Pular para o conteúdo
Publicidade

GIÊ-RÊ-MI 5

TGVD

1 Hãy đi dạo các đường phố Giê-ru-sa-lem, nhìn xem, Hãy hỏi tìm kiếm nơi các chợ, thử thấy một người chăng, nếu một người làm sự công bình, tìm sự trung tín, thì ta sẽ tha thứ cho thành ấy. 2 Dầu chúng nói rằng: Thật như Đức Giê-hô-va hằng sống! ấy cũng thề dối! 3 Hỡi Đức Giê-hô-va, chẳng phải mắt Ngài đoái xem sự trung tín sao?... Ngài đánh chúng , chúng chẳng biết lo buồn, Ngài diệt đi, chúng chẳng chịu dạy dỗ. Chúng tự làm cứng mặt mình hơn vầng đá, chẳng khứng trở lại. 4 Tôi bèn nói: Đó thật kẻ nghèo hèn, ngu muội, không biết đường lối của Đức Giê-hô-va, luật pháp của Đức Chúa Trời mình. 5 Tôi sẽ đến cùng những người sang trọng nói với họ, họ biết đường lối của Đức Giê-hô-va, sự công bình của Đức Chúa Trời mình... Song, những người nầy hợp ý cùng nhau bẻ ách dứt dây! 6 Vậy nên tử trong rừng sẽ giết họ đi, muông sói nơi sa mạc diệt họ đi, beo đang rình ngoài thành họ, hễ ai ra khỏi đó, sẽ bị cắn ! tội lỗi của họ rất nhiều, sự bội nghịch của họ càng thêm. 7 Ta tha thứ ngươi sao được? Các con trai ngươi đã lìa bỏ ta, thề bởi những thần không phải thần. Ta đã khiến chúng ăn no, chúng thì phạm tội dâm, nhóm nhau cả trong nhà đĩ. 8 Chúng cũng như con ngựa mập chạy lung, mỗi một người theo sau vợ kẻ lân cận mình . 9 Đức Giê-hô-va phán: Ta sẽ chẳng thăm phạt những sự đó hay sao? Thần ta chẳng trả thù một nước như vậy hay sao? 10 Hãy leo lên những vách tường phá đổ đi; nhưng đừng diệt hết. Hãy tỉa bỏ những nhánh , chẳng thuộc về Đức Giê-hô-va. 11 nhà Y-sơ-ra-ên nhà Giu-đa đã dùng cách quỉ quyệt đối với ta, Đức Giê-hô-va phán vậy. 12 Chúng đã chối bỏ Đức Giê-hô-va, nói rằng: Chẳng phải Ngài! Hoạn nạn sẽ chẳng lâm trên chúng ta; chúng ta sẽ chẳng gặp gươm dao đói kém. 13 Các đấng tiên tri sẽ trở nên gió, đạo chẳng trong họ; họ sẽ gặp phải như vậy. 14 Vậy nên Giê-hô-va Đức Chúa Trời vạn quân phán như vầy: các ngươi đã nói lời đó, nầy, ta sẽ khiến lời ta nên như lửa trong miệng ngươi, dân nầy sẽ như củi, lửa ấy sẽ nuốt . 15 Đức Giê-hô-va phán: Hỡi nhà Y-sơ-ra-ên, ta sẽ khiến một dân tộc mạnh, tức một dân tộc , một dân tộc ngươi chẳng biết tiếng, chẳng hiểu lời, từ phương xa đến nghịch cùng ngươi. 16 Cái bao tên giống như mồ mả mở ra; chúng đều mạnh bạo. 17 sẽ ăn mùa màng bánh ngươi, vật con trai con gái ngươi phải ăn; sẽ ăn bầy chiên bầy ngươi, ăn cây nho cây vả ngươi. sẽ lấy gươm hủy phá các thành vững bền của ngươi, nơi ngươi trông cậy! 18 Đức Giê-hô-va phán: Dầu vậy, cũng trong những ngày đó, ta sẽ chẳng diệt hết các ngươi đâu. 19 Xảy ra khi các ngươi nói rằng: Sao Giê-hô-va Đức Chúa Trời chúng tôi đã làm mọi sự nầy cho chúng tôi? thì ngươi khá bảo chúng rằng: Như các ngươi đã lìa bỏ ta hầu việc các thần ngoại trong đất mình thể nào, thì các ngươi cũng sẽ hầu việc các dân ngoại trong một đất chẳng thuộc về mình thể ấy. 20 Hãy rao những lời nầy cho nhà Gia-cốp; hãy truyền ra trong Giu-đa, nói rằng: 21 Hỡi dân ngu muội không hiểu biết, dân mắt không thấy, tai không nghe kia, hãy nghe điều nầy. 22 Đức Giê-hô-va phán: Các ngươi chẳng kính sợ ta, chẳng run rẩy trước mặt ta sao? Ta Đấng đã lấy cát làm bờ cõi biển, bởi một mạng lịnh đời đời, không vượt qua được. Sóng biển dầu động, cũng không thắng được; biển dầu gầm rống, cũng không qua khỏi ; 23 nhưng dân nầy thì lại lòng ngoa ngạnh bạn nghịch, hết thảy đều dấy loạn đi. 24 Chúng chẳng nói trong lòng rằng: Chúng ta hãy kính sợ Giê-hô-va Đức Chúa Trời mình tức Đấng tùy thời ban cho mưa đầu mùa mưa cuối mùa, lại chúng ta giữ các tuần lễ nhất định về mùa gặt. 25 Sự gian ác các ngươi đã làm cho những sự ấy xa các ngươi; tội lỗi các ngươi ngăn trở các ngươi được phước. 26 trong vòng dân ta những kẻ ác; chúng hay rình rập, như người nhử chim, gài bẫy giăng lưới, bắt người ta. 27 Nhà chúng đầy sự dối trá, cũng như lồng đầy chim vậy, đó chúng trở nên lớn giàu. 28 Chúng mập béo mởn mờ. Sự hung ác chúng quá đỗi; chẳng xét lẽ cho kẻ mồ côi, hầu cho được thạnh lợi! Chúng chẳng làm sự công bình cho kẻ nghèo. 29 Đức Giê-hô-va phán: Ta sẽ chẳng thăm phạt về những sự ấy sao? Thần ta chẳng trả thù một nước dường ấy sao? 30 Trong đất nầy đã xảy ra sự lạ lùng đáng gớm. 31 Những kẻ tiên tri nói tiên tri dối, các thầy tế lễ bởi đó cầm quyền! Dân ta đều lấy làm ưa thích. Khi đến cuối cùng, các ngươi sẽ làm thế nào?

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Διεφθαρμένη πόλη

1 Ο Κύριος λέει: «Βαδίστε μέσαπό τους δρόμους της Ιερουσαλήμ· καλά κοιτάξτε και ψάξτε στις πλατείες της! Αν βρείτε έστω κι έναν άνθρωπο να κάνει το σωστό και ναναζητάει την αλήθεια, τότε εγώ θα συγχωρήσω την αμαρτία της πόλης. 2 Κι όμως, ακόμη και όταν ορκίζονται στο όνομά μου, σίγουρα ψέματα ορκίζονται».

3 Κύριε, δεν είναι η εντιμότητα το μόνο που σενδιαφέρει; Τους χτύπησες αλλά αυτοί δεν νοιάστηκαν· τους σύντριψες αλλά δε διορθώθηκαν· αντίθετα, αποδείχτηκαν πιο πεισματάρηδες κι αρνήθηκαν να επιστρέψουνε σεσένα. 4 Τότε εγώ σκέφτηκα: Αυτοί είναι φτωχοί κι αγράμματοι, οπότε δεν ξέρουν το δρόμο του Κυρίου, τις εντολές του Θεού. 5 Θα πάω, λοιπόν, στους ισχυρούς να τους μιλήσω. Αυτοί ασφαλώς θα ξέρουν το δρόμο του Κυρίου και τις εντολές του Θεού τους. Αλλά κι αυτοί, ακόμη περισσότερο αρνήθηκαν να υπακούσουν στον Κύριο· έφυγαν μακριά του, λες κι ήτανε βαριά δεσμά οι εντολές του.

6 «Γιαυτό του δάσους θα τους φάνε τα λιοντάρια», λέει ο Κύριος, «λύκοι από την έρημο θα τους κατασπαράξουν· παρδάλεις θα παραμονεύουνε στις πόλεις τους. Όποιον βγαίνει έξω απαυτές θα τον ξεσκίζουν, γιατί πληθύναν οι ανομίες τους κι οι αποστασίες τους αυξήθηκαν».Τα άγρια θηρία που αναφέρονται στο στίχο είναι παρομοιώσεις του εχθρού.

Η συγχώρηση είναι αδύνατη πια

7 Λέει ο Κύριος: «Πώς να σας συγχωρήσω για όλα αυτά; Τα παιδιά σας μεγκατέλειψαν και σε θεούς ορκίστηκαν που δεν ήταν θεοί. Εγώ τους χόρτασα, εκείνοι όμως μοίχευαν και τρέχανε στα σπίτια των πορνών. 8 Είναι σαν τα καλοθρεμμένα, τα βαρβάτα άλογα, που το ένα για το ταίρι του άλλου χρεμετίζει. 9 Δεν πρέπει να τους τιμωρήσω για όλα αυτά; Να μην εκδικηθώ ένα τέτοιο έθνος; 10 Ανεβείτε εχθροί σταμπέλια και καταστρέψτε τα· μα μην τα αφανίσετε εντελώς. Τα κλήματά της ξεριζώστε τα, γιατί σεμένα δεν ανήκουν. 11 Ο λαός του Ισραήλ και ο λαός του Ιούδα απίστησαν πολλές φορές σεμένα. Κι αυτά τα λέω εγώ, ο Κύριος».

Οι συνέπειες της αυτοπεποίθησης

12 Αυτοί οι άνθρωποι αρνήθηκαν τον Κύριο και είπαν: «Τι χρησιμεύει να υπολογίζουμε σαυτόν; Δε θα μας βρει κακό κανένα· πείνα δεν θαντιμετωπίσουμε ούτε πόλεμο. 13 Όσα οι προφήτες λένε είναι του αέρα λόγια. Δεν έχουν μέσα τους λόγια Θεού να πουν. Εκείνα που προλέγουν ας πέσουν πάνω τους». 14 Αλλά ο Θεός, ο Κύριος του σύμπαντος, μου είπε: «Επειδή αυτοί μιλούν έτσι, θα κάνω εγώ τα λόγια μου στο στόμα σου φωτιά, και το λαό αυτό ξύλα θα τον κάνω και θα τους κατακάψει η φωτιά.

15 »Πες τους από μέρους μου: "Ισραηλίτες, θα φέρω εναντίον σας ένα έθνος από μακριά, έθνος αρχαίο και δυνατό, που δε θα ξέρετε τη γλώσσα του και δε θα καταλαβαίνετε τι λένε. 16 Των πολεμιστών του η φαρέτρα το θάνατο σκορπίζει· είναι όλοι τους πανίσχυροι. 17 Αυτοί θα τρώνε τους καρπούς απτη συγκομιδή σας και το δικό σας το ψωμί· τους γιους σας θα σκοτώνουν και τις κόρες σας. Τα πρόβατά σας και τα βόδια σας θα τα καταβροχθίζουν, θα εξαφανίζουν τον καρπό από ταμπέλια σας και απτις συκιές. Θα καταστρέφουν πολεμώντας τις οχυρωμένες πόλεις σας, που σαυτές νιώθατε ασφαλείς"».

Τιμωρία αντίστοιχη με την αμαρτία

18 Μου είπε επίσης ο Κύριος: «Ακόμη και τότε όμως δε θα καταστρέψω εντελώς το λαό μου. 19 Κι όταν ρωτήσουν: "γιατί ο Κύριος ο Θεός μας μάς τα κάνει όλα αυτά;" τότε απάντησέ τους: "όπως στη χώρα σας εκείνον τον εγκαταλείψατε και υπηρετήσατε ξένους θεούς, έτσι θα υπηρετήσετε κι ανθρώπους ξένους, σε χώρα που δε θανήκει σεσάς"».

Όταν δεν αναγνωρίζεται η εξουσία του Θεού

20 «Στείλτε μήνυμα στους απογόνους του Ιακώβ, διακηρύξτε στους κατοίκους του βασιλείου του Ιούδα και πείτε τους: 21 Πρόσεξε, λοιπόν, λαέ ανόητε και πεισματάρη. Έχετε μάτια αλλά δε βλέπετε, αυτιά αλλά δεν ακούτε. 22 Γιατί, διαφορετικά θα με υπολογίζατε», λέει ο Κύριος. «Θα τρέματε μπροστά μου. Εγώ έβαλα την άμμο φραγμό στη θάλασσα, αιώνιο σύνορο που να το ξεπεράσει δεν μπορεί· φουσκώνει η θάλασσα μα παραπέρα δεν μπορεί να προχωρήσει. Ταράζονται τα κύματά της, αλλά το σύνορο να το περάσουν δεν μπορούν. 23 Εσείς, όμως, Ισραηλίτες, είστε λαός ισχυρογνώμονας κι επαναστατικός· αποστατήσατε και φύγατε από μένα. 24 Ούτε σκεφτήκατε να με τιμήσετε, εμένα τον Κύριο, το Θεό σας, που στέλνω στον καιρό της τη φθινοπωρινή και την ανοιξιάτικη βροχή, κι εξασφαλίζω κάθε χρόνο τις εβδομάδες του θερισμού. 25 Οι ανομίες και οι αμαρτίες σας σάς στέρησαν όλα αυτά τα καλά».

Η επιδίωξη του πλούτου με κάθε μέσον

26 Ο Κύριος λέει: «Βρεθήκαν στο λαό μου ασεβείς, που στήνουνε παγίδα ανθρώπους να συλλάβουνε, όπως εκείνοι που παραμονεύουν να πιάσουνε πουλιά. 27 Όπως είναι γεμάτο το κλουβί πουλιά, έτσι τα σπίτια τους είναι γεμάτα απάτη. Γιαυτό έγιναν δυνατοί και πλούτισαν, 28 και χόντρυναν και πάχυναν. Δε βάζουν όρια στις κακές τους πράξεις· δίκαια δεν κρίνουν, αδικούν τα ορφανά και τους φτωχούς, κι έτσι καλοπερνάνε. 29 Δεν πρέπει να τα τιμωρήσω όλα αυτά;» λέει ο Κύριος. «Να μην εκδικηθώ ένα τέτοιο έθνος;»

Η ευθύνη των προφητών και των ιερέων

30 «Τρομερά και φοβερά συμβαίνουνε σαυτή τη χώρα», λέει ο Κύριος. 31 «Οι προφήτες προφητεύουν επικαλούμενοι το ψεύδοςψεύδος. Η λ. στα εβρ. αναφέρεται στο Βάαλ (βλ. κεφ. 2:8). και οι ιερείς ενεργούν σύμφωνα με τη δική τους διδασκαλία. Και ο λαός μου όλα αυτά τα δέχεται. Μα τι θα κάνετε όταν θα έρθει το τέλος;»

Veja também