1 Elifaz de Temã tomou a palavra nestes termos:
2 "Se arriscarmos uma palavra, talvez ficarás aflito, mas quem poderá impedir-me de falar?
3 A muitos ensinaste, deste força a mãos frágeis.
4 Tuas palavras levantavam aqueles que caíam, fortificaste os joelhos vacilantes.
5 Agora que é a tua vez, enfraqueces; quando és atingido, te perturbas.
6 Não estava a tua confiança na tua piedade, e a tua esperança na integridade de tua conduta?
7 Lembra-te: Qual o inocente que pereceu? Ou quando foram destruídos os justos?
8 Tanto quanto eu saiba, os que praticam a iniquidade e os que semeiam sofrimento também os colhem.
9 Ao sopro de Deus eles perecem e são aniquilados pelo vento de seu furor.
10 Urra o leão e seu rugido é abafado, os dentes dos leõezinhos são quebrados.
11 A fera morre porque não tinha presa e os filhotes da leoa se dispersam.
12 Uma palavra chegou a mim furtivamente, e meu ouvido percebeu o murmúrio.
13 Na confusão das visões da noite e na hora em que o sono se apodera das pessoas.
14 Surpreenderam-me o medo e o terror e sacudiram todos os meus ossos.
15 Um sopro perpassou meu rosto e fez arrepiar o pelo do meu corpo.
16 Lá estava um ser – não lhe vi o rosto – como um espectro sob meus olhos.
17 Ouvi uma frágil voz: ‘Pode o homem ser justo na presença de Deus, pode o mortal ser puro diante do seu Criador?
18 Ele não confia nem nos seus próprios servos; até mesmo nos seus anjos encontra defeito,
19 quanto mais nos seus hóspedes em casas de barro, que têm o pó por fundamento! São esmagados como a traça.
20 Entre a manhã e a tarde são aniquilados; sem que neles se preste atenção, morrem para sempre.
21 Não foi arrancada a estaca da tenda deles? Morrem sem terem conhecido a sabedoria’."
Ο Ελιφάζ επιπλήττει τον Ιώβ
1 Τότε πήρε το λόγο ο Ελιφάζ ο Ταιμανίτης και είπε: 2 Αν σου μιλήσω, μήπως σε λυπήσω;
Ύστερα απ’ όσα είπες,
δεν το αντέχω να σιωπώ!
3 Εσύ νουθέτησες πολλούς
και χέρια ασθενικά δυνάμωσες.
4 Τα λόγια σου στήριζαν
εκείνους που σκοντάφταν,
και τόνωναν τα γόνατα που λύγιζαν.
5 Μα τώρα που ήρθε η σειρά σου,
εσύ δειλιάζεις!
Οι συμφορές σ’ αγγίξανε και τρόμαξες.
6 Η ευσέβειά σου δεν σου δίνει στήριγμα;
και η άμεμπτη ζωή σου
δεν σου προσθέτει ελπίδα;
7 Μήπως θυμάσαι κάποιον αθώο που να χάθηκε,
ή κάποιους τίμιους
που να εξολοθρευτήκαν;
8 Εγώ το ’χω παρατηρήσει:
όσοι καλλιεργούν την αδικία
και σπέρνουνε τη συμφορά,
αυτοί αδικία και συμφορά θερίζουν.
9 Σαν την ανεμοθύελλα ο Θεός
τους καταστρέφει,
τους αφανίζει με τη φοβερή του οργή.
10 Είν’ η φωνή τους σαν του λιονταριού το βρυχηθμό,
αλλά ο Θεός τα δόντια τους συντρίβει.
11 Πεθαίνουν όπως το λιοντάρι,
όταν δε βρίσκει πια τροφή
και τα μικρά του διασκορπίζονται.
Σύγκριση με τον ανόητο θνητό
12 Κάποτε έφτασε σ’ εμένα ένα μήνυμα στα κρυφά,
ένα ελαφρό του ψίθυρο συγκράτησε τ’ αυτί μου,
13 τη νύχτα μέσα στ’ όνειρο,
που οι λογισμοί μπερδεύονται
κι ο λήθαργος θανατερά τυλίγει τους ανθρώπους.
14 Φρίκη και τρόμος με κυρίεψε
κι έτρεμε όλο το κορμί μου.
15 Φύσημα αχνό από το πρόσωπό μου πέρασε,
μ’ έκανε σύγκορμο ν’ ανατριχιάσω.
16 Στάθηκε μπρος μου μια μορφή,
που δεν μπορούσα να την καθορίσω·
κι ύστερα από μικρή σιωπή άκουσα τη φωνή της:
17 «Τάχα είναι δίκαιος ο θνητός μπρος στο Θεό;
Είναι άμεμπτος ο άνθρωπος μπρος στο δημιουργό του;
18 Αφού ο Θεός δεν εμπιστεύεται
ούτε και τους αγγέλους του
και βρίσκει σφάλματα ακόμα και σ’ εκείνους,
19 πόσο μάλλον σ’ αυτά τα χωματένια πλάσματα,
που προέρχονται από τη γη
και που μπορούν να πατηθούν
σαν τα σκουλήκια,
20 που μέσα σε μια μέρα μπορούν ν’ αφανιστούν,
για πάντα να χαθούν,
χωρίς κανείς να το προσέξει!
21 Ο Θεός δίνει τέλος στη ζωή τους·
πεθαίνουν και δεν ξέρουνε το πως».