1 Meu espírito vai-se consumindo, os meus dias se apagam, só me resta o sepulcro!
2 Estou de fato cercado de zombadores e meus olhos velam por causa de seus ultrajes.
3 Sê tu mesmo a minha caução, junto a ti, pois quem ousará bater em minha mão?
4 Pois fechaste o seu coração à inteligência; por isso, não os deixarás triunfar.
5 Há quem convide seus amigos à partilha, enquanto desfalecem os olhos de seus filhos.
6 Ele me reduziu a zombaria do povo, como aquele em cujo rosto se cospe.
7 Meus olhos se escurecem de tristeza e todo o meu corpo não é mais que uma sombra.
8 As pessoas retas estão espantadas e o inocente se irrita contra o ímpio.
9 O justo, entretanto, persiste no seu caminho, e o homem de mãos puras redobra de coragem.
10 Mas vós todos voltai e vinde; pois não acharei entre vós nenhum sábio.
11 Meus dias se esgotam, meus projetos estão aniquilados, frustraram-se os projetos do meu coração.
12 Fazem da noite, dia. A luz da manhã é para mim como trevas.
13 Deverei esperar? A região dos mortos é a minha morada! Preparo meu leito no local tenebroso.
14 Disse ao sepulcro: ‘Tu és meu pai’, e aos vermes: ‘Vós sois minha mãe e minha irmã!’.
15 Onde está, pois, minha esperança? E a minha felicidade, quem a entrevê?
16 Descerão elas comigo à região dos mortos? Afundaremos juntos no pó?".
Ο Ιώβ γίνεται περίγελως
1 Η ανάσα μου είναι δύσκολη·
ζωή πια δε μ’ απόμεινε,
ο τάφος μου με καρτερεί.
2 Ξέρω πως με περιστοιχίζουν χλευαστές
κι απ’ τις πικρίες που με ποτίζουν, ξαγρυπνάω.
3 Ζητάς μια εγγύηση, Θεέ;
Γίνε εσύ ο εγγυητής μου.
Ποιος άλλος θα δεχότανε για με να εγγυηθεί;
4 Αφού απ’ το νου τους έβγαλες τη φρόνηση
μην τους αφήσεις τώρα να θριαμβεύσουν.
5 Μη γίνεις σαν αυτόν που λέει η παροιμία
ότι καλεί τους φίλους του
και τους μοιράζει δώρα,
ενώ τα μάτια των παιδιών του
με τη λαχτάρα μένουνε.
6 Έγινα ο περίγελως του κόσμου·
εκείνος που τον φτύνουνε στο πρόσωπο.
7 Από τη λύπη θόλωσαν τα μάτια μου
κατάντησα σκιά του εαυτού μου.
8 Όσοι θαρρούν πως είναι δίκαιοι,
μπροστά στη δυστυχία μου σκανδαλίζονται·
κι όσοι πιστεύουνε πως είναι αθώοι
αγανακτούν και πωρωμένο με θαρρούν.
9 Μα όποιος στ’ αλήθεια είναι δίκαιος
από των αλλονών τις κρίσεις δεν κλονίζεται·
κι όποιος τα χέρια του έχει καθαρά
νιώθει η πεποίθησή του να στεριώνει.
10 Όσο για σας, ελάτε φίλοι μου,
ελάτε πάλι όλοι κοντά μου.
Ωστόσο εγώ ανάμεσά σας σοφό ούτ’ έναν δε θα βρω.
11 Οι μέρες μου έφυγαν·
ναυάγησαν τα σχέδιά μου
κι οι πιο ακριβές μου επιθυμίες.
12 Κι όμως μου λένε οι φίλοι μου
πως είναι μέρα η νύχτα μου
και πως το φως είναι κοντά,
ενώ σκοτάδια με τυλίγουν.
13 Να κατοικήσω είν’ η ελπίδα μου στον άδη
και στο σκοτάδι
το κλινάρι μου να στρώσω.
14 Τον κρύο τάφο λέω πατέρα μου,
μητέρα κι αδερφές μου, τα σκουλήκια.
15 Πώς είναι δυνατό λοιπόν
για ελπίδα να μιλά κανείς;
Ποιος μπορεί να διακρίνει
ακόμα κι ένα ίχνος της;
16 Θα καταποντιστεί κι αυτή στα έγκατα του άδη
και θα ξαπλώσει μες στο χώμα μ’ εμένα αντάμα.