Publicidade

2 Maccabees 1

KJV
Πρώτη επιστολή προς τους Ιουδαίους της Αιγύπτου με την ευκαιρία των Εγκαινίων του ναού

1 Οι Ιουδαίοι των Ιεροσολύμων και της Ιουδαίας εύχονται σταδέρφια τους στην Αίγυπτοστην Αίγυπτο. Εβραϊκές κοινότητες είχαν εγκατασταθεί στην Αίγυπτο ήδη από την εποχή του προφήτη Ιερεμία (βλ. Ιερ 43:2-7). κάθε χαρά και ειρήνη.

2 Είθε ο Θεός να σας ευεργετεί και να τηρεί τη διαθήκη που έκανε με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, τους πιστούς δούλους του. 3 Να εμπνεύσει σε όλους σας το σεβασμό του και τη διάθεση να κάνετε το θέλημά του με όλη την καρδιά σας και την ψυχή σας. 4 Να σας βοηθήσει να κατανοήσετε το νόμο και τις εντολές του και να σας χαρίζει ειρήνη. 5 Νακούσει τις δεήσεις σας και να συμφιλιωθεί μαζί σας και ποτέ να μη σας εγκαταλείψει σε δύσκολες περιστάσεις. 6 Εμείς εδώ τώρα στην Ιουδαία προσευχόμαστε για σας.

7 Το έτος 169, όταν βασιλιάς της Συρίας ήταν ο Δημήτριος και τα δεινά μας ήταν σε μεγάλη έξαρση εκείνα τα χρόνια, σας είχαμε γράψει για τον Ιάσονα και τους άντρες του, οι οποίοι στράφηκαν εναντίον του βασιλιά Θεού μας στους αγίους τόπους.Το έτος 169 της εποχής των Σελευκιδών αντιστοιχούσε προς το έτος 143 π.Χ. (Βλ. σχετ. εξήγηση εις υποσ. Α΄ Μακ 1:10) – Δημήτριος, δηλ. ο Δημήτριος ο Β΄, βασιλιάς της δυναστείας των Σελευκιδών· βασίλευσε τα έτη 145 - 138 κι αργότερα μεταξύ 129 και 125 π.Χ.8 Έβαλαν φωτιά στις πύλες του ναού και κατέσφαξαν πολλούς αθώους. Τότε προσευχηθήκαμε στον Κύριο κι ο Κύριος μας άκουσε· του προσφέραμε ολοκαυτώματα και αναίμακτες θυσίες, ανάψαμε τις λυχνίες του ναού και τοποθετήσαμε τους άρτους στην τράπεζα της προθέσεως.

9 Τώρα εσείς φροντίστε να τηρήσετε τη γιορτή της Σκηνοπηγίας του έτους 188,Δηλ. το 124 π.Χ. το μήνα Χασελεύ.

Δεύτερη επιστολή (1:102:18)

10 Οι Ιουδαίοι των Ιεροσολύμων και της Ιουδαίας, οι πρεσβύτεροι και ο Ιούδας εύχονται κάθε χαρά και υγεία στον Αριστόβουλο, απόγονο ιερέων και δάσκαλο του Πτολεμαίου,του Πτολεμαίου, δηλ. του Πτολεμαίου ΣΤ΄, του Φιλομήτορος. καθώς και στους Ιουδαίους που είναι εγκατεστημένοι στην Αίγυπτο.

11 Ευχαριστούμε το Θεό που μας έσωσε από μεγάλους κινδύνους· ήταν σαν να είχαμε παραταχθεί σε πόλεμο ενάντια στο βασιλιά.στο βασιλιά, δηλ. στον Αντίοχο Δ΄ Επιφανή (βλ. στ. 14 και Α΄ Μακ 1:10).12 Αλλά ο Θεός κατατρόπωσε αυτούς που είχαν έρθει να πολεμήσουν ενάντια στην άγια πόλη. 13 Όταν ο βασιλιάς Αντίοχος έφτασε στην Περσία με το στρατό του, που θεωρείτο αήττητος, οι ιερείς της θεάς Ναναίαςτης θεάς Ναναίας. Θεά της Μεσοποταμίας, ταυτιζόμενη με την Άρτεμη. τους έσφαξαν όλους μέσα στο ναό της με τέχνασμα. 14 Αυτό έγινε επειδή ο Αντίοχος είχε πάει εκεί με τους δικούς του, με σκοπό να παντρευτεί τη θεά και μετά να πάρει όλους τους θησαυρούς του ναού ως γαμήλιο δώρο από τη νύφη. 15 Όταν οι ιερείς της Ναναίας έφεραν μπροστά στον Αντίοχο τα χρήματα κι εκείνος πλησίασε με λίγους άντρες του στο εσωτερικό του ναού για να τα πάρει, οι ιερείς έκλεισαν τις πόρτες του ναού. 16 Μετά άνοιξαν μια κρυφή πόρτα στην οροφή και τους έριχναν από πάνω πέτρες, ώσπου τους σκότωσαν. Μετά τους τεμάχισαν τα σώματα, τους έκοψαν και τα κεφάλια και τους πέταξαν σεκείνους που περίμεναν απέξω. 17 Ας είναι ευλογητός για όλα ο Θεός μας, που παρέδωσε στο θάνατο τους ασεβείς.

18 Επειδή, λοιπόν, πρόκειται να γιορτάσουμε τον καθαρισμό του ναού στις είκοσι πέντε του μήνα Χασελεύ, θεωρήσαμε απαραίτητο να σας δώσουμε όλες αυτές τις διευκρινίσεις, ώστε να θυμηθείτε να τηρήσετε κι εσείς αυτή τη γιορτή, όπως τηρείτε τη γιορτή της Σκηνοπηγίας.

Το θαύμα της φωτιάς την εποχή του Νεεμία

Επίσης να θυμάστε τη γιορτή της φωτιάς που καθιερώθηκε όταν ο Νεεμίας πρόσφερε θυσία, αφού είχε χτίσει το ναό και το θυσιαστήριο. 19 Εκείνο τον καιρό, όταν οι πρόγονοί μας οδηγούνταν αιχμάλωτοι στην Περσία, οι ευσεβείς ιερείς πήραν κρυφά φωτιά από το θυσιαστήριο και την έκρυψαν καλά στο κοίλωμα μιας ξερής δεξαμενής, ώστε κανείς να μην ξέρει πού ήταν κρυμμένη. 20 Μετά από πολλά χρόνια, όταν ο Θεός έκρινε κατάλληλη τη στιγμή και στάλθηκε από το βασιλιά των Περσών ο Νεεμίας στην Ιερουσαλήμ, έστειλε τους απογόνους εκείνων των ιερέων να φέρουν από την κρυψώνα τη φωτιά. Αυτοί γύρισαν και είπαν ότι δε βρήκαν καμιά φωτιά, παρά μόνο βούρκο. Ο Νεεμίας τους παράγγειλε να βγάλουν λίγο βούρκο και να του τον πάνε. 21 Όταν ετοιμάστηκαν οι θυσίες, ο Νεεμίας είπε στους ιερείς να ραντίσουν με το βούρκο τα ξύλα και τα σφάγια για τη θυσία. 22 Όταν έγινε κι αυτό, μετά από λίγη ώρα βγήκε ο ήλιος, γιατί πρωτύτερα ήταν συννεφιά και άναψε μεγάλη φωτιά. Όλοι έμειναν κατάπληκτοι. 23 Τότε, ενώ καιγόταν η θυσία, ο αρχιερέας Ιωνάθαν οδηγούσε το λαό σε προσευχή και όλοι οι άλλοι, ακόμα κι ο Νεεμίας, ανταπαντούσαν. 24 Η προσευχή ήταν η εξής:

«Κύριε, Κύριε Θεέ, δημιουργέ των πάντων, είσαι φοβερός και δυνατός, δίκαιος και σπλαχνικός. Ο μόνος βασιλιάς, ο μόνος καλός. 25 Είσαι ο μόνος χορηγός, ο μόνος δίκαιος, παντοδύναμος κι αιώνιος κι ελευθερώνεις το λαό του Ισραήλ από κάθε συμφορά. Εσύ διάλεξες τους προγόνους μας και τους ξεχώρισες για λαό σου. 26 Δέξου αυτή τη θυσία για χάρη όλου του λαού σου, των Ισραηλιτών. Προστάτεψέ μας, τους εκλεκτούς σου, και αγίασέ μας. 27 Λύτρωσε όσους από μας είναι υπόδουλοι ανάμεσα στα έθνη και συγκέντρωσε ξανά τους διασκορπισμένους του λαού μας. Ρίξε το σπλαχνικό σου βλέμμα στο λαό μας, που πολλοί τον περιφρονούν και τον μισούν, κι ας μάθουν τα έθνη ότι εσύ είσαι ο Θεός μας. 28 Τιμώρησε εσύ όσους μας καταπιέζουν και μας προσβάλλουν με αλαζονεία 29 κι εγκατάστησε πάλι το λαό σου στον άγιο τόπο σου, όπως το έχει πει ο Μωυσής».

30 Μετά οι ιερείς άρχισαν να ψάλλουν ύμνους. 31 Όταν αποκάηκε όλη η θυσία, ο Νεεμίας διέταξε να χύσουν πάνω σε μεγαλύτερες πέτρες τον υπόλοιπο βούρκο. 32 Όταν έγινε αυτό, πετάχτηκαν φλόγες, που κι αυτές απορροφήθηκαν από τη φωτιά του θυσιαστηρίου.

33 Το γεγονός αυτό έγινε γνωστό. Αναγγέλθηκε στο βασιλιά των Περσών ότι στον τόπο που οι αιχμάλωτοι ιερείς είχαν κρύψει τη φωτιά, βρέθηκε βούρκος, που ο Νεεμίας και οι σύντροφοί του τον χρησιμοποίησαν για νανάψουν τη θυσία στο θυσιαστήριο. 34 Ο βασιλιάς επαλήθευσε το γεγονός κι έβαλε να περιφράξουν τον τόπο εκείνο ως άγιον, 35 κι έπαιρνε από τα έσοδα και τα πρόσφερε δώρα στους ευνοουμένους του.

36 Ο Νεεμίας και οι σύντροφοί του ονόμασαν το βούρκο εκείνο «νεφθάρ», που σημαίνει «καθαρισμός», ενώ από πολλούς ονομάζεται «νεφθαεί».νεφθαεί. Πρόκειται για τη νάφθα, τη γνωστή εύφλεκτη ύλη.

1 The brethren, the Jews that be at Jerusalem and in the land of Judea, wish unto the brethren, the Jews that are throughout Egypt health and peace:

2 God be gracious unto you, and remember his covenant that he made with Abraham, Isaac, and Jacob, his faithful servants;

3 And give you all an heart to serve him, and to do his will, with a good courage and a willing mind;

4 And open your hearts in his law and commandments, and send you peace,

5 And hear your prayers, and be at one with you, and never forsake you in time of trouble.

6 And now we be here praying for you.

7 What time as Demetrius reigned, in the hundred threescore and ninth year, we the Jews wrote unto you in the extremity of trouble that came upon us in those years, from the time that Jason and his company revolted from the holy land and kingdom,

8 And burned the porch, and shed innocent blood: then we prayed unto the Lord, and were heard; we offered also sacrifices and fine flour, and lighted the lamps, and set forth the loaves.

9 And now see that ye keep the feast of tabernacles in the month Casleu.

10 In the hundred fourscore and eighth year, the people that were at Jerusalem and in Judea, and the council, and Judas, sent greeting and health unto Aristobulus, king Ptolemeusmaster, who was of the stock of the anointed priests, and to the Jews that were in Egypt:

11 Insomuch as God hath delivered us from great perils, we thank him highly, as having been in battle against a king.

12 For he cast them out that fought within the holy city.

13 For when the leader was come into Persia, and the army with him that seemed invincible, they were slain in the temple of Nanea by the deceit of Nanea’s priests.

14 For Antiochus, as though he would marry her, came into the place, and his friends that were with him, to receive money in name of a dowry.

15 Which when the priests of Nanea had set forth, and he was entered with a small company into the compass of the temple, they shut the temple as soon as Antiochus was come in:

16 And opening a privy door of the roof, they threw stones like thunderbolts, and struck down the captain, hewed them in pieces, smote off their heads and cast them to those that were without.

17 Blessed be our God in all things, who hath delivered up the ungodly.

18 Therefore whereas we are now purposed to keep the purification of the temple upon the five and twentieth day of the month Casleu, we thought it necessary to certify you thereof, that ye also might keep it, as the feast of the tabernacles, and of the fire, which was given us when Neemias offered sacrifice, after that he had builded the temple and the altar.

19 For when our fathers were led into Persia, the priests that were then devout took the fire of the altar privily, and hid it in an hollow place of a pit without water, where they kept it sure, so that the place was unknown to all men.

20 Now after many years, when it pleased God, Neemias, being sent from the king of Persia, did send of the posterity of those priests that had hid it to the fire: but when they told us they found no fire, but thick water;

21 Then commanded he them to draw it up, and to bring it; and when the sacrifices were laid on, Neemias commanded the priests to sprinkle the wood and the things laid thereupon with the water.

22 When this was done, and the time came that the sun shone, which afore was hid in the cloud, there was a great fire kindled, so that every man marvelled.

23 And the priests made a prayer whilst the sacrifice was consuming, I say, both the priests, and all the rest, Jonathan beginning, and the rest answering thereunto, as Neemias did.

24 And the prayer was after this manner; O Lord, Lord God, Creator of all things, who art fearful and strong, and righteous, and merciful, and the only and gracious King,

25 The only giver of all things, the only just, almighty, and everlasting, thou that deliverest Israel from all trouble, and didst choose the fathers, and sanctify them:

26 Receive the sacrifice for thy whole people Israel, and preserve thine own portion, and sanctify it.

27 Gather those together that are scattered from us, deliver them that serve among the heathen, look upon them that are despised and abhorred, and let the heathen know that thou art our God.

28 Punish them that oppress us, and with pride do us wrong.

29 Plant thy people again in thy holy place, as Moses hath spoken.

30 And the priests sung psalms of thanksgiving.

31 Now when the sacrifice was consumed, Neemias commanded the water that was left to be poured on the great stones.

32 When this was done, there was kindled a flame: but it was consumed by the light that shined from the altar.

33 So when this matter was known, it was told the king of Persia, that in the place, where the priests that were led away had hid the fire, there appeared water, and that Neemias had purified the sacrifices therewith.

34 Then the king, inclosing the place, made it holy, after he had tried the matter.

35 And the king took many gifts, and bestowed thereof on those whom he would gratify.

36 And Neemias called this thing Naphthar, which is as much as to say, a cleansing: but many men call it Nephi.

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-04_23-13-58-