1 Βιβλίο της ιστορίας του Τωβίτ, του οποίου οι πρόγονοι κατευθείαν ανιούσα γραμμή ήταν οι: Τωβιήλ, Ανανιήλ, Αδουήλ και Γαβαήλ· ο τελευταίος ανήκε στη συγγένεια του Ασιήλ της φυλής Νεφθαλίμ. 2 Την εποχή του Ενεμεσσάρου,Ενεμεσσάρου. Πρόκειται για τον Σαλμανασσάρ Ε΄, ο οποίος βασίλεψε στην Ασσυρία την περίοδο 726-722 π.Χ. Κατά το Β΄ Βασ 15:29 την περίοδο αυτή βασιλιάς ήταν ο Τιγλάθ-Πιλέσερ Γ΄, που οδήγησε τους κατοίκους της φυλής Νεφθαλί αιχμαλώτους στην Ασσυρία. βασιλιά των Ασσυρίων, πήραν αιχμάλωτο τον Τωβίτ από τον τόπο της καταγωγής του, τη Θίσβη, στη βόρεια Γαλιλαία. Η Θίσβη βρίσκεται νότια της Κυδίως στην περιοχή της φυλής Νεφθαλίμ, πάνω από την περιοχή της φυλής Ασήρ.
3 Εγώ ο Τωβίτ, σ’ όλη μου τη ζωή ακολούθησα το δρόμο της αλήθειας και της δικαιοσύνης κι έκανα πολλές ελεημοσύνες προς τους συγγενείς μου και τους συμπατριώτες μου, που είχαν εκτοπισθεί μαζί μου στη Νινευή, πρωτεύουσα της Ασσυρίας. 4 Όταν ήμουν νέος και βρισκόμουν στον τόπο μου, δηλαδή στο Ισραήλ, όλη η φυλή του προγόνου μου Νεφθαλίμ αποστάτησε από το ναό της Ιερουσαλήμ, της πόλης που είχε επιλεγεί απ’ όλες τις φυλές του Ισραήλ για να θυσιάζουν εκεί. Ο ναός είχε καθιερωθεί για να κατοικεί ο Ύψιστος εκεί, και είχε χτιστεί για όλες τις μελλοντικές γενιές, στους αιώνες.
5 Όλες οι φυλές που είχαν μαζί αποστατήσει, θυσίαζαν στο Βάαλ, στο άγαλμα μιας μικρής αγελάδας, ακόμα και η φυλή του Νεφθαλίμ, του προγόνου μου. 6 Πολλές φορές εγώ ήμουνα μόνος από τη φυλή μου που πήγαινα στις γιορτές στην Ιερουσαλήμ τους πρώτους καρπούς και το δέκατο από τα προϊόντα κι από το πρώτο μαλλί, όταν κουρεύαμε τα πρόβατα, όπως προστάζει ο νόμος τον κάθε Ισραηλίτη ως εντολή αιώνια. 7 Έδινα αυτές τις προσφορές στους ιερείς, τους απογόνους του Ααρών, για το θυσιαστήριο όπου προσφέρονταν όλοι οι καρποί. Το πρώτο δέκατο των καρπών το έδινα στους λευίτες, που υπηρετούσαν στο ναό της Ιερουσαλήμ. Το δεύτερο δέκατο το πουλούσα και πήγαινα και ξόδευα τα χρήματα στο ναό της Ιερουσαλήμ κάθε χρόνο. 8 Το τρίτο δέκατοτο τρίτο δέκατο. Το έθιμο της τριπλής αυτής προσφοράς προέρχεται από το Δευτερονόμιο (14:22-29). Η προσφορά των χρημάτων, η οποία εκεί υποκαθιστά την προσφορά των ζώων και των καρπών, έχει τώρα θεωρηθεί ως δεύτερη προσφορά. Έτσι η προσφορά που δικαιούνταν κάθε χρόνο οι λευίτες, τα ορφανά, οι χήρες και οι ξένοι, έχει εδώ καταστεί τρίτη προσφορά. το έδινα σ’ εκείνους που το δικαιούνταν, όπως είχε διατάξει η γιαγιά μου η Δεββώρα, μητέρα του πατέρα μου, γιατί είχα μείνει ορφανός από πατέρα.
9 Όταν μεγάλωσα, πήρα γυναίκα την Άννα από τους απογόνους της φυλής μας, και απέκτησα μ’ αυτήν τον Τωβία.
10 Αργότερα οδηγήθηκα αιχμάλωτος στη Νινευή. Εκεί όλοι οι συγγενείς μου και όλοι όσοι ανήκαν στη φυλή μου τρέφονταν με τις ίδιες τροφές που τρέφονταν και οι ειδωλολάτρες. 11 Εγώ όμως συγκρατήθηκα και δεν έφαγα απ’ αυτές. 12 Επειδή ήμουν πιστός στο Θεό μ’ όλη μου την καρδιά, 13 ο Ύψιστος με αξίωσε να κερδίσω την εύνοια και την εκτίμηση του βασιλιά Ενεμεσσάρου, ο οποίος και με διόρισε προμηθευτή του.
14 Έτσι ταξίδευα συχνά στη Μηδία για προμήθειες και κάποτε που πήγα στους Ράγουςστους Ράγους. Τοποθεσία σε απόσταση 160 χλμ. ΒΑ των Εκβατάνων. της Μηδίας, άφησα στο Γαβαήλο, αδερφό του Γαβρία, δέκα τάλαντα ασήμι για λογαριασμό μου.
15 Όταν πέθανε ο Ενεμεσσάρος, τον διαδέχτηκε στο θρόνο ο γιος του ο Σενναχηρίμ.Ιστορικά, διάδοχος του Σαλμανασσάρ Ε΄ ήταν ο Σαργών Β΄ (722-705 π.Χ.), ο οποίος ήταν πρόγονος του Σενναχηρίμ (704-681). Σύντομα όμως οι δρόμοι της Μηδίας έγιναν επικίνδυνοι κι έτσι δεν μπορούσα πια να πάω στη Μηδία. 16 Την εποχή όμως του Ενεμεσσάρου έκανα πολλές αγαθοεργίες προς τους συμπατριώτες μου Ισραηλίτες. 17 Μοιραζόμουν το φαγητό μου με τους πεινασμένους κι έδινα τα ρούχα μου στους φτωχούς· κι αν έβλεπα κανέναν από τους συμπατριώτες μου να έχει πεθάνει και να τον έχουν ρίξει έξω από τα τείχη της Νινευή, τον έθαβα. 18 Επίσης έθαβα κρυφά όποιον σκότωνε ο βασιλιάς Σενναχηρίμ –γιατί πολλούς είχε σκοτώσει πάνω στο θυμό του– όταν επέστρεφε φεύγοντας από την Ιουδαία. Ο βασιλιάς αναζητούσε τα πτώματα, αλλά δεν τα εύρισκε. 19 Κάποιος όμως από τους κατοίκους της Νινευή πήγε στο βασιλιά και του φανέρωσε ότι εγώ τους έθαβα· τότε πήγα και κρύφτηκα. Κι επειδή κατάλαβα ότι με καταζητούσαν για να με σκοτώσουν, φοβήθηκα και έφυγα από τη χώρα. 20 Τότε άρπαξαν όλα μου τα υπάρχοντα και δε μου ’μεινε τίποτα, εκτός από τη γυναίκα μου την Άννα, και το γιο μου τον Τωβία.
21 Δεν πέρασαν πενήντα μέρες και σκότωσαν το βασιλιά οι δυο του γιοι κι έφυγαν στα βουνά Αραράτ. Στη θέση του βασίλεψε ο γιος του ο Σαχερδονός. Αυτός τοποθέτησε τον Αχιάχαρο, γιο του αδερφού μου Αναήλ, γενικό υπεύθυνο για τα οικονομικά του βασιλείου του και για τη διοίκηση. 22 Αυτή ήταν η δεύτερη φορά που ο Αχιάχαρος διοριζόταν σε τέτοια θέση, αφού στο παρελθόν είχε διατελέσει οινοχόος του βασιλιά Σενναχηρίμ, σφραγιδοφύλακάς του, διοικητής και λογιστής. Αυτός σαν ανιψιός μου που ήταν, μεσολάβησε στο βασιλιά για μένα κι έτσι επέστρεψα στη Νινευή.
1 The book of the words of Tobit, son of Tobiel, the son of Ananiel, the son of Aduel, the son of Gabael, of the seed of Asael, of the tribe of Nephthali;
2 Who in the time of Enemessar king of the Assyrians was led captive out of Thisbe, which is at the right hand of that city, which is called properly Nephthali in Galilee above Aser.
3 I Tobit have walked all the days of my life in the ways of truth and justice, and I did many almsdeeds to my brethren, and my nation, who came with me to Nineve, into the land of the Assyrians.
4 And when I was in mine own country, in the land of Israel being but young, all the tribe of Nephthali my father fell from the house of Jerusalem, which was chosen out of all the tribes of Israel, that all the tribes should sacrifice there, where the temple of the habitation of the most High was consecrated and built for all ages.
5 Now all the tribes which together revolted, and the house of my father Nephthali, sacrificed unto the heifer Baal.
6 But I alone went often to Jerusalem at the feasts, as it was ordained unto all the people of Israel by an everlasting decree, having the firstfruits and tenths of increase, with that which was first shorn; and them gave I at the altar to the priests the children of Aaron.
7 The first tenth part of all increase I gave to the sons of Aaron, who ministered at Jerusalem: another tenth part I sold away, and went, and spent it every year at Jerusalem:
8 And the third I gave unto them to whom it was meet, as Debora my father’s mother had commanded me, because I was left an orphan by my father.
9 Furthermore, when I was come to the age of a man, I married Anna of mine own kindred, and of her I begat Tobias.
10 And when we were carried away captives to Nineve, all my brethren and those that were of my kindred did eat of the bread of the Gentiles.
11 But I kept myself from eating;
12 Because I remembered God with all my heart.
13 And the most High gave me grace and favour before Enemessar, so that I was his purveyor.
14 And I went into Media, and left in trust with Gabael, the brother of Gabrias, at Rages a city of Media ten talents of silver.
15 Now when Enemessar was dead, Sennacherib his son reigned in his stead; whose estate was troubled, that I could not go into Media.
16 And in the time of Enemessar I gave many alms to my brethren, and gave my bread to the hungry,
17 And my clothes to the naked: and if I saw any of my nation dead, or cast about the walls of Nineve, I buried him.
18 And if the king Sennacherib had slain any, when he was come, and fled from Judea, I buried them privily; for in his wrath he killed many; but the bodies were not found, when they were sought for of the king.
19 And when one of the Ninevites went and complained of me to the king, that I buried them, and hid myself; understanding that I was sought for to be put to death, I withdrew myself for fear.
20 Then all my goods were forcibly taken away, neither was there any thing left me, beside my wife Anna and my son Tobias.
21 And there passed not five and fifty days, before two of his sons killed him, and they fled into the mountains of Ararath; and Sarchedonus his son reigned in his stead; who appointed over his father’s accounts, and over all his affairs, Achiacharus my brother Anael’s son.
22 And Achiacharus intreating for me, I returned to Nineve. Now Achiacharus was cupbearer, and keeper of the signet, and steward, and overseer of the accounts: and Sarchedonus appointed him next unto him: and he was my brother’s son.
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.