Publicidade

Tobit 3

KJV

1 Τότε εγώ λυπήθηκα, έκλαψα και προσευχήθηκα με πόνο: 2 «Δίκαιος είσαι Κύριε», είπα· «όλα τα έργα σου και οι νόμοι σου έλεος είναι και πιστότητα, κι εσύ με κρίση αληθινή και δίκαιη κρίνεις αιώνια. 3 Μη με ξεχάσεις και βοήθησέ με· για ταμαρτήματά μου μη με τιμωρήσεις, ούτε για τα δικά μου και των προγόνων μου τα παραπτώματα, που πράξαμε απέναντί σου, 4 παρακούοντας τις εντολές σου. Γιαυτό και στη λεηλασία μάς παρέδωσες και στην αιχμαλωσία και στο θάνατο· εγίναμε ντροπής παράδειγμα σόλα τα έθνη όπου σκορπιστήκαμε. 5 Είναι πολλές, λοιπόν, και δίκαιες οι κρίσεις σου εναντίον μου για τα δικά μου και των προγόνων μου τα αμαρτήματα, γιατί δεν εφαρμόσαμε τις εντολές σου και δε σε ακολουθήσαμε πιστά. 6 Και τώρα, ό,τι σαρέσει κάνε μου· πρόσταξε από μέσα μου να φύγει η ζωογόνος δύναμη, για να πεθάνω και να γίνω χώμα. Καλύτερα είναι να πεθάνω παρά να ζω, γιατί με ψέματα, άδικα με κατηγόρησαν και έχω μεγάλη στενοχώρια· διάταξε λοιπόν ναπαλλαγώ πια απτη θλίψη ετούτη στον τόπο τον αιώνιο· και μη με αποστραφείς».

Η μεγάλη στενοχώρια της Σάρρας

7 Την ίδια μέραΠροφανώς από το σημείο αυτό και κάτω συνεχίζει κάποιος ανώνυμος αφηγητής και όχι πια ο ίδιος ο Τωβίτ. στα Εκβάτανα της Μηδίας, συνέβη στην κόρη του Ραγουήλ, τη Σάρρα, να την περιπαίξουν κι αυτήν κάποιες δούλες του πατέρα της, 8 γιατί η Σάρρα είχε παντρευτεί εφτά άντρες, αλλά ο Ασμοδαίος,Ασμοδαίος. Ομόηχη εβραϊκής λ. που σημαίνει «Απολλύων». αυτό το πονηρό πνεύμα, σκότωνε κάθε φορά τον άντρα της πριν πλαγιάσει μαζί της, όπως πλαγιάζει κάθε σύζυγος με τη γυναίκα του. «Δεν καταλαβαίνεις», της έλεγαν, «ότι εσύ πνίγεις τους άντρες σου; Εφτά είχες και δεν πήρες το όνομα κανενός απαυτούς. 9 Γιατί μας παιδεύεις; Αφού πέθαναν, άντε κι εσύ καλύτερα μαζί τους, να μη δούμε ποτέ γιο ή κόρη από σένα».

10 Εκείνη όταν άκουσε αυτά τα λόγια, τόσο πολύ στενοχωρήθηκε, που αποφάσισε να πάει να κρεμαστεί. Ξαφνικά όμως σκέφτηκε: «Είμαι μοναχοπαίδι του πατέρα μου· αν κάνω κάτι τέτοιο θα τον ντροπιάσω, και η μεγάλη θλίψη τώρα στα γεράματα θα τον στείλει στον άδη».

Η Σάρρα προσεύχεται να πεθάνει

11 Η Σάρρα γύρισε προς το παράθυροπρος το παράθυρο. Πιθανώς υπονοείται το παράθυρο που έβλεπε μακριά προς την Ιερουσαλήμ. και προσευχήθηκε μαυτά τα λόγια: «Δοξασμένος να σαι Κύριε, Θεέ μου, κι ευλογημένο το άγιο και ένδοξο όνομά σου για πάντα· ας σε δοξολογούν όλα τα έργα σου αιώνια! 12 Τώρα, Κύριε, σεσένα στράφηκα για βοήθεια. 13 Πρόσταξέ με να φύγω απαυτόν τον κόσμο για να μην ακούω πια τους χλευασμούς. 14 Εσύ το ξέρεις, Κύριε, πως είμαι αγνή παρθένα, 15 και δεν έχω ντροπιάσει το όνομά μου ούτε το όνομα του πατέρα μου στη χώρα αυτή που έχω εξορισθεί. Είμαι μοναχοκόρη του πατέρα μου· δεν έχει άλλο παιδί να τον κληρονομήσει, ούτε κανένα συγγενή ή αδερφό για να τον παντρευτώ. Δεν υπάρχει πια λόγος να ζω· έχασα και τους εφτά άντρες μου. Αν δεν σου φαίνεται καλό να με αφήσεις να πεθάνω, πρόσταξε τουλάχιστον να ενδιαφερθεί για μένα κάποιος και να με σπλαχνιστεί, για να μην ακούω πια τις κοροϊδίες του κόσμου».

Ο Θεός προετοιμάζει τη σωτηρία

16 Οι προσευχές του Τωβίτ και της Σάρρας εισακούστηκαν από τον ένδοξο και μεγάλο Θεό, 17 κι έστειλε τον αρχάγγελο Ραφαήλ να θεραπεύσει και τους δυο: Να αφαιρέσει τα λευκά στίγματα από τα μάτια του Τωβίτ, και να δώσει γυναίκα στον Τωβία, γιο του Τωβίτ, τη Σάρρα, κόρη του Ραγουήλ, δένοντας τον Ασμοδαίο, το κακό πνεύμα, γιατί στον Τωβία ταίριαζε να πάρει τη Σάρρα γυναίκα του.Το όνομα Ραφαήλ (βλ. και 5:4) σημαίνει «Ο Θεός πολεμάει». – Για το όνομα Ασμοδαίος βλ. υποσ. εις κεφ. 3:8.

Την ίδια ώρα που επέστρεψε ο Τωβίτ και μπήκε στο σπίτι του κατέβηκε και η Σάρρα, κόρη του Ραγουήλ, από το ανώγειο του σπιτιού της κάτω.

Οι τελευταίες υποθήκες του Τωβίτ στο γιο του

1 Then I being grieved did weep, and in my sorrow prayed, saying,

2 O Lord, thou art just, and all thy works and all thy ways are mercy and truth, and thou judgest truly and justly for ever.

3 Remember me, and look on me, punish me not for my sins and ignorances, and the sins of my fathers, who have sinned before thee:

4 For they obeyed not thy commandments: wherefore thou hast delivered us for a spoil, and unto captivity, and unto death, and for a proverb of reproach to all the nations among whom we are dispersed.

5 And now thy judgments are many and true: deal with me according to my sins and my fathers: because we have not kept thy commandments, neither have walked in truth before thee.

6 Now therefore deal with me as seemeth best unto thee, and command my spirit to be taken from me, that I may be dissolved, and become earth: for it is profitable for me to die rather than to live, because I have heard false reproaches, and have much sorrow: command therefore that I may now be delivered out of this distress, and go into the everlasting place: turn not thy face away from me.

7 It came to pass the same day, that in Ecbatane a city of Media Sara the daughter of Raguel was also reproached by her father’s maids;

8 Because that she had been married to seven husbands, whom Asmodeus the evil spirit had killed, before they had lain with her. Dost thou not know, said they, that thou hast strangled thine husbands? thou hast had already seven husbands, neither wast thou named after any of them.

9 Wherefore dost thou beat us for them? if they be dead, go thy ways after them, let us never see of thee either son or daughter.

10 Whe she heard these things, she was very sorrowful, so that she thought to have strangled herself; and she said, I am the only daughter of my father, and if I do this, it shall be a reproach unto him, and I shall bring his old age with sorrow unto the grave.

11 Then she prayed toward the window, and said, Blessed art thou, O Lord my God, and thine holy and glorious name is blessed and honourable for ever: let all thy works praise thee for ever.

12 And now, O Lord, I set mine eyes and my face toward thee,

13 And say, Take me out of the earth, that I may hear no more the reproach.

14 Thou knowest, Lord, that I am pure from all sin with man,

15 And that I never polluted my name, nor the name of my father, in the land of my captivity: I am the only daughter of my father, neither hath he any child to be his heir, neither any near kinsman, nor any son of his alive, to whom I may keep myself for a wife: my seven husbands are already dead; and why should I live? but if it please not thee that I should die, command some regard to be had of me, and pity taken of me, that I hear no more reproach.

16 So the prayers of them both were heard before the majesty of the great God.

17 And Raphael was sent to heal them both, that is, to scale away the whiteness of Tobit’s eyes, and to give Sara the daughter of Raguel for a wife to Tobias the son of Tobit; and to bind Asmodeus the evil spirit; because she belonged to Tobias by right of inheritance. The selfsame time came Tobit home, and entered into his house, and Sara the daughter of Raguel came down from her upper chamber.

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-04_23-13-58-