1 Ο Σίμων, για τον οποίο έχουμε αναφέρει πρωτύτερα ότι κατέδωσε πού ήταν τα χρήματα κι έγινε έτσι προδότης της πατρίδας, αυτός συκοφαντούσε τον αρχιερέα Ονία ότι δήθεν εκείνος ήταν που τρόμαξε τον Ηλιόδωρο και δημιούργησε όλες τις συμφορές. 2 Τολμούσε δηλαδή να κατηγορεί τον Ονία για συνωμοσία κατά της κυβερνήσεως, αυτόν που ευεργέτησε την πόλη, φρόντισε τους συμπατριώτες του και τήρησε με ζήλο τους νόμους. 3 Η έχθρα του Σίμωνα είχε φτάσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε κάποιος από τους οπαδούς του διέπραξε και φόνους. 4 Ο Ονίας είδε τον κίνδυνο απ’ αυτή τη διαμάχη· ο Απολλώνιος, μάλιστα, γιος του Μενεσθέα και κυβερνήτης της Κοίλης Συρίας και Φοινίκης παρότρυνε το Σίμωνα να σκευωρεί εναντίον του Ονία.Ο Μενεσθέας ήταν διάδοχος του Απολλώνιου που αναφέρεται εις κεφ. 3:5. – Για την Κοίλη Συρία βλ. υποσ. εις κεφ. 3:5.5 Πήγε λοιπόν ο Ονίας στο βασιλιά, όχι για να κατηγορήσει τους συμπατριώτες του αλλά γιατί απέβλεπε στο συμφέρον τους, το δημόσιο και το ατομικό. 6 Καταλάβαινε ότι χωρίς τη βοήθεια του βασιλιά ήταν αδύνατο να ησυχάσουν πάλι τα πράγματα και να σταματήσει ο Σίμων τις δολοπλοκίες του.
7 Όταν πέθανε ο Σέλευκος κι έγινε βασιλιάς ο Αντίοχος, που επονομάστηκε Επιφανής,Επιφανής. Βλ. υποσ. εις Α΄ Μακ 1:10. ο αδερφός του Ονία Ιάσονας μεταχειρίστηκε ύπουλα μέσα για να γίνει αρχιερέας: 8 Πήγε και συνάντησε το βασιλιά και του υποσχέθηκε τριακόσια εξήντα τάλαντα ασήμι και άλλα ογδόντα από κάποια άλλη πηγή. 9 Εκτός από αυτά, υποσχόταν να προσφέρει κι άλλα εκατόν πενήντα τάλαντα, αν του δινόταν η άδεια να ανεγείρει γυμναστήριο για να γυμνάζονται οι έφηβοι, και να συμπεριλάβει όσους κατάγονταν από τα Ιεροσόλυμα στους καταλόγους των πολιτών της Αντιόχειας.
10 Ο βασιλιάς συγκατατέθηκε, κι ο Ιάσονας με την εξουσία που του δόθηκε υποχρέωσε τους συμπατριώτες του να ζουν όπως οι Έλληνες. 11 Κατήργησε τα βασιλικά προνόμια, που είχαν δοθεί στους Ιουδαίους από έναν προηγούμενο βασιλιά της Συρίας μέσω του Ιωάννη, πατέρα του Ευπόλεμου. (Ο Ευπόλεμος είχε πάει πρεσβευτής για να εξασφαλίσει τη φιλία και τη βοήθεια των Ρωμαίων). Επίσης κατήργησε τις νόμιμες κυβερνήσεις και εγκαινίαζε συνήθειες ενάντια στο νόμο του Θεού. 12 Ίδρυσε με μεγάλο ενθουσιασμό γυμναστήριο κάτω από την ακρόπολη· ασκούσε μεγάλη επιρροή στους πιο εκλεκτούς εφήβους και τους παρακινούσε να φορούν καπέλο.καπέλο. Πρόκειται για πλατύγυρο καπέλο, κατ’ απομίμηση εκείνου του Ερμή. Οι νέοι υποχρεώνονταν να το φορούν προς τιμήν του θεού σε όλες τις αθλητικές εκδηλώσεις.13 Ο ασεβής Ιάσονας δεν ήταν σωστός αρχιερέας. Από την υπερβολική διαφθορά του άκμαζε τόσο πολύ ο ελληνικός τρόπος ζωής και επικρατούσαν τα εθνικά έθιμα, 14 ώστε οι ιερείς ήταν τελείως απρόθυμοι να εκτελούν τις λειτουργίες του θυσιαστηρίου. Αδιαφορούσαν για το ναό, παραμελούσαν τις θυσίες κι έτρεχαν να συμμετάσχουν στην απαγορευμένη από το νόμο μας χορηγία της παλαίστρας, όταν τους καλούσε ο ήχος του δίσκου. 15 Περιφρονούσαν τις πατροπαράδοτες αξίες και εκτιμούσαν αφάνταστα τις ελληνικές τιμές. 16 Γι’ αυτό το λόγο τούς βρήκαν συμφορές. Αυτοί που τα έθιμά τους οι Ιουδαίοι τα θαύμαζαν και ήθελαν να τους μοιάζουν σε όλα, αυτοί έγιναν τιμωροί τους και εχθροί τους. 17 Γιατί δεν είναι εύκολο να ασεβεί κανείς στους θείους νόμους, και τις συνέπειες τις φανέρωσε ο καιρός.
18 Κάθε τέσσερα χρόνια γίνονταν αθλητικοί αγώνες στην Τύρο και ήταν παρών κι ο βασιλιάς. 19 Μια φορά λοιπόν, εκείνος ο αχρείος Ιάσονας έστειλε εκπροσώπους από τα Ιεροσόλυμα, οι οποίοι είχαν χαρακτηρισθεί ως Αντιοχειανοί,Αντιοχειανοί. Η Ιερουσαλήμ είχε μετονομασθεί σε «Αντιόχεια», επειδή τηρούσαν εκεί τα ελληνικά έθιμα. και μετέφεραν τριακόσιες δραχμές ασήμι για τη θυσία του Ηρακλή. Αλλά κι αυτοί ακόμα που τις μετέφεραν σκέφτηκαν ότι δεν άρμοζε να χρησιμοποιηθούν για τη θυσία και ζήτησαν να κατατεθούν για άλλες ανάγκες. 20 Έτσι, τα χρήματα που προορίζονταν από τον αποστολέα τους για τη θυσία του Ηρακλή, δόθηκαν από κείνους που τα μετέφεραν για να κατασκευαστούν τριήρεις.
21 Όταν ο Απολλώνιος, γιος του Μενεσθέα, στάλθηκε στην Αίγυπτο για την ενθρόνιση του βασιλιά Πτολεμαίου του Φιλομήτορα, ο Αντίοχος έμαθε ότι ο Φιλομήτωρ ήταν αντίθετος με την πολιτική του. Έτσι άρχισε να παίρνει τα μέτρα του για την ασφάλεια του βασιλείου του· γι’ αυτό ήρθε πρώτα στην Ιόππη και μετά πήγε στα Ιεροσόλυμα. 22 Εκεί έγινε δεκτός με τιμές από τον Ιάσονα και το λαό, μπήκε στην πόλη με λαμπάδες και επευφημίες κι έπειτα στρατοπέδευσε στη Φοινίκη.
23 Μετά από τρία χρόνια, ο Ιάσων έστειλε το Μενέλαο, αδερφό του Σίμωνα που προαναφέραμε, να μεταφέρει χρήματα στο βασιλιά Αντίοχο και να επιτύχει ορισμένες αποφάσεις για σπουδαία θέματα. 24 Όταν όμως παρουσιάστηκε στο βασιλιά, άρχισε να τον επαινεί για την ένδοξη δύναμή του· έτσι απέσπασε την εύνοιά του κι εξασφάλισε για τον εαυτό του το αξίωμα της αρχιεροσύνης, αφού πρόσφερε και τριακόσια τάλαντα ασήμι περισσότερα απ’ όσα είχε δώσει ο Ιάσων για να γίνει αρχιερέας. 25 Μόλις πήρε την εντολή του βασιλιά, αν και δεν άξιζε για την αρχιεροσύνη, γύρισε στην Ιερουσαλήμ χωρίς κανένα προσόν, παρά μόνο με το θυμό βάρβαρου τυράννου και την οργή άγριου θηρίου. 26 Έτσι ο Ιάσων, που είχε υπονομεύσει τον ίδιο του τον αδερφό, υπονομεύτηκε τώρα κι αυτός από άλλον και υποχρεώθηκε να καταφύγει εξόριστος στην Αμμανίτιδα χώρα.
27 Ο Μενέλαος κυβερνούσε ως αρχιερέας αλλά δεν έστελνε στο βασιλιά τα χρήματα που του είχε υποσχεθεί και που επίμονα του τα ζητούσε ο Σώστρατος, διοικητής της ακρόπολης, 28 στον οποίο είχε ανατεθεί η είσπραξη των φόρων. Γι’ αυτό κλήθηκαν και οι δύο να παρουσιαστούν στο βασιλιά. 29 Ο Μενέλαος άφησε αντικαταστάτη του στη θέση του αρχιερέα τον αδερφό του το Λυσίμαχο, κι ο Σώστρατος άφησε τον Κράτητα, κυβερνήτη της Κύπρου.
30 Ενώ συνέβαιναν αυτά, οι κάτοικοι της Ταρσού και οι Μαλλώτες επαναστάτησαν, γιατί οι πόλεις τους είχαν δοθεί ως δώρο στην παλλακή του βασιλιά, την Αντιοχίδα. 31 Ο βασιλιάς πήγε αμέσως να καταστείλει την επανάσταση κι άφησε αντικαταστάτη του έναν αξιωματούχο του, τον Ανδρόνικο. 32 Ο Μενέλαος θεώρησε πως ήταν η κατάλληλη ευκαιρία· έκλεψε χρυσά σκεύη από το ναό και δώρισε μερικά στον Ανδρόνικο, ενώ άλλα τα πούλησε στην Τύρο και στις γύρω πόλεις.
33 Όταν ο Ονίας τα έμαθε όλα αυτά με κάθε λεπτομέρεια, κατηγόρησε δημόσια το Μενέλαο και μετά κατέφυγε σ’ έναν ιερό τόπο στη Δάφνη, κοντά στην Αντιόχεια. 34 Ο Μενέλαος τότε με κάθε μυστικότητα παρότρυνε τον Ανδρόνικο να φονεύσει τον Ονία. Αυτός πείσθηκε· πήγε και βρήκε τον Ονία, και του υποσχέθηκε με όρκο δήθεν την ασφάλειά του, δίνοντάς του κιόλας το δεξί του χέρι. Ο Ονίας, αν και τον υποπτευόταν, ξεγελάστηκε και βγήκε από το άσυλο του ιερού τόπου. Αμέσως τότε ο Ανδρόνικος τον συνέλαβε και τον έκλεισε στη φυλακή, κατά παράβαση των κανόνων δικαίου.
35 Για την πράξη αυτή, δηλαδή την άδικη εκτέλεση του Ονία, συγκλονίστηκαν και αγανάκτησαν όχι μόνο οι Ιουδαίοι αλλά και πολλοί από τα άλλα έθνη.
36 Όταν επέστρεψε ο βασιλιάς από τα μέρη της Κιλικίας, οι Ιουδαίοι της Αντιόχειας και ορισμένοι Έλληνες που ήταν αντίθετοι σ’ αυτό το αδίκημα, του παραπονέθηκαν για τον Ονία που φονεύθηκε χωρίς λόγο. 37 Ο Αντίοχος λυπήθηκε βαθιά, συγκινήθηκε και έκλαψε, γιατί ο νεκρός Ονίας ήταν άνθρωπος συνετός και μετρημένος στη ζωή του. 38 Γεμάτος θυμό αφαίρεσε από τον Ανδρόνικο την πορφύρα και του έσκισε τα ρούχα. Κι αφού τον διαπόμπευσε σ’ όλη την πόλη, μέχρι τον τόπο όπου είχε διαπράξει τη δολοφονία εναντίον του Ονία, σκότωσε στο ίδιο μέρος τον αιμοσταγή δολοφόνο. Έτσι ο Κύριος ανταπέδωσε στον Ανδρόνικο την τιμωρία που του άξιζε.
39 Στο μεταξύ είχαν γίνει πολλές ιεροσυλίες στην πόλη από το Λυσίμαχο με τη συγκατάθεση και του Μενέλαου, κι όλα αυτά είχαν μαθευτεί προς τα έξω· επίσης πολλά χρυσά σκεύη είχαν διασκορπιστεί. Τότε ο λαός συγκεντρώθηκε για να διαμαρτυρηθεί εναντίον του Λυσίμαχου. 40 Επειδή λοιπόν τα πλήθη είχαν ξεσηκωθεί κι ήταν οργισμένοι, ο Λυσίμαχος όπλισε τρεις χιλιάδες περίπου άντρες κι άρχισε πρώτος να επιτίθεται στα πλήθη με αρχηγό κάποιον Αυρανό, που ήταν γέρος και, το χειρότερο, ανόητος. 41 Όταν τα πλήθη αντιλήφθηκαν την επίθεση του Λυσίμαχου, άρπαξαν άλλοι πέτρες, άλλοι χοντρά ρόπαλα κι άλλοι στάχτες από το θυσιαστήριο κι ανάμικτα τα έριχναν ενάντια στο Λυσίμαχο και στους άντρες του. 42 Πολλούς απ’ αυτούς τους τραυμάτισαν, άλλους τους λυντσάρισαν κι άλλους τους έτρεψαν σε φυγή. Και τον ίδιο τον ιερόσυλο Λυσίμαχο τον σκότωσαν κοντά στο θησαυροφυλάκιο του ναού.
43 Για όλα αυτά ο Μενέλαος οδηγήθηκε σε δίκη. 44 Όταν ο βασιλιάς έφτασε στην Τύρο, η γερουσία έστειλε τρεις αντιπροσώπους από την Ιερουσαλήμ να παρουσιάσουν την κατηγορία ενώπιον του βασιλιά. 45 Ο Μενέλαος ακόμη και κατηγορούμενος υποσχόταν στον Πτολεμαίο,Ο Πτολεμαίος αυτός ήταν κυβερνήτης της Κοίλης Συρίας και Φοινίκης (βλ. κεφ. 8:8 και Α΄ Μακ 3:38) και κατά συνέπεια υψηλός αξιωματούχος στο περιβάλλον του βασιλιά. γιο του Δορυμένη, να του δώσει άφθονα χρήματα αν έστρεφε το βασιλιά προς το μέρος του. 46 Πράγματι, ο Πτολεμαίος πήρε το βασιλιά και περπάτησαν κάτω από ένα περιστύλιο, δήθεν για να πάρουν τον αέρα τους, κι εκεί τον μετέπεισε. 47 Έτσι ο βασιλιάς απάλλαξε από κάθε κατηγορία το Μενέλαο, που ήταν ο αίτιος όλου του κακού, και καταδίκασε σε θάνατο τους τρεις ταλαίπωρους αντιπροσώπους, που ακόμη και στους ΣκύθεςΣκύθες. Λαός που κατοικούσε στα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου και θεωρούνταν από τους πιο οπισθοδρομικούς ανθρώπους (πρβλ. Κολ 3:11). αν παρουσίαζαν την περίπτωσή τους θα αθωώνονταν. 48 Αυτοί δηλαδή που είχαν αγωνιστεί για την Ιερουσαλήμ, για το λαό της και για τα ιερά της σκεύη, τιμωρήθηκαν τόσο βεβιασμένα και άδικα. 49 Γι’ αυτό κι οι κάτοικοι της Τύρου μίσησαν το βασιλιά για την άδικη τιμωρία τους και τους κήδεψαν με κάθε μεγαλοπρέπεια. 50 Ο Μενέλαος διατηρούσε την εξουσία του στηριγμένος στην απληστία των ισχυρών· κάθε μέρα γινόταν όλο και χειρότερος και αποδείχτηκε μεγάλος προδότης του ίδιου του λαού του.
1 This Simon now, of whom we spake afore, having been a betrayer of the money, and of his country, slandered Onias, as if he had terrified Heliodorus, and been the worker of these evils.
2 Thus was he bold to call him a traitor, that had deserved well of the city, and tendered his own nation, and was so zealous of the laws.
3 But when their hatred went so far, that by one of Simon’s faction murders were committed,
4 Onias seeing the danger of this contention, and that Apollonius, as being the governor of Celosyria and Phenice, did rage, and increase Simon’s malice,
5 He went to the king, not to be an accuser of his countrymen, but seeking the good of all, both publick and private:
6 For he saw that it was impossible that the state should continue quiet, and Simon leave his folly, unless the king did look thereunto.
7 But after the death of Seleucus, when Antiochus, called Epiphanes, took the kingdom, Jason the brother of Onias laboured underhand to be high priest,
8 Promising unto the king by intercession three hundred and threescore talents of silver, and of another revenue eighty talents:
9 Beside this, he promised to assign an hundred and fifty more, if he might have licence to set him up a place for exercise, and for the training up of youth in the fashions of the heathen, and to write them of Jerusalem by the name of Antiochians.
10 Which when the king had granted, and he had gotten into his hand the rule he forthwith brought his own nation to Greekish fashion.
11 And the royal privileges granted of special favour to the Jews by the means of John the father of Eupolemus, who went ambassador to Rome for amity and aid, he took away; and putting down the governments which were according to the law, he brought up new customs against the law:
12 For he built gladly a place of exercise under the tower itself, and brought the chief young men under his subjection, and made them wear a hat.
13 Now such was the height of Greek fashions, and increase of heathenish manners, through the exceeding profaneness of Jason, that ungodly wretch, and no high priest;
14 That the priests had no courage to serve any more at the altar, but despising the temple, and neglecting the sacrifices, hastened to be partakers of the unlawful allowance in the place of exercise, after the game of Discus called them forth;
15 Not setting by the honours of their fathers, but liking the glory of the Grecians best of all.
16 By reason whereof sore calamity came upon them: for they had them to be their enemies and avengers, whose custom they followed so earnestly, and unto whom they desired to be like in all things.
17 For it is not a light thing to do wickedly against the laws of God: but the time following shall declare these things.
18 Now when the game that was used every fifth year was kept at Tyrus, the king being present,
19 This ungracious Jason sent special messengers from Jerusalem, who were Antiochians, to carry three hundred drachms of silver to the sacrifice of Hercules, which even the bearers thereof thought fit not to bestow upon the sacrifice, because it was not convenient, but to be reserved for other charges.
20 This money then, in regard of the sender, was appointed to Hercules’ sacrifice; but because of the bearers thereof, it was employed to the making of gallies.
21 Now when Apollonius the son of Menestheus was sent into Egypt for the coronation of king Ptolemeus Philometor, Antiochus, understanding him not to be well affected to his affairs, provided for his own safety: whereupon he came to Joppa, and from thence to Jerusalem:
22 Where he was honourably received of Jason, and of the city, and was brought in with torch alight, and with great shoutings: and so afterward went with his host unto Phenice.
23 Three years afterward Jason sent Menelaus, the aforesaid Simon’s brother, to bear the money unto the king, and to put him in mind of certain necessary matters.
24 But he being brought to the presence of the king, when he had magnified him for the glorious appearance of his power, got the priesthood to himself, offering more than Jason by three hundred talents of silver.
25 So he came with the king’s mandate, bringing nothing worthy the high priesthood, but having the fury of a cruel tyrant, and the rage of a savage beast.
26 Then Jason, who had undermined his own brother, being undermined by another, was compelled to flee into the country of the Ammonites.
27 So Menelaus got the principality: but as for the money that he had promised unto the king, he took no good order for it, albeit Sostratis the ruler of the castle required it:
28 For unto him appertained the gathering of the customs. Wherefore they were both called before the king.
29 Now Menelaus left his brother Lysimachus in his stead in the priesthood; and Sostratus left Crates, who was governor of the Cyprians.
30 While those things were in doing, they of Tarsus and Mallos made insurrection, because they were given to the king’s concubine, called Antiochus.
31 Then came the king in all haste to appease matters, leaving Andronicus, a man in authority, for his deputy.
32 Now Menelaus, supposing that he had gotten a convenient time, stole certain vessels of gold out of the temple, and gave some of them to Andronicus, and some he sold into Tyrus and the cities round about.
33 Which when Onias knew of a surety, he reproved him, and withdrew himself into a sanctuary at Daphne, that lieth by Antiochia.
34 Wherefore Menelaus, taking Andronicus apart, prayed him to get Onias into his hands; who being persuaded thereunto, and coming to Onias in deceit, gave him his right hand with oaths; and though he were suspected by him, yet persuaded he him to come forth of the sanctuary: whom forthwith he shut up without regard of justice.
35 For the which cause not only the Jews, but many also of other nations, took great indignation, and were much grieved for the unjust murder of the man.
36 And when the king was come again from the places about Cilicia, the Jews that were in the city, and certain of the Greeks that abhorred the fact also, complained because Onias was slain without cause.
37 Therefore Antiochus was heartily sorry, and moved to pity, and wept, because of the sober and modest behaviour of him that was dead.
38 And being kindled with anger, forthwith he took away Andronicus his purple, and rent off his clothes, and leading him through the whole city unto that very place, where he had committed impiety against Onias, there slew he the cursed murderer. Thus the Lord rewarded him his punishment, as he had deserved.
39 Now when many sacrileges had been committed in the city by Lysimachus with the consent of Menelaus, and the fruit thereof was spread abroad, the multitude gathered themselves together against Lysimachus, many vessels of gold being already carried away.
40 Whereupon the common people rising, and being filled with rage, Lysimachus armed about three thousand men, and began first to offer violence; one Auranus being the leader, a man far gone in years, and no less in folly.
41 They then seeing the attempt of Lysimachus, some of them caught stones, some clubs, others taking handfuls of dust, that was next at hand, cast them all together upon Lysimachus, and those that set upon them.
42 Thus many of them they wounded, and some they struck to the ground, and all of them they forced to flee: but as for the churchrobber himself, him they killed beside the treasury.
43 Of these matters therefore there was an accusation laid against Menelaus.
44 Now when the king came to Tyrus, three men that were sent from the senate pleaded the cause before him:
45 But Menelaus, being now convicted, promised Ptolemee the son of Dorymenes to give him much money, if he would pacify the king toward him.
46 Whereupon Ptolemee taking the king aside into a certain gallery, as it were to take the air, brought him to be of another mind:
47 Insomuch that he discharged Menelaus from the accusations, who notwithstanding was cause of all the mischief: and those poor men, who, if they had told their cause, yea, before the Scythians, should have been judged innocent, them he condemned to death.
48 Thus they that followed the matter for the city, and for the people, and for the holy vessels, did soon suffer unjust punishment.
49 Wherefore even they of Tyrus, moved with hatred of that wicked deed, caused them to be honourably buried.
50 And so through the covetousness of them that were of power Menelaus remained still in authority, increasing in malice, and being a great traitor to the citizens.
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.