1 O homem nascido de mulher vive pouco tempo e é cheio de misérias.
2 É como a flor que germina e logo fenece, uma sombra que foge sem parar.
3 E é sobre ele que abres os olhos, e o chamas a juízo contigo!
4 Quem fará sair o puro do impuro? Ninguém!
5 Se seus dias estão contados, se em teu poder está o número dos seus meses, e fixado um limite que ele não ultrapassará,
6 afasta dele os teus olhos e deixa-o, até que acabe o seu dia como o operário.
7 Para a árvore há esperança: cortada, pode reverdecer e os seus ramos brotam.
8 Quando sua raiz tiver envelhecido na terra e seu tronco estiver morto no solo,
9 ao contato com a água, reverdece e distenderá ramos como uma planta nova.
10 Mas quando o homem morre, fica inerte; o mortal expira, e o que é feito dele?
11 As águas podem faltar nos lagos, o rio pode secar e sumir,
12 assim o homem se deita para não mais levantar. Durante toda a duração do céu, ele não despertará, jamais sairá de seu sono.
13 Quem me dera que me escondesses na região dos mortos, ao abrigo, até que tua cólera tivesse passado, e me fixasses um limite em que te lembrasses de mim!
14 O homem, uma vez morto, porventura tornará a viver? Todo o tempo de meu combate eu esperaria, até que me vies sem substituir.
15 Tu me chamarias e eu te responderia; estenderias a tua destra para a obra de tuas mãos.
16 Mas agora contas os meus passos e observas todos os meus pecados.
17 Tu selaste como numa bolsa os meus crimes, puseste um sinal sobre minhas iniquidades.
18 Mas a montanha desmorona e cai, e o rochedo muda de lugar;
19 as águas escavam as pedras, o aluvião leva a terra móvel: assim aniquilas a esperança do homem.
20 Tu o pões por terra, e ele se vai embora para sempre; tu o desfiguras e o expulsas.
21 Estejam os seus filhos honrados, e ele não o sabe; sejam eles humilhados, mas ele não faz caso.
22 É somente por ele que sua carne sofre, e sua alma só se lamenta por ele".
Ο Ιώβ στοχάζεται τη συντομία της ζωής
1 Αδύναμος και αβοήθητος γεννιέται ο άνθρωπος
και λίγα χρόνια ζει
γεμάτα στενοχώριες.
2 Σαν το λουλούδι ανθίζει
και έπειτα μαραίνεται·
φεύγει και χάνεται σαν τη σκιά.
3 Κι όλα αυτά Κύριε, εσύ, τα παρακολουθείς!
Και με τραβάς σε δίκη να με κρίνεις!
4 Αλλά εσύ πρέπει να το ξέρεις
πως ο άνθρωπος είν’ ακάθαρτος.
Και πως τίποτα καθαρό
δεν προέρχεται απ’ αυτόν.
5 Αφού οι μέρες του είναι μετρημένες,
κι αριθμημένοι από σένα οι μήνες του,
αφού του έβαλες όρια
που να τα ξεπεράσει δεν μπορεί!
6 Πάρε απ’ αυτόν το βλέμμα σου
για να μπορέσει να ησυχάσει,
άσ’ του αυτή την ελάχιστη χαρά μες στη ζωή.
7 Ελπίδα έχει ακόμα κι ένα δέντρο όταν κοπεί,
πως θα ξαναβλαστήσει
και πως ποτέ δε θα του λείψουν οι τρυφεροί βλαστοί.
8 Ακόμη κι αν η ρίζα του γεράσει μες στη γη
και νεκρωθεί το κούτσουρο
μέσα στο χώμα,
9 μόλις νιώσει νερό, θ’ αναβλαστήσει,
και σαν το νιόφυτο θα βγάλει νέα κλαδιά.
10 Μα ο άνθρωπος πεθαίνει,
κι ετούτο είναι το τέλος του·
όταν το πνεύμα του τ’ αφήσει,
αυός πού θα βρεθεί;
11 Μπορεί μια μέρα τα νερά από τη λίμνη να χαθούνε,
και να στερέψουν τα ποτάμια,
να ξεραθούν.
12 Αλλά ο άνθρωπος πεθαίνει
και δεν ξανασηκώνεται.
Πιο εύκολο είν’ ο ουρανός να εξαφανιστεί
παρά ένας πεθαμένος να ξυπνήσει
κι από τον ύπνο του να σηκωθεί.
13 Αχ, και να μ’ έκρυβες στον άδη, Κύριε,
κι εκεί να μ’ άφηνες κρυμμένον
ώσπου ο θυμός σου να διαβεί,
και να μου όριζες τη μέρα
που θα με ξαναθυμηθείς.
14 Αλλά εκείνος που πεθαίνει,
γίνεται να ξανάρθει στη ζωή;
Όλες τις μέρες της ζωής μου
θα υπέμενα τις συμφορές,
αν έλπιζα πως θ’ άλλαζα κατάσταση.
15 Θα με καλούσες,
κι εγώ θα σου απαντούσα·
και θα ’χες πόθο για να δεις, το πλάσμα σου.
16 Θα πρόσεχες το κάθε βήμα μου
μα δε θα μου κατέγραφες τα κρίματα.
17 Αντίθετα· τις παραβάσεις μου
μέσα σε σάκο θα τις σφράγιζες
και θα μου σκέπαζες κάθε παρανομία.
18 Βουνά γκρεμίζονται και χάνονται
βράχοι απ’ τη θέση τους μετακινούνται,
19 τα νερά τρών’ ακόμα και τις πέτρες·
κι η μπόρα παρασέρνει τα χώματα της γης·
παρόμοια καταστρέφεις
του ανθρώπου την ελπίδα εσύ.
20 Ρίχνεις τον άνθρωπο στη γη και χάνεται·
την όψη του παραμορφώνεις με το θάνατο,
τον διώχνεις μακριά.
21 Αν τα παιδιά του τα τιμούν,
αυτός δεν το μαθαίνει·
αν τα καταφρονούν,
αυτός δεν ξέρει τίποτα.
22 Μονάχα του κορμιού του την οδύνη αισθάνεται,
μόνο γι’ αυτόν τον ίδιο
θλίβεται η ψυχή του.