρια. 29 Αυτοί που τον οδηγούσαν και που πριν από λίγο ήταν φίλοι του, άλλαξαν αισθήματα απέναντί του κι έγιναν εχθροί του, γιατί πίστευαν ότι τα όσα είπε ήταν καθαρή τρέλα. 30 Αλλά την ώρα που ο Ελεάζαρος πέθαινε από τις πληγές αναστέναξε και είπε: «Ο Κύριος που κατέχει όλη την αληθινή γνώση, ξέρει ότι μολονότι μου δόθηκε δυνατότητα ναποφύγω το θάνατο, προτίμησα να υποφέρω φρικτούς πόνους από μαστιγώσεις στο σώμα. Η ψυχή μου, όμως, τα υπομένει όλα με χαρά, γιατί σέβομαι τον Κύριο». 31 Μαυτόν τον τρόπο πέθανε ο Ελεάζαρος, κι έγινε ο θάνατός του παράδειγμα θάρρους και γενναιότητας και μνημείο αρετής όχι μόνο για τους νέους αλλά και για τους περισσότερους από τους ομοεθνείς του.

1 Not long after this the king sent an old man of Athens to compel the Jews to depart from the laws of their fathers, and not to live after the laws of God:

2 And to pollute also the temple in Jerusalem, and to call it the temple of Jupiter Olympius; and that in Garizim, of Jupiter the Defender of strangers, as they did desire that dwelt in the place.

3 The coming in of this mischief was sore and grievous to the people:

4 For the temple was filled with riot and revelling by the Gentiles, who dallied with harlots, and had to do with women within the circuit of the holy places, and besides that brought in things that were not lawful.

5 The altar also was filled with profane things, which the law forbiddeth.

6 Neither was it lawful for a man to keep sabbath days or ancient fasts, or to profess himself at all to be a Jew.

7 And in the day of the king’s birth every month they were brought by bitter constraint to eat of the sacrifices; and when the fast of Bacchus was kept, the Jews were compelled to go in procession to Bacchus, carrying ivy.

8 Moreover there went out a decree to the neighbour cities of the heathen, by the suggestion of Ptolemee, against the Jews, that they should observe the same fashions, and be partakers of their sacrifices:

9 And whoso would not conform themselves to the manners of the Gentiles should be put to death. Then might a man have seen the present misery.

10 For there were two women brought, who had circumcised their children; whom when they had openly led round about the city, the babes hanging at their breasts, they cast them down headlong from the wall.

11 And others, that had run together into caves near by, to keep the sabbath day secretly, being discovered by Philip, were all burnt together, because they made a conscience to help themselves for the honour of the most sacred day.

12 Now I beseech those that read this book, that they be not discouraged for these calamities, but that they judge those punishments not to be for destruction, but for a chastening of our nation.

13 For it is a token of his great goodness, when wicked doers are not suffered any long time, but forthwith punished.

14 For not as with other nations, whom the Lord patiently forbeareth to punish, till they be come to the fulness of their sins, so dealeth he with us,

15 Lest that, being come to the height of sin, afterwards he should take vengeance of us.

16 And therefore he never withdraweth his mercy from us: and though he punish with adversity, yet doth he never forsake his people.

17 But let this that we have spoken be for a warning unto us. And now will we come to the declaring of the matter in a few words.

18 Eleazar, one of the principal scribes, an aged man, and of a well favoured countenance, was constrained to open his mouth, and to eat swine’s flesh.

19 But he, choosing rather to die gloriously, than to live stained with such an abomination, spit it forth, and came of his own accord to the torment,

20 As it behoved them to come, that are resolute to stand out against such things, as are not lawful for love of life to be tasted.

21 But they that had the charge of that wicked feast, for the old acquaintance they had with the man, taking him aside, besought him to bring flesh of his own provision, such as was lawful for him to use, and make as if he did eat of the flesh taken from the sacrifice commanded by the king;

22 That in so doing he might be delivered from death, and for the old friendship with them find favour.

23 But he began to consider discreetly, and as became his age, and the excellency of his ancient years, and the honour of his gray head, whereon was come, and his most honest education from a child, or rather the holy law made and given by God: therefore he answered accordingly, and willed them straightways to send him to the grave.

24 For it becometh not our age, said he, in any wise to dissemble, whereby many young persons might think that Eleazar, being fourscore years old and ten, were now gone to a strange religion;

25 And so they through mine hypocrisy, and desire to live a little time and a moment longer, should be deceived by me, and I get a stain to mine old age, and make it abominable.

26 For though for the present time I should be delivered from the punishment of men: yet should I not escape the hand of the Almighty, neither alive, nor dead.

27 Wherefore now, manfully changing this life, I will shew myself such an one as mine age requireth,

28 And leave a notable example to such as be young to die willingly and courageously for the honourable and holy laws. And when he had said these words, immediately he went to the torment:

29 They that led him changing the good will they bare him a little before into hatred, because the foresaid speeches proceeded, as they thought, from a desperate mind.

30 But when he was ready to die with stripes, he groaned, and said, It is manifest unto the Lord, that hath the holy knowledge, that whereas I might have been delivered from death, I now endure sore pains in body by being beaten: but in soul am well content to suffer these things, because I fear him.

31 And thus this man died, leaving his death for an example of a noble courage, and a memorial of virtue, not only unto young men, but unto all his nation.

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-04_23-13-58-