1 Την εποχή εκείνη ο Αντίοχος ετοίμαζε τη δεύτερη εκστρατεία του εναντίον της Αιγύπτου. 2 Τότε συνέβηκε για σαράντα περίπου μέρες ο λαός να βλέπει ιππείς που έτρεχαν στον αέρα πάνω από την Ιερουσαλήμ. Φορούσαν χρυσές στολές, ήταν οπλισμένοι με λόγχες και διατεταγμένοι κατά διλοχίες 3 και ίλες ιππικού. Η μία ορμούσε εναντίον της άλλης, ασπίδες και πλήθος δόρατα σείονταν, τραβούσαν σπαθιά κι έριχναν βέλη, και λαμπύριζαν στον ήλιο οι θώρακές τους και τα χρυσά στολίδια των αλόγων. 4 Κι όλοι παρακαλούσαν τα οράματα αυτά να καταλήξουν σε καλό.
5 Όταν διαδόθηκε η ψευδής φήμη πως ο Αντίοχος είχε πεθάνει, ο Ιάσονας συγκέντρωσε πάνω από χίλιους άντρες και επιτέθηκε αιφνιδιαστικά εναντίον της Ιερουσαλήμ. Οι υπερασπιστές της πάνω στα τείχη απωθήθηκαν και η πόλη τελικά κυριεύτηκε. Τότε ο Μενέλαος κατέφυγε στην ακρόπολη. 6 Ο Ιάσονας έσφαζε αλύπητα τους ίδιους του τους συμπολίτες, με τη συναίσθηση ότι κατατρόπωνε εχθρούς και όχι συμπατριώτες του. Δεν καταλάβαινε ότι οποιαδήποτε επιτυχία του σε βάρος του λαού του θα ήταν η μεγαλύτερη δυστυχία γι’ αυτόν. 7 Παρ’ όλα αυτά δεν κατάφερε να πάρει στα χέρια του την εξουσία, και το αποτέλεσμα της συνωμοσίας του ήταν να καταντροπιαστεί: Υποχρεώθηκε να καταφύγει πάλι εξόριστος στην περιοχή των Αμμωνιτών, όπου είχε κακό τέλος.
8 Τον κατηγόρησαν στον Αρέτα, βασιλιά των Αράβων κι αναγκάστηκε να φεύγει από πόλη σε πόλη. Όλοι τον κυνηγούσαν και τον μισούσαν, γιατί ήταν παραβάτης των νόμων, και τον περιφρονούσαν γιατί ήταν φονιάς των συμπατριωτών του. Τελικά κατέφυγε στην Αίγυπτο 9 κι ύστερα στους Λακεδαιμόνιους, πιστεύοντας πως θα έβρισκε καταφύγιο σ’ αυτούς, που ήταν συγγενικός λαόςσυγγενικός λαός. Πρβλ. Α΄ Μακ 12:6–7:21. με τους Ιουδαίους. Έτσι, αυτός που είχε διώξει πολλούς από την πατρίδα του, πέθανε σε ξένη χώρα. 10 Αυτός που είχε φονεύσει πλήθος ανθρώπων και είχε παραπετάξει άθαφτα τα πτώματά τους, δεν είχε κανένα να τον κλάψει· καμιά νεκρώσιμη τελετή δεν του έκαναν, ούτε βρήκε τόπο να θαφτεί μαζί με τους προγόνους του.
11 Όταν ο βασιλιάς πληροφορήθηκε αυτά που είχαν συμβεί στην Ιερουσαλήμ, νόμισε πως επαναστάτησε ολόκληρη η Ιουδαία. Γεμάτος θυμό, λοιπόν, σαν άγριο θηρίο ξεκίνησε από την Αίγυπτο και κατέλαβε με έφοδο την Ιερουσαλήμ. 12 Διέταξε τους στρατιώτες του να χτυπούν αλύπητα όσους έβρισκαν μπροστά τους και να σφάζουν όσους ανέβαιναν στις στέγες των σπιτιών για να κρυφτούν. 13 Έτσι σκοτώθηκαν νέοι και γέροι, εξολοθρεύτηκαν άντρες, γυναίκες και παιδιά, παραδόθηκαν στη σφαγή παρθένες και βρέφη. 14 Μέσα σε τρεις μέρες καταστράφηκαν ογδόντα χιλιάδες κόσμος· σαράντα χιλιάδες σφάχτηκαν κατά τη σύγκρουση κι ακόμα περισσότεροι πουλήθηκαν σκλάβοι.
15 Ο Αντίοχος όμως δεν αρκέστηκε μόνο σ’ αυτά. Τόλμησε να μπει στον αγιότατο ναό όλης της γης, και με οδηγό το Μενέλαο, που είχε προδώσει τη θρησκεία του και την πατρίδα του, 16 με τα βέβηλα χέρια του άρπαξε τα ιερά σκεύη και τα αφιερώματα που άλλοι βασιλιάδες τα είχαν προσφέρει για πλουτισμό, δόξα και τιμή του ναού.
17 Μπορούσε να περηφανεύεται, γιατί δεν καταλάβαινε ότι για λίγο μόνο διάστημα ο Κύριος είχε οργιστεί και είχε πάψει να επιβλέπει το ναό, κι αυτό εξαιτίας των αμαρτιών των κατοίκων της Ιερουσαλήμ. 18 Αν ο λαός δεν είχε συσσωρεύσει πάνω του τόσες αμαρτίες, τότε ο άνθρωπος αυτός, αμέσως μόλις θα έφτανε στο ναό, θα μαστιγωνόταν και θα έχανε όλο του το θράσος. Θα πάθαινε τα ίδια με τον Ηλιόδωρο, όταν τον είχε στείλει ο βασιλιάς Σέλευκος να ελέγξει το θησαυροφυλάκιο. 19 Αλλά ο Κύριος δεν είχε διαλέξει το λαό του για χάρη του ναού, αλλά τον ναό για χάρη του λαού του. 20 Γι’ αυτό ακριβώς ο ναός υπέφερε κι αυτός μαζί με το λαό όταν τους έβρισκαν δεινά, και απολάμβανε μαζί τους τις ευεργεσίες του Κυρίου. Όταν ο Κύριος εγκατέλειπε το λαό, εγκαταλειπόταν και ο ναός. Κι όταν ο Κύριος συμφιλιωνόταν με το λαό του, ο ναός αποκαθίστατο με κάθε τιμή.
21 Ο Αντίοχος λοιπόν πήρε από το ναό οκτακόσια τάλαντα και έφυγε βιαστικά για την Αντιόχεια. Ήταν τόσο εγωιστής, που νόμιζε ότι μπορούσε να διασχίσει εύκολα τη στεριά με καράβι και τη θάλασσα με τα πόδια. 22 Επιπλέον διόρισε κυβερνήτες για να προξενούν συμφορές στο γένος μας: Στα Ιεροσόλυμα διόρισε κάποιον Φίλιππο, που καταγόταν από τη Φρυγία και ήταν στη συμπεριφορά του πιο βάρβαρος κι από κείνον που τον διόρισε· 23 στο Γαριζίν διόρισε τον Ανδρόνικο· κι εκτός απ’ αυτούς διόρισε το Μενέλαο, ο οποίος καυχιόταν ότι μεταχειριζόταν τους πολίτες χειρότερα από τους άλλους κυβερνήτες. Τόσο πολύ μισούσε τους συμπατριώτες του Ιουδαίους.
24 Επίσης ο Αντίοχος έστειλε τον Απολλώνιο, διοικητή των μισθοφόρων από τη Μυσία, με είκοσι χιλιάδες στρατό και με διαταγή να κατασφάξει όλους τους ενήλικες και να πουλήσει τις γυναίκες και τους νέους για σκλάβους. 25 Ο ίδιος πήγε στα Ιεροσόλυμα προσποιούμενος ότι είχε ειρηνικό σκοπό, και περίμενε μέχρι την άγια ημέρα του Σαββάτου, που οι Ιουδαίοι την τηρούσαν ως αργία. Εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι οι Ιουδαίοι βρίσκονταν σε αποχή από κάθε εργασία, διέταξε τους άντρες του να κάνουν παρέλαση έξω από την πόλη. 26 Κι όσους βγήκαν να παρακολουθήσουν την παρέλαση τους σκότωσε όλους. Κατόπιν έτρεξε μέσα στην πόλη με τα όπλα και κατέσφαξε κι εκεί πάρα πολλούς.
27 Ο Ιούδας ο Μακκαβαίος,ο Μακκαβαίος. Βλ. υποσ. εις Α΄ Μακ 2:4. όμως, μαζί με άλλους εννέα άντρες περίπου κατέφυγε στην έρημο και ζούσαν στα βουνά σαν τα θηρία, όπου συντηρούνταν συνεχώς με χόρτα για να μη μιανθούν.
1 About the same time Antiochus prepared his second voyage into Egypt:
2 And then it happened, that through all the city, for the space almost of forty days, there were seen horsemen running in the air, in cloth of gold, and armed with lances, like a band of soldiers,
3 And troops of horsemen in array, encountering and running one against another, with shaking of shields, and multitude of pikes, and drawing of swords, and casting of darts, and glittering of golden ornaments, and harness of all sorts.
4 Wherefore every man prayed that that apparition might turn to good.
5 Now when there was gone forth a false rumour, as though Antiochus had been dead, Jason took at the least a thousand men, and suddenly made an assault upon the city; and they that were upon the walls being put back, and the city at length taken, Menelaus fled into the castle:
6 But Jason slew his own citizens without mercy, not considering that to get the day of them of his own nation would be a most unhappy day for him; but thinking they had been his enemies, and not his countrymen, whom he conquered.
7 Howbeit for all this he obtained not the principality, but at the last received shame for the reward of his treason, and fled again into the country of the Ammonites.
8 In the end therefore he had an unhappy return, being accused before Aretas the king of the Arabians, fleeing from city to city, pursued of all men, hated as a forsaker of the laws, and being had in abomination as an open enemy of his country and countrymen, he was cast out into Egypt.
9 Thus he that had driven many out of their country perished in a strange land, retiring to the Lacedemonians, and thinking there to find succour by reason of his kindred:
10 And he that had cast out many unburied had none to mourn for him, nor any solemn funerals at all, nor sepulchre with his fathers.
11 Now when this that was done came to the king’s ear, he thought that Judea had revolted: whereupon removing out of Egypt in a furious mind, he took the city by force of arms,
12 And commanded his men of war not to spare such as they met, and to slay such as went up upon the houses.
13 Thus there was killing of young and old, making away of men, women, and children, slaying of virgins and infants.
14 And there were destroyed within the space of three whole days fourscore thousand, whereof forty thousand were slain in the conflict; and no fewer sold than slain.
15 Yet was he not content with this, but presumed to go into the most holy temple of all the world; Menelaus, that traitor to the laws, and to his own country, being his guide:
16 And taking the holy vessels with polluted hands, and with profane hands pulling down the things that were dedicated by other kings to the augmentation and glory and honour of the place, he gave them away.
17 And so haughty was Antiochus in mind, that he considered not that the Lord was angry for a while for the sins of them that dwelt in the city, and therefore his eye was not upon the place.
18 For had they not been formerly wrapped in many sins, this man, as soon as he had come, had forthwith been scourged, and put back from his presumption, as Heliodorus was, whom Seleucus the king sent to view the treasury.
19 Nevertheless God did not choose the people for the place’s sake, but the place for the people’s sake.
20 And therefore the place itself, that was partaker with them of the adversity that happened to the nation, did afterward communicate in the benefits sent from the Lord: and as it was forsaken in the wrath of the Almighty, so again, the great Lord being reconciled, it was set up with all glory.
21 So when Antiochus had carried out of the temple a thousand and eight hundred talents, he departed in all haste unto Antiochia, weening in his pride to make the land navigable, and the sea passable by foot: such was the haughtiness of his mind.
22 And he left governors to vex the nation: at Jerusalem, Philip, for his country a Phrygian, and for manners more barbarous than he that set him there;
23 And at Garizim, Andronicus; and besides, Menelaus, who worse than all the rest bare an heavy hand over the citizens, having a malicious mind against his countrymen the Jews.
24 He sent also that detestable ringleader Apollonius with an army of two and twenty thousand, commanding him to slay all those that were in their best age, and to sell the women and the younger sort:
25 Who coming to Jerusalem, and pretending peace, did forbear till the holy day of the sabbath, when taking the Jews keeping holy day, he commanded his men to arm themselves.
26 And so he slew all them that were gone to the celebrating of the sabbath, and running through the city with weapons slew great multitudes.
27 But Judas Maccabeus with nine others, or thereabout, withdrew himself into the wilderness, and lived in the mountains after the manner of beasts, with his company, who fed on herbs continually, lest they should be partakers of the pollution.
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.