1 Όταν ο Ονίαςο Ονίας, δηλ. ο Ονίας Γ΄, γιος του Σίμωνος Β΄ (βλ. Σειρ κεφ. 50), απογόνου του Σαδώκ (Ιεζ 40:46). Πιθανότατα σ’ αυτόν γίνεται ο υπαινιγμός εις Δαν 9:26 και 11:22 (βλ. υποσ. εις Δαν 9:26). ήταν αρχιερέας στην Ιερουσαλήμ, η άγια πόλη απολάμβανε απόλυτη ειρήνη και οι νόμοι εφαρμόζονταν κατά τον καλύτερο τρόπο, γιατί ο αρχιερέας ήταν ευσεβής και αποστρεφόταν το κακό. 2 Κι αυτοί ακόμα οι βασιλιάδες της Συρίας και της Αιγύπτου τιμούσαν το ναό και του πρόσφεραν τα καλύτερα δώρα τους. 3 Ο Σέλευκος, βασιλιάς της Ασίας, πρόσφερε από τους φόρους που συνέλεγε, όλες τις δαπάνες που χρειάζονταν για την τέλεση των θυσιών.
4 Κάποιος όμως Σίμων από τη φυλή Βενιαμίν, επικεφαλής των αξιωματούχων του ναού, διαφώνησε με τον αρχιερέα Ονία σχετικά με τους κανονισμούς που ίσχυαν για τη λειτουργία της αγοράς της πόλης. 5 Κι επειδή δεν μπορούσε να παρασύρει τον Ονία, προσέφυγε στον Απολλώνιο, γιο του Θαρσαίου. Ο Απολλώνιος εκείνο τον καιρό ήταν κυβερνήτης της Κοίλης ΣυρίαςΚοίλης Συρίας. Κοιλάδα μεταξύ Λιβάνου και Αντιλιβάνου. και της Φοινίκης. 6 Ο Σίμων λοιπόν είπε στον Απολλώνιο ότι το θησαυροφυλάκιο των Ιεροσολύμων ήταν γεμάτο με αμύθητους θησαυρούς, αδύνατο να καταμετρηθούν, που όμως δε χρειάζονταν για τις θυσίες και συνεπώς έπρεπε να τεθούν υπό τον έλεγχο του βασιλιά.
7 Όταν ο Απολλώνιος συναντήθηκε με το βασιλιά, τού ανέφερε σχετικά με τα χρήματα, κι ο βασιλιάς διέταξε τον ταμία του τον Ηλιόδωρο να πάει και να του φέρει τα χρήματα αυτά. 8 Ο Ηλιόδωρος ξεκίνησε αμέσως να εκπληρώσει τη διαταγή του βασιλιά, με την πρόφαση ότι ήθελε να επιθεωρήσει τις πόλεις της Κοίλης Συρίας και της Φοινίκης.
9 Όταν έφτασε στα Ιεροσόλυμα, του έγινε θερμή υποδοχή από τον αρχιερέα της πόλης. Τότε ο Ηλιόδωρος του εξήγησε τον πραγματικό λόγο της επίσκεψής του και ζήτησε να πληροφορηθεί αν ήταν αλήθεια τα όσα του είχαν αναγγελθεί σχετικά με τα χρήματα. 10 Ο αρχιερέας τού είπε ότι πράγματι υπήρχαν τέτοια χρήματα φυλαγμένα για τις ανάγκες των χηρών και των ορφανών, 11 και ότι μερικά απ’ αυτά ανήκαν στον Υρκανό, γιο του Τωβία, ένα πολύ διακεκριμένο πρόσωπο. Δεν ήταν λοιπόν τα πράγματα όπως τους είχε πληροφορήσει ο συκοφάντης και ασεβής Σίμων. Εξάλλου όλο κι όλο το ασήμι ήταν τετρακόσια τάλαντα, και το χρυσάφι διακόσια. 12 Επίσης του είπε ότι ήταν εντελώς αδύνατο να επιτραπεί σε οποιονδήποτε να πάρει τα χρήματα που οι άνθρωποι τα είχαν εμπιστευτεί στην αγιότητα του τόπου και στη ιερή ασφάλεια του ναού, που τον σέβεται όλος ο κόσμος.
13 Ο Ηλιόδωρος όμως επέμενε ότι σύμφωνα με τις εντολές που είχε από το βασιλιά, τα χρήματα αυτά έπρεπε οπωσδήποτε να μεταφερθούν στο βασιλικό θησαυροφυλάκιο. 14 Όρισε λοιπόν και την ημέρα και μπήκε στο ναό για να τακτοποιήσει την υπόθεση.
Σ’ όλη την πόλη επικρατούσε μεγάλη αγωνία. 15 Οι ιερείς ντυμένοι τις ιερατικές στολές τους είχαν πέσει γονατιστοί μπροστά στο θυσιαστήριο και παρακαλούσαν τον Κύριο του ουρανού να διατηρήσει σώα τα αφιερώματα, γιατί αυτός είχε δώσει τους νόμους που προστάτευαν τα αφιερώματα που είχαν κατατεθεί στο ναό για ορισμένο σκοπό. 16 Πληγωνόταν η καρδιά όποιου έβλεπε το πρόσωπο του αρχιερέα. Η όψη του και το αλλαγμένο χρώμα του προσώπου του φανέρωναν την ψυχική του αγωνία. 17 Έτρεμε ολόκληρος από το φόβο του, κι όσοι τον έβλεπαν καταλάβαιναν τη θλίψη του. 18 Ο κόσμος ξεχύνονταν κατά κοπάδια στους δρόμους από τα σπίτια τους και ενώνονταν σε πάνδημη ικεσία να μη μιανθεί ο ναός. 19 Οι γυναίκες ζωσμένες πένθιμες ποδιές γέμιζαν τους δρόμους. Οι παρθένες, που δεν επιτρεπόταν να βγουν έξω, έτρεχαν άλλες στις πύλες και άλλες πάνω στα τείχη, ενώ άλλες έβγαιναν και κοιτούσαν από τα παράθυρα. 20 Όλες όμως είχαν σηκωμένα ψηλά τα χέρια και προσεύχονταν στο Θεό του ουρανού. 21 Ήταν θλιβερό το θέαμα της παλλαϊκής αυτής γονυκλισίας και του αρχιερέα, που ήταν γεμάτος φόβο και αγωνία.
22 Ενώ όλοι παρακαλούσαν τον παντοδύναμο Θεό να διαφυλάξει σώα και αβλαβή τα χρήματα που οι άνθρωποι τα είχαν εμπιστευθεί στην προστασία του, 23 ο Ηλιόδωρος άρχισε να εκτελεί τη διαταγή του βασιλιά. 24 Τη στιγμή όμως που αυτός και οι σωματοφύλακές του πλησίαζαν το θησαυροφυλάκιο, ο Κύριος των πνευμάτων, ο άρχοντας όλων των δυνάμεων φανερώθηκε με τέτοιον τρόπο, ώστε όλοι όσοι είχαν τολμήσει να μπουν μαζί με τον Ηλιόδωρο στο ναό πανικοβλήθηκαν και παρέλυσαν από το φόβο τους, βλέποντας τη δύναμη του Θεού: 25 Παρουσιάστηκε μπροστά τους ένας φοβερός καβαλάρης ντυμένος με χρυσή πανοπλία, πάνω σ’ ένα άλογο στολισμένο με ωραία σέλα. Το άλογο τρέχοντας με ορμή χτύπησε με τα μπροστινά του πόδια τον Ηλιόδωρο. 26 Μετά εμφανίστηκαν στον Ηλιόδωρο δυο άλλοι νέοι ασυνήθιστα δυνατοί και ωραίοι, με λαμπρές φορεσιές. Στάθηκαν πλάι του, ο ένας από τη μια μεριά κι ο άλλος από την άλλη, και τον χτυπούσαν συνεχώς με ένα μαστίγιο προκαλώντας του πολλές πληγές. 27 Ξαφνικά ο Ηλιόδωρος έπεσε αναίσθητος κάτω και τον άρπαξαν και τον έβαλαν σ’ ένα φορείο. 28 Έτσι, αυτός που πριν από λίγο είχε μπει στο θησαυροφυλάκιο με μεγάλη ακολουθία και με όλους τους σωματοφύλακές του, τώρα μεταφερόταν έξω ανίκανος να βοηθήσει τον εαυτό του. Και όλοι αναγνώρισαν ανεπιφύλακτα τη δύναμη του Θεού.
29 Ενώ ο Ηλιόδωρος κειτόταν καταγής άφωνος και χωρίς ελπίδα να θεραπευτεί, 30 οι Ιουδαίοι δοξολογούσαν τον Κύριο, που με θαυμαστό τρόπο προστάτεψε τον χώρο του. Κι ο ναός, όπου πριν από λίγο υπήρχε φόβος και ταραχή, τώρα με την εμφάνιση του παντοδύναμου Κυρίου γέμισε χαρά και αγαλλίαση.
31 Μερικοί από τους φίλους του Ηλιόδωρου παρακαλούσαν τον αρχιερέα Ονία να προσευχηθεί επειγόντως στον Ύψιστο να του χαρίσει τη ζωή, που ήταν πια στα τελευταία του. 32 Ο Ονίας φοβήθηκε μήπως κάποτε ο βασιλιάς νομίσει ότι οι Ιουδαίοι έκαναν κακό στον Ηλιόδωρο και γι’ αυτό πρόσφερε θυσία για τη σωτηρία του ανθρώπου.
33 Ενώ ο αρχιερέας πρόσφερε τη θυσία για τη συγχώρηση των αμαρτιών, ξαναφάνηκαν στον Ηλιόδωρο οι ίδιοι νέοι άντρες, ντυμένοι τα ίδια ρούχα, στάθηκαν και του είπαν: «Να χρωστάς ευγνωμοσύνη στον αρχιερέα Ονία, γιατί για χάρη του ο Κύριος σου χάρισε τη ζωή. 34 Και τώρα που έχεις μαστιγωθεί από τον Κύριο το Θεό του ουρανού, πήγαινε και διακήρυξε σε όλους τη μεγάλη του δύναμη». Αυτά είπαν κι εξαφανίστηκαν.
35 Τότε ο Ηλιόδωρος πρόσφερε θυσία και έκανε πολλά τάματα στο Θεό που του έσωσε τη ζωή. Αποχαιρέτησε τον Ονία και γύρισε με το στρατό του πίσω στο βασιλιά. 36 Εκεί διακήρυττε σ’ όλους τα έργα του μεγάλου Θεού, που είχε δει με τα ίδια του τα μάτια.
37 Όταν ο βασιλιάς ρώτησε τον Ηλιόδωρο ποιος θα ήταν κατάλληλος για την επόμενη αποστολή στα Ιεροσόλυμα, εκείνος απάντησε: 38 «Αν έχεις κανέναν εχθρό ή είναι κανείς συνωμότης εναντίον της κυβέρνησής σου, στείλε αυτόν εκεί. Θα σου έρθει πίσω μαστιγωμένος, αν καταφέρει τελικά να σωθεί, γιατί πραγματικά στον τόπο εκείνο υπάρχει κάποια τρομερή θεϊκή δύναμη. 39 Ο Θεός που κατοικεί στον ουρανό εποπτεύει και προστατεύει το ναό, και χτυπάει και καταστρέφει όσους πηγαίνουν να τον βλάψουν. 40 Αυτά λοιπόν ήταν τα γεγονότα τα σχετικά με τον Ηλιόδωρο και πώς γλίτωσε απ’ αυτόν το θησαυροφυλάκιο».
1 Now when the holy city was inhabited with all peace, and the laws were kept very well, because of the godliness of Onias the high priest, and his hatred of wickedness,
2 It came to pass that even the kings themselves did honour the place, and magnify the temple with their best gifts;
3 Insomuch that Seleucus of Asia of his own revenues bare all the costs belonging to the service of the sacrifices.
4 But one Simon of the tribe of Benjamin, who was made governor of the temple, fell out with the high priest about disorder in the city.
5 And when he could not overcome Onias, he gat him to Apollonius the son of Thraseas, who then was governor of Celosyria and Phenice,
6 And told him that the treasury in Jerusalem was full of infinite sums of money, so that the multitude of their riches, which did not pertain to the account of the sacrifices, was innumerable, and that it was possible to bring all into the king’s hand.
7 Now when Apollonius came to the king, and had shewed him of the money whereof he was told, the king chose out Heliodorus his treasurer, and sent him with a commandment to bring him the foresaid money.
8 So forthwith Heliodorus took his journey; under a colour of visiting the cities of Celosyria and Phenice, but indeed to fulfil the king’s purpose.
9 And when he was come to Jerusalem, and had been courteously received of the high priest of the city, he told him what intelligence was given of the money, and declared wherefore he came, and asked if these things were so indeed.
10 Then the high priest told him that there was such money laid up for the relief of widows and fatherless children:
11 And that some of it belonged to Hircanus son of Tobias, a man of great dignity, and not as that wicked Simon had misinformed: the sum whereof in all was four hundred talents of silver, and two hundred of gold:
12 And that it was altogether impossible that such wrongs should be done unto them, that had committed it to the holiness of the place, and to the majesty and inviolable sanctity of the temple, honoured over all the world.
13 But Heliodorus, because of the king’s commandment given him, said, That in any wise it must be brought into the king’s treasury.
14 So at the day which he appointed he entered in to order this matter: wherefore there was no small agony throughout the whole city.
15 But the priests, prostrating themselves before the altar in their priests’ vestments, called unto heaven upon him that made a law concerning things given to be kept, that they should safely be preserved for such as had committed them to be kept.
16 Then whoso had looked the high priest in the face, it would have wounded his heart: for his countenance and the changing of his colour declared the inward agony of his mind.
17 For the man was so compassed with fear and horror of the body, that it was manifest to them that looked upon him, what sorrow he had now in his heart.
18 Others ran flocking out of their houses to the general supplication, because the place was like to come into contempt.
19 And the women, girt with sackcloth under their breasts, abounded in the streets, and the virgins that were kept in ran, some to the gates, and some to the walls, and others looked out of the windows.
20 And all, holding their hands toward heaven, made supplication.
21 Then it would have pitied a man to see the falling down of the multitude of all sorts, and the fear of the high priest being in such an agony.
22 They then called upon the Almighty Lord to keep the things committed of trust safe and sure for those that had committed them.
23 Nevertheless Heliodorus executed that which was decreed.
24 Now as he was there present himself with his guard about the treasury, the Lord of spirits, and the Prince of all power, caused a great apparition, so that all that presumed to come in with him were astonished at the power of God, and fainted, and were sore afraid.
25 For there appeared unto them an horse with a terrible rider upon him, and adorned with a very fair covering, and he ran fiercely, and smote at Heliodorus with his forefeet, and it seemed that he that sat upon the horse had complete harness of gold.
26 Moreover two other young men appeared before him, notable in strength, excellent in beauty, and comely in apparel, who stood by him on either side; and scourged him continually, and gave him many sore stripes.
27 And Heliodorus fell suddenly unto the ground, and was compassed with great darkness: but they that were with him took him up, and put him into a litter.
28 Thus him, that lately came with a great train and with all his guard into the said treasury, they carried out, being unable to help himself with his weapons: and manifestly they acknowledged the power of God.
29 For he by the hand of God was cast down, and lay speechless without all hope of life.
30 But they praised the Lord, that had miraculously honoured his own place: for the temple; which a little afore was full of fear and trouble, when the Almighty Lord appeared, was filled with joy and gladness.
31 Then straightways certain of Heliodorus’ friends prayed Onias, that he would call upon the most High to grant him his life, who lay ready to give up the ghost.
32 So the high priest, suspecting lest the king should misconceive that some treachery had been done to Heliodorus by the Jews, offered a sacrifice for the health of the man.
33 Now as the high priest was making an atonement, the same young men in the same clothing appeared and stood beside Heliodorus, saying, Give Onias the high priest great thanks, insomuch as for his sake the Lord hath granted thee life:
34 And seeing that thou hast been scourged from heaven, declare unto all men the mighty power of God. And when they had spoken these words, they appeared no more.
35 So Heliodorus, after he had offered sacrifice unto the Lord, and made great vows unto him that had saved his life, and saluted Onias, returned with his host to the king.
36 Then testified he to all men the works of the great God, which he had seen with his eyes.
37 And when the king asked Heliodorus, who might be a fit man to be sent yet once again to Jerusalem, he said,
38 If thou hast any enemy or traitor, send him thither, and thou shalt receive him well scourged, if he escape with his life: for in that place, no doubt, there is an especial power of God.
39 For he that dwelleth in heaven hath his eye on that place, and defendeth it; and he beateth and destroyeth them that come to hurt it.
40 And the things concerning Heliodorus, and the keeping of the treasury, fell out on this sort.
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.