1 Ο Ιούδας ο Μακκαβαίοςο Μακκαβαίος (βλ. υποσ. εις κεφ. 2:4). Εδώ συνεχίζεται η διήγηση από το κεφ. 5:27. και οι άντρες του έμπαιναν κρυφά στις πόλεις και συγκέντρωναν όσους συγγενείς τους είχαν μείνει πιστοί στον Ιουδαϊσμό, περίπου έξι χιλιάδες άτομα. 2 Παρακαλούσαν τον Κύριο να ρίξει ένα σπλαχνικό βλέμμα στο λαό του, που όλοι τον κακομεταχειρίζονταν και να λυπηθεί το ναό του, που είχε μιανθεί από τους ασεβείς. 3 Του ζητούσαν να δείξει το έλεός του και στην Ιερουσαλήμ, που καταστρεφόταν κι επρόκειτο να ισοπεδωθεί, και ν’ ακούσει το αίμα των αδικοσκοτωμένων, που βοούσε δυνατά προς αυτόν.το αίμα... προς αυτόν. Βλ. υποσ. εις Ιεζ 24:7.4 Επίσης τον παρακαλούσαν να μη λησμονήσει να εκδικηθεί τους κακούς για τον παράνομο εξολοθρεμό των αθώων βρεφών και για τις βλασφημίες που εκτόξευαν εναντίον του Θεού.
5 Ο Μακκαβαίος οργανώθηκε, έτσι που να μην μπορούν να τον νικήσουν οι ειδωλολάτρες, γιατί η οργή του Θεού είχε πια μεταβληθεί σε ευσπλαχνία. 6 Έμπαινε αιφνιδιαστικά σε πόλεις και χωριά και τα έκαιγε. Καταλάμβανε καίρια σημεία, νικούσε τους εχθρούς και τους κατατρόπωνε. 7 Γι’ αυτές τις επιθέσεις χρησιμοποιούσε κυρίως τις νύχτες και η φήμη για την ανδρεία του απλωνόταν παντού.
8 Ο Φίλιππος, κυβερνήτης της Ιερουσαλήμ, έβλεπε πως ο άνθρωπος αυτός σιγά σιγά κέρδιζε έδαφος και οι νίκες του γίνονταν όλο και συχνότερες. Γι’ αυτό έγραψε στον Πτολεμαίο, κυβερνήτη της Κοίλης Συρίαςτης Κοίλης Συρίας Βλ. υποσ. εις κεφ. 3:5. και της Φοινίκης, ζητώντας τη βοήθειά του στην υπεράσπιση των βασιλικών συμφερόντων. 9 Ο Πτολεμαίος διόρισε αμέσως τον Νικάνορα, γιο του Πάτροκλου, που ανήκε στον κύκλο των φίλων του βασιλιά, επικεφαλής είκοσι χιλιάδων περίπου αντρών διαλεγμένων απ’ όλα τα έθνη που είχε υποδουλώσει, με τη διαταγή να εξαφανίσει το γένος των Ιουδαίων. Του έδωσε επίσης στρατηγό το Γοργία, που διέθετε μεγάλη πολεμική πείρα.
10 Ο Νικάνωρ ανέλαβε την υποχρέωση να ξεπληρώσει στους Ρωμαίους το φόρο που όφειλε σ’ αυτούς ο βασιλιάς Αντίοχος και που ανερχόταν σε δύο χιλιάδες τάλαντα. Αυτά θα τα εισέπραττε πουλώντας Ιουδαίους αιχμαλώτους για δούλους. 11 Αμέσως έστειλε απεσταλμένους στις παραλιακές πόλεις και παρότρυνε τους εμπόρους τους να αγοράζουν Ιουδαίους αιχμαλώτους για δούλους· θα τους πουλούσε σ’ αυτούς ο ίδιος, προς ένα τάλαντο τους ενενήντα αιχμαλώτους. Δεν ήξερε όμως ότι τον περίμενε η τιμωρία του παντοδύναμου Θεού.
12 Όταν ο Ιούδας πληροφορήθηκε ότι ο Νικάνωρ σχεδίαζε επίθεση, μετέδωσε στους άντρες του την είδηση, ότι εμφανίστηκε ο στρατός του Νικάνορα. 13 Τότε, όσοι ήταν δειλοί και δεν πίστευαν στη δικαιοσύνη του Θεού, έφυγαν και πήγαν σ’ άλλον τόπο. 14 Οι υπόλοιποι πουλούσαν ό,τι τους είχε απομείνει και παρακαλούσαν όλοι μαζί τον Κύριο να τους σώσει από τον ασεβή Νικάνορα, που τους είχε κιόλας πουλήσει δούλους, πριν ακόμη πολεμήσει εναντίον τους. 15 Του ζητούσαν να τους σώσει, έστω κι αν δεν το άξιζαν, χάρη στις υποσχέσεις που είχε δώσει στους προγόνους τους και επειδή αυτός ο άγιος και θαυμαστός Θεός τούς είχε κάνει λαό του.και επειδή... λαό του. Κατά λ.: «και επειδή το άγιο και μεγαλόπρεπο όνομά του είχε διακηρυχθεί πάνω τους».
16 Ο Μακκαβαίος συγκέντρωσε τους άντρες του, έξι χιλιάδες άτομα, και τους εμψύχωσε να μην πανικοβληθούν από το μεγάλο πλήθος των εχθρών που άδικα ήθελαν να επιτεθούν εναντίον τους, αλλά ν’ αγωνιστούν με γενναιότητα. 17 Να θυμηθούν τη μεγάλη προσβολή που έκαναν οι εχθροί τους ενάντια στο ναό, πώς έκαναν την Ιερουσαλήμ να υποφέρει, καθώς έγινε αντικείμενο εμπαιγμού, και πώς κατήργησαν το πολίτευμα που είχαν εγκαθιδρύσει οι πρόγονοί τους. 18 «Αυτοί», τους έλεγε, «στηρίζονται στα όπλα και στο θράσος τους, εμείς όμως έχουμε στηρίξει την εμπιστοσύνη μας στον παντοδύναμο Θεό, που μπορεί με ένα νεύμα του να συντρίψει όχι μόνο όσους μας επιτίθενται αλλά κι όλο τον κόσμο». 19 Επίσης τους διηγήθηκε τις περιπτώσεις που ο Θεός είχε βοηθήσει τους προγόνους τους, και πώς στην εποχή του Σενναχειρίμ καταστράφηκαν οι εχθροί τους, εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδες άντρες. 20 Ακόμη τους θύμισε πώς αντιμετώπισαν τους ίδιους τους Γαλάτες στη Βαβυλωνία, εκατόν είκοσι χιλιάδες άντρες, τότε που οχτώ χιλιάδες Ιουδαίοι ήρθαν να πολεμήσουν σε βοήθεια τεσσάρων χιλιάδων Μακεδόνων. Κι όταν οι Μακεδόνες βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, οι οχτώ χιλιάδες Ιουδαίοι νίκησαν με τη βοήθεια του Κυρίου του ουρανού τις εκατόν είκοσι χιλιάδες των Γαλατών και πήραν πολλά λάφυρα.
21 Με όλα αυτά ο Ιούδας ο Μακκαβαίος τούς έδωσε θάρρος και τους προετοίμασε να πεθάνουν πρόθυμα για τους νόμους και την πατρίδα τους, και χώρισε το στρατό σε τέσσερα μέρη. 22 Τα αδέρφια του, δηλ. το Σίμωνα, τον ΙώσηποΙώσηπο. Μόνον εδώ και στο κεφ. 10:19 αδερφός του Ιούδα αναφέρεται μ’ αυτό το όνομα. Σε όλα τα άλλα σημεία αναφέρεται ως Ιωάννης (Α΄ Μακ 2:2· 9:36 κλπ.) και τον Ιωνάθαν, τους τοποθέτησε επικεφαλής των τριών τμημάτων, που το καθένα αποτελείτο από χίλιους πεντακόσιους άντρες. 23 Ακόμα όρισε τον Ελεάζαρο να διαβάσει το ιερό βιβλίο δυνατά. Μετά έδωσε το σύνθημα: «Ο Θεός βοήθειά μας!» κι άρχισε να πολεμάει εναντίον του Νικάνορα επικεφαλής του πρώτου τμήματος του στρατού.
24 Με τη βοήθεια του παντοδύναμου Θεού κατέσφαξαν πάνω από εννέα χιλιάδες εχθρούς, και τους περισσότερους από τους στρατιώτες του Νικάνορα τους άφησαν πληγωμένους· τους υπόλοιπους τους ανάγκασαν να τραπούν σε φυγή. 25 Επίσης πήραν και τα χρήματα εκείνων που είχαν έρθει να τους αγοράσουν για αιχμαλώτους. Καταδίωξαν τους εχθρούς για αρκετό χρονικό διάστημα, μέχρις ότου περνούσε η ώρα, 26 κι έπρεπε αναγκαστικά να σταματήσουν και να γυρίσουν πίσω, γιατί άρχιζε το Σάββατο. 27 Αφού λοιπόν πήραν τα όπλα από τους εχθρούς τους και τους λαφυραγώγησαν, γιόρτασαν το Σάββατο. Ύμνησαν και ευχαρίστησαν τον Κύριο που τους έσωσε εκείνη την ημέρα, η οποία θεωρήθηκε και σαν ένα νέο ξεκίνημα, που ο Κύριος άρχισε να δείχνει πάλι την ευσπλαχνία του σ’ αυτούς.
28 Αφού πέρασε το Σάββατο, μοίρασαν μερικά από τα λάφυρα στα θύματα των διωγμών, στις χήρες και στα ορφανά, και τα υπόλοιπα τα μοίρασαν στις δικές τους οικογένειες. 29 Όταν τέλειωσαν με όλα αυτά, ανέπεμψαν κοινή δέηση και παρακαλούσαν τον σπλαχνικό Κύριο να συμφιλιωθεί με τους δούλους του για πάντα.
30 Αργότερα οι Ιουδαίοι πολέμησαν εναντίον των αντρών του Τιμόθεου και του Βακχίδη και σκότωσαν απ’ αυτούς πάνω από είκοσι χιλιάδες. Κυρίεψαν με ευκολία ψηλά οχυρά και μοιράστηκαν πάρα πολλά λάφυρα. Εξίσου με τα δικά τους μερίδια έδωσαν στα θύματα των διωγμών, στα ορφανά, στις χήρες, ακόμα και στους γέροντες. 31 Συνέλεξαν προσεκτικά όλα τα όπλα των εχθρών και τα αποθήκευσαν σε καίρια σημεία, ενώ τα υπόλοιπα λάφυρα τα έφεραν στα Ιεροσόλυμα.
32 Επίσης σκότωσαν τον αρχηγό των ανδρών του Τιμόθεου, έναν ασεβή άνθρωπο, που είχε προκαλέσει πολλές συμφορές στους Ιουδαίους. 33 Ενώ πανηγύριζαν στην πόλη των προγόνων τους τη νίκη τους, έκαψαν ζωντανούς εκείνους που είχαν βάλει φωτιά στις πύλες του ναού. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν κι ο Καλλισθένης, που είχε καταφύγει σε ένα μικρό σπίτι, κι έτσι έλαβε την τιμωρία που του άξιζε για την ασέβειά του.
34 Έτσι ο ασεβής Νικάνωρ, που είχε φέρει χίλιους εμπόρους για ν’ αγοράσουν τους Ιουδαίους αιχμαλώτους, 35 ταπεινώθηκε με τη βοήθεια του Θεού από κείνους που τους θεωρούσε ασήμαντους. Πέταξε τη μεγαλόπρεπη στολή του και περνώντας από την ενδοχώρα κατέφυγε στην Αντιόχεια σαν δραπέτης δούλος, μόνος και δυστυχής, γιατί ο στρατός του είχε πια καταστραφεί. 36 Αυτός που είχε αναλάβει να εξασφαλίσει για τους Ρωμαίους το φόρο που τους όφειλε, πουλώντας για δούλους τούς αιχμαλώτους που θα συνελάμβανε στα Ιεροσόλυμα, αυτός τώρα διακήρυττε πως οι Ιουδαίοι έχουν Θεό που πολεμάει γι’ αυτούς· κι επειδή τηρούν τους νόμους του, είναι αήττητοι.
1 Then Judas Maccabeus, and they that were with him, went privily into the towns, and called their kinsfolks together, and took unto them all such as continued in the Jews’ religion, and assembled about six thousand men.
2 And they called upon the Lord, that he would look upon the people that was trodden down of all; and also pity the temple profaned of ungodly men;
3 And that he would have compassion upon the city, sore defaced, and ready to be made even with the ground; and hear the blood that cried unto him,
4 And remember the wicked slaughter of harmless infants, and the blasphemies committed against his name; and that he would shew his hatred against the wicked.
5 Now when Maccabeus had his company about him, he could not be withstood by the heathen: for the wrath of the Lord was turned into mercy.
6 Therefore he came at unawares, and burnt up towns and cities, and got into his hands the most commodious places, and overcame and put to flight no small number of his enemies.
7 But specially took he advantage of the night for such privy attempts, insomuch that the fruit of his holiness was spread every where.
8 So when Philip saw that this man increased by little and little, and that things prospered with him still more and more, he wrote unto Ptolemeus, the governor of Celosyria and Phenice, to yield more aid to the king’s affairs.
9 Then forthwith choosing Nicanor the son of Patroclus, one of his special friends, he sent him with no fewer than twenty thousand of all nations under him, to root out the whole generation of the Jews; and with him he joined also Gorgias a captain, who in matters of war had great experience.
10 So Nicanor undertook to make so much money of the captive Jews, as should defray the tribute of two thousand talents, which the king was to pay to the Romans.
11 Wherefore immediately he sent to the cities upon the sea coast, proclaiming a sale of the captive Jews, and promising that they should have fourscore and ten bodies for one talent, not expecting the vengeance that was to follow upon him from the Almighty God.
12 Now when word was brought unto Judas of Nicanor’s coming, and he had imparted unto those that were with him that the army was at hand,
13 They that were fearful, and distrusted the justice of God, fled, and conveyed themselves away.
14 Others sold all that they had left, and withal besought the Lord to deliver them, sold by the wicked Nicanor before they met together:
15 And if not for their own sakes, yet for the covenants he had made with their fathers, and for his holy and glorious name’s sake, by which they were called.
16 So Maccabeus called his men together unto the number of six thousand, and exhorted them not to be stricken with terror of the enemy, nor to fear the great multitude of the heathen, who came wrongly against them; but to fight manfully,
17 And to set before their eyes the injury that they had unjustly done to the holy place, and the cruel handling of the city, whereof they made a mockery, and also the taking away of the government of their forefathers:
18 For they, said he, trust in their weapons and boldness; but our confidence is in the Almighty who at a beck can cast down both them that come against us, and also all the world.
19 Moreover, he recounted unto them what helps their forefathers had found, and how they were delivered, when under Sennacherib an hundred fourscore and five thousand perished.
20 And he told them of the battle that they had in Babylon with the Galatians, how they came but eight thousand in all to the business, with four thousand Macedonians, and that the Macedonians being perplexed, the eight thousand destroyed an hundred and twenty thousand because of the help that they had from heaven, and so received a great booty.
21 Thus when he had made them bold with these words, and ready to die for the law and the country, he divided his army into four parts;
22 And joined with himself his own brethren, leaders of each band, to wit Simon, and Joseph, and Jonathan, giving each one fifteen hundred men.
23 Also he appointed Eleazar to read the holy book: and when he had given them this watchword, The help of God; himself leading the first band,
24 And by the help of the Almighty they slew above nine thousand of their enemies, and wounded and maimed the most part of Nicanor’s host, and so put all to flight;
25 And took their money that came to buy them, and pursued them far: but lacking time they returned:
26 For it was the day before the sabbath, and therefore they would no longer pursue them.
27 So when they had gathered their armour together, and spoiled their enemies, they occupied themselves about the sabbath, yielding exceeding praise and thanks to the Lord, who had preserved them unto that day, which was the beginning of mercy distilling upon them.
28 And after the sabbath, when they had given part of the spoils to the maimed, and the widows, and orphans, the residue they divided among themselves and their servants.
29 When this was done, and they had made a common supplication, they besought the merciful Lord to be reconciled with his servants for ever.
30 Moreover of those that were with Timotheus and Bacchides, who fought against them, they slew above twenty thousand, and very easily got high and strong holds, and divided among themselves many spoils more, and made the maimed, orphans, widows, yea, and the aged also, equal in spoils with themselves.
31 And when they had gathered their armour together, they laid them up all carefully in convenient places, and the remnant of the spoils they brought to Jerusalem.
32 They slew also Philarches, that wicked person, who was with Timotheus, and had annoyed the Jews many ways.
33 Furthermore at such time as they kept the feast for the victory in their country they burnt Callisthenes, that had set fire upon the holy gates, who had fled into a little house; and so he received a reward meet for his wickedness.
34 As for that most ungracious Nicanor, who had brought a thousand merchants to buy the Jews,
35 He was through the help of the Lord brought down by them, of whom he made least account; and putting off his glorious apparel, and discharging his company, he came like a fugitive servant through the midland unto Antioch having very great dishonour, for that his host was destroyed.
36 Thus he, that took upon him to make good to the Romans their tribute by means of captives in Jerusalem, told abroad, that the Jews had God to fight for them, and therefore they could not be hurt, because they followed the laws that he gave them.
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.