1 Λίγο μετά την ήττα του Τιμόθεου, έμαθε τα συμβάντα ο Λυσίας, επίτροπος του βασιλιά και μέλος της βασιλικής οικογένειας και θύμωσε μ’ όλα αυτά. 2 Συγκέντρωσε, λοιπόν, εναντίον των Ιουδαίων ογδόντα περίπου χιλιάδες πεζούς και όλο το ιππικό, αποφασισμένος να μετατρέψει την Ιερουσαλήμ σε ελληνική πόλη. 3 Επίσης σκόπευε να φορολογήσει το ναό, όπως φορολογούνταν τότε όλα τα άλλα ειδωλολατρικά ιερά και κάθε χρόνο να διαθέτει το αξίωμα του αρχιερέα προς πώληση. 4 Δεν υπολόγιζε καθόλου τη δύναμη του Θεού, αλλά καυχιόταν μόνο για τις δεκάδες χιλιάδες του στρατού του και για τους ογδόντα ελέφαντες που είχε. 5 Αφού, λοιπόν, εισέβαλε στην Ιουδαία, πλησίασε στο φρούριο της Βαιθσούρας, που απείχε πέντε στάδια από την Ιερουσαλήμ, και το πολιορκούσε στενά.
6 Όταν ο Ιούδας ο Μακκαβαίος και οι άντρες του έμαθαν ότι ο Λυσίας πολιορκούσε τα οχυρά τους, άρχισαν μαζί με όλο τον υπόλοιπο λαό να κλαίνε και να θρηνούν παρακαλώντας τον Κύριο να στείλει έναν καλό άγγελο να τους σώσει. 7 Ο ίδιος ο Μακκαβαίος πήρε πρώτος τα όπλα και παρότρυνε και τους άλλους να πάνε μαζί του και να βοηθήσουν τους συμπατριώτες τους, έστω και με κίνδυνο της ζωής τους. Έτσι, συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί με μεγάλη προθυμία.
8 Πριν όμως απομακρυνθούν πολύ από τα Ιεροσόλυμα, τους παρουσιάστηκε ένας έφιππος άντρας ντυμένος στα άσπρα, που πήγαινε μπροστά τους κραδαίνοντας τα χρυσά του όπλα. 9 Τότε όλοι μαζί άρχισαν να δοξολογούν το σπλαχνικό Θεό. Πήραν τέτοιο θάρρος, ώστε ήταν έτοιμοι όχι μόνον ανθρώπους να χτυπήσουν αλλά και τα πιο άγρια θηρία, και να γκρεμίσουν ακόμα και σιδερένια τείχη. 10 Έτσι προχωρούσαν παρατεταγμένοι για μάχη, γιατί ο Κύριος τους είχε σπλαχνιστεί και τους είχε στείλει ένα σύμμαχο από τον ουρανό. 11 Μετά όρμησαν σαν λιοντάρια εναντίον των εχθρών τους και θανάτωσαν έντεκα χιλιάδες πεζούς και χίλιους εξακόσιους ιππείς· τους υπόλοιπους τους έτρεψαν σε φυγή. 12 Οι περισσότεροι από τους τελευταίους γλίτωσαν τραυματισμένοι και δίχως τα όπλα τους κι ο ίδιος ο Λυσίας μόλις που σώθηκε καταντροπιασμένος.
13 Ο Λυσίας δεν ήταν ανόητος. Έκανε εκτίμηση της ήττας που είχε υποστεί και θεώρησε υπεύθυνο τον εαυτό του. Κατάλαβε πως οι Εβραίοι ήταν αήττητοι, γιατί ο παντοδύναμος Θεός ήταν σύμμαχός τους. Έτσι έστειλε 14 και τους πρότεινε συμφιλίωση με δίκαιους όρους. Επίσης τους υποσχόταν ότι θα έπειθε και το βασιλιά να τους φερθεί φιλικά. 15 Ο Μακκαβαίος συμφώνησε με όλα όσα τους πρότεινε ο Λυσίας, γιατί ήξερε το συμφέρον του λαού του. Αλλά και όλα όσα ο Μακκαβαίος αντιπρότεινε γραπτώς στο Λυσία σχετικά με τους Ιουδαίους, τα δέχτηκε ο βασιλιάς.
16 Η επιστολή που ο Λυσίας έστειλε στους Ιουδαίους ήταν η εξής:
«Ο Λυσίας στέλνει χαιρετισμούς σ’ όλους τους Ιουδαίους.
17 »Ο Ιωάννης και ο Αβεσσαλώμ, που μας στείλατε, μας παρέδωσαν το έγγραφο υπογεγραμμένο και ζητούσαν να τους απαντήσουμε σε όσα περιέχονταν σ’ αυτό. 18 Όσα, λοιπόν, έπρεπε να γνωστοποιηθούν και στο βασιλιά, τού τα ανέφερα κι εκείνος προέβη σε όσες παραχωρήσεις μπορούσε. 19 Αν τώρα εσείς συνεχίσετε να είστε νομιμόφρονες προς την αυτοκρατορία, θα προσπαθήσω κι εγώ στο μέλλον να σας φανώ χρήσιμος. 20 Όσο για τις λεπτομέρειες, έχω δώσει εντολή στους αντιπροσώπους μας, τους δικούς σας και τους δικούς μου, να συζητήσουν μαζί σας. 21 Υγιαίνετε.
Είκοσι τέσσερις του μήνα Διοσκορίνθιου, του έτους 148».Ο μήνας Διοσκορίνθιος είναι άγνωστος. Ορισμένα αρχ. λατινικά χειρ. έχουν «Διόσκουρος», πιθανώς μήνας αντίστοιχος του Ξανθικού των στ. 30, 33 και 38. – Του έτους 148, δηλ. του 164 π.Χ.
22 Η επιστολή του βασιλιά έλεγε τα εξής:
«Ο βασιλιάς Αντίοχος στέλνει χαιρετισμούς στον αδερφό τουστον αδερφό του. Δεν ήταν πραγματικός αδερφός του. Πρόκειται για τίτλο εξαίρετης τιμής (πρβλ. Α΄ Μακ 10:18· 11:30). το Λυσία. 23 Τώρα που ο πατέρας μου έχει πια πεθάνει, επιθυμώ οι υπήκοοί μου ανενόχλητοι να διευθετούν τις δικές τους υποθέσεις. 24 Έχω πληροφορηθεί ότι οι Ιουδαίοι δεν επιθυμούν να δεχτούν τον ελληνικό τρόπο ζωής, που ο πατέρας μου επιδίωκε να τους επιβάλει, αλλά προτιμούν τον δικό τους και απαιτούν να τους επιτραπεί να εφαρμόζουν τους δικούς τους νόμους. 25 Επειδή, λοιπόν, προτιμώ και αυτό το έθνος να παραμείνει ανενόχλητο, αποφασίζω να τους αποδοθεί και πάλι ο ναός τους και να τους επιτραπεί να ρυθμίζουν τη ζωή τους σύμφωνα με τα έθιμα των προγόνων τους. 26 Καλό θα είναι, λοιπόν, να στείλεις αγγελιοφόρους και να τους βεβαιώσεις γι’ αυτή μου την απόφαση. Αυτοί, όταν μάθουν τις φιλικές μου διαθέσεις απέναντί τους, θα χαρούν και θ’ ασχολούνται πια ειρηνικά με τις υποθέσεις τους, δίχως ν’ ανησυχούν για ο,τιδήποτε».
27 Η επιστολή του βασιλιά προς το ιουδαϊκό έθνος έλεγε τα εξής:
«Ο βασιλιάς Αντίοχος στέλνει χαιρετισμούς στην ιουδαϊκή γερουσία και σ’ όλο τον ιουδαϊκό λαό.
28 »Εύχομαι να υγιαίνετε. Χαίρω και εγώ άκρας υγείας. 29 Ο Μενέλαος με πληροφόρησε ότι θέλετε να επιστρέψετε στα σπίτια σας και ν’ ακολουθήσετε το δικό σας τρόπο ζωής. 30 Δίνω, λοιπόν, την άδεια να γυρίσουν όσοι θέλουν μέχρι τις τριάντα του μήνα Ξανθικού,Ξανθικού. Μήνας του ημερολογίου των Σελευκιδών, αντίστοιχος του μήνα Αδάρ (δωδέκατου) του ιουδαϊκού ημερολογίου. και κανένας δε θα τους ενοχλήσει. 31 Εσείς οι Ιουδαίοι θα χρησιμοποιείτε τις δικές σας τροφές και τους νόμους σας, όπως και πριν. Κανείς σας δε θα τιμωρηθεί για οποιοδήποτε αδίκημα έχει διαπράξει εν αγνοία του. 32 Σας στέλνω και το Μενέλαο να σας διαβεβαιώσει σχετικά. 33 Υγιαίνετε.
»Στις δεκαπέντε του μήνα Ξανθικού του έτους 148».Βλ. υποσ. εις στ. 21.
34 Αλλά και οι Ρωμαίοι έστειλαν στους Ιουδαίους την εξής επιστολή:
«Ο Κόιντος Μέμμιος και ο Τίτος Μάνλιος, πρέσβεις των Ρωμαίων, στέλνουν χαιρετισμούς στο λαό των Ιουδαίων. 35 Σχετικά με τα προνόμια που σας παραχώρησε ο Λυσίας, ο οποίος είναι μέλος της βασιλικής οικογένειας, συμφωνούμε και εμείς. 36 Τώρα που βρισκόμαστε καθ’ οδόν για την Αντιόχεια, εξετάστε προσεκτικά τα ζητήματα που ο Λυσίας έχει κρίνει να παρουσιάσει στο βασιλιά. Και στείλτε μας αμέσως την απάντησή σας, ώστε να υποβάλουμε κι εμείς στο βασιλιά συμφέρουσες για σας προτάσεις. 37 Μόνο ενεργήστε γρήγορα, ώστε να γνωρίζουμε και εμείς τις αποφάσεις σας. 38 Υγιαίνετε.
Στις δεκαπέντε του μήνα Ξανθικού του έτους 148».
1 Not long after this, Lysias the king’s protector and cousin, who also managed the affairs, took sore displeasure for the things that were done.
2 And when he had gathered about fourscore thousand with all the horsemen, he came against the Jews, thinking to make the city an habitation of the Gentiles,
3 And to make a gain of the temple, as of the other chapels of the heathen, and to set the high priesthood to sale every year:
4 Not at all considering the power of God but puffed up with his ten thousands of footmen, and his thousands of horsemen, and his fourscore elephants.
5 So he came to Judea, and drew near to Bethsura, which was a strong town, but distant from Jerusalem about five furlongs, and he laid sore siege unto it.
6 Now when they that were with Maccabeus heard that he besieged the holds, they and all the people with lamentation and tears besought the Lord that he would send a good angel to deliver Israel.
7 Then Maccabeus himself first of all took weapons, exhorting the other that they would jeopard themselves together with him to help their brethren: so they went forth together with a willing mind.
8 And as they were at Jerusalem, there appeared before them on horseback one in white clothing, shaking his armour of gold.
9 Then they praised the merciful God all together, and took heart, insomuch that they were ready not only to fight with men, but with most cruel beasts, and to pierce through walls of iron.
10 Thus they marched forward in their armour, having an helper from heaven: for the Lord was merciful unto them.
11 And giving a charge upon their enemies like lions, they slew eleven thousand footmen, and sixteen hundred horsemen, and put all the other to flight.
12 Many of them also being wounded escaped naked; and Lysias himself fled away shamefully, and so escaped.
13 Who, as he was a man of understanding, casting with himself what loss he had had, and considering that the Hebrews could not be overcome, because the Almighty God helped them, he sent unto them,
14 And persuaded them to agree to all reasonable conditions, and promised that he would persuade the king that he must needs be a friend unto them.
15 Then Maccabeus consented to all that Lysias desired, being careful of the common good; and whatsoever Maccabeus wrote unto Lysias concerning the Jews, the king granted it.
16 For there were letters written unto the Jews from Lysias to this effect: Lysias unto the people of the Jews sendeth greeting:
17 John and Absolom, who were sent from you, delivered me the petition subscribed, and made request for the performance of the contents thereof.
18 Therefore what things soever were meet to be reported to the king, I have declared them, and he hath granted as much as might be.
19 And if then ye will keep yourselves loyal to the state, hereafter also will I endeavour to be a means of your good.
20 But of the particulars I have given order both to these and the other that came from me, to commune with you.
21 Fare ye well. The hundred and eight and fortieth year, the four and twentieth day of the month Dioscorinthius.
22 Now the king’s letter contained these words: King Antiochus unto his brother Lysias sendeth greeting:
23 Since our father is translated unto the gods, our will is, that they that are in our realm live quietly, that every one may attend upon his own affairs.
24 We understand also that the Jews would not consent to our father, for to be brought unto the custom of the Gentiles, but had rather keep their own manner of living: for the which cause they require of us, that we should suffer them to live after their own laws.
25 Wherefore our mind is, that this nation shall be in rest, and we have determined to restore them their temple, that they may live according to the customs of their forefathers.
26 Thou shalt do well therefore to send unto them, and grant them peace, that when they are certified of our mind, they may be of good comfort, and ever go cheerfully about their own affairs.
27 And the letter of the king unto the nation of the Jews was after this manner: King Antiochus sendeth greeting unto the council, and the rest of the Jews:
28 If ye fare well, we have our desire; we are also in good health.
29 Menelaus declared unto us, that your desire was to return home, and to follow your own business:
30 Wherefore they that will depart shall have safe conduct till the thirtieth day of Xanthicus with security.
31 And the Jews shall use their own kind of meats and laws, as before; and none of them any manner of ways shall be molested for things ignorantly done.
32 I have sent also Menelaus, that he may comfort you.
33 Fare ye well. In the hundred forty and eighth year, and the fifteenth day of the month Xanthicus.
34 The Romans also sent unto them a letter containing these words: Quintus Memmius and Titus Manlius, ambassadors of the Romans, send greeting unto the people of the Jews.
35 Whatsoever Lysias the king’s cousin hath granted, therewith we also are well pleased.
36 But touching such things as he judged to be referred to the king, after ye have advised thereof, send one forthwith, that we may declare as it is convenient for you: for we are now going to Antioch.
37 Therefore send some with speed, that we may know what is your mind.
38 Farewell. This hundred and eight and fortieth year, the fifteenth day of the month Xanthicus.
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.