1 O Senhor, dirigindo-se a Jó, lhe disse:
2 "Aquele que disputa com o Todo-poderoso apresente suas críticas! Aquele que discute com Deus responda!".
3 Jó respondeu ao Senhor nestes termos:
4 "Leviano como sou, que posso responder-te? Ponho a minha mão sobre a boca.
5 Falei uma vez e não repetirei, duas vezes, e nada acrescentarei".
6 Então, do meio da tempestade, o Senhor deu a Jó esta resposta:
7 "Cinge os teus rins como um valente; vou interrogar-te e tu me responderás.
8 Queres reduzir a nada a minha justiça e condenar-me antes de ter razão?
9 Acaso tens um braço semelhante ao de Deus e uma voz troante como a dele?
10 Orna-te então de grandeza e majestade, reveste-te de esplendor e de glória!
11 Espalha as ondas de tua cólera. Com um simples olhar, abate o arrogante.
12 Com um olhar, humilha o soberbo e esmaga os ímpios no mesmo lugar em que eles estão.
13 Enterra-os todos juntos debaixo da terra e amarra-lhes os rostos num lugar escondido.
14 Então, eu também te louvarei por triunfares pela força de tua mão direita.
15 Vê Beemot, que criei contigo, que nutre-se de erva como o boi.
16 Sua força reside nos rins e seu vigor nos músculos do ventre.
17 Levanta sua cauda como um cedro. Os nervos de suas coxas são entrelaçados.
18 Seus ossos são como tubos de bronze e sua carcaça como barras de ferro.
19 É obra-prima de Deus, foi criado como o soberano de seus companheiros.
20 As montanhas fornecem-lhe a pastagem e todos os animais dos campos divertem-se em volta dele.
21 Deita-se sob os lótus, no esconderijo dos caniços e dos brejos.
22 Os lótus cobrem-no com sua sombra e os salgueiros da margem o cercam.
23 Quando o rio transborda, ele não se assusta; mesmo que o Jordão levantasse até a sua boca, ele ficaria tranquilo.
24 Quem o seguraria pela frente e lhe furaria as ventas para nelas passar cordas?
25 Poderás tu fisgar Leviatã com um anzol e amarrar-lhe a língua com uma corda?
26 Serás capaz de passar-lhe um junco em suas ventas e de furar-lhe a mandíbula com um gancho?
27 Ele te fará muitas súplicas e te dirigirá palavras ternas?
28 Concluirá ele uma aliança contigo, a fim de que faças dele sempre teu escravo?
29 Brincarás com ele como se fosse um pássaro, ou o prenderás com a coleira, para divertir teus filhos?
30 Será ele vendido por uma sociedade de pescadores e dividido entre os negociantes?
31 Poderás crivar-lhe a pele com dardos, ou a cabeça com arpões de pesca?
32 Tenta pôr a mão sobre ele, sempre te lembrarás disso e não recomeçarás.
33 Tua esperança será lograda: bastaria a sua vista para te arrasar.
1 Ο Κύριος ρώτησε τον Ιώβ:
2 «Θέλεις μ’ εμένα να φιλονικείς, τον Παντοδύναμο;
Θέλεις να συνεχίσεις να μ’ επικρίνεις
ή θα παραιτηθείς;»
Ο Ιώβ αναγνωρίζει την πανσοφία του Θεού
3 Τότε αποκρίθηκε ο Ιώβ στον Κύριο:
4 «Εγώ είμ’ ασήμαντος!
Τι θα μπορούσα να σου αποκριθώ;
Δεν θα τ’ ανοίξω άλλο πια το στόμα μου.
5 Μίλησα πιο πολύ απ’ ό,τι έπρεπε·
δε θα ξαναμιλήσω πια».
Ενδείξεις της δύναμης και της σοφίας του Θεού
6 Τότε απάντησε ο Θεός στον Ιώβ μέσα από τον ανεμοστρόβιλο:
7 Σαν άντρας τώρα σήκω απάνω·
θα σε ρωτάω
και εσύ θα μου αποκρίνεσαι.
8 Θέλεις στ’ αλήθεια ν’ αποδείξεις
πως είμαι άδικος,
πως εγώ κάνω λάθος κι εσύ λες το σωστό;
9 Είσαι το ίδιο σαν εμένα δυνατός;
μπορεί η φωνή σου να βροντά
σαν τη δική μου;
10 Τότε στολίσου με λαμπρότητα κι υπεροχή,
ντύσου με δόξα
και μεγαλοπρέπεια.
11 Άσε το φοβερό θυμό σου να ξεσπάσει·
όλους τους αλαζόνες
μ’ ένα σου βλέμμα ταπείνωσε.
12 Με τη ματιά σου κάν’ τους να υποκύψουν,
αν μπορείς,
και σύντριψε τους ασεβείς εκεί που βρίσκονται.
13 Όλους μέσα στο χώμα καταχώνιασέ τους
κι αφάνισέ τους μες στη γη.
14 Τότε πρώτος εγώ θα σε παινέψω
γιατί θα ’χεις νικήσει
με τη δική σου δύναμη.
15 Κοίτα τον ιπποπόταμο.ιπποπόταμο. Κατά λ. «βεεμόθ», που στα εβρ. σημαίνει το κατ’ εξοχήν ζώο.
Είναι κι αυτός καθώς εσύ, το δημιούργημά μου·
κι αυτός όπως το βόδι
με το χορτάρι τρέφεται.
16 Αλλά δες πόση δύναμη έχει η μέση του,
πόσο γεροί είναι οι μυώνες της κοιλιάς του!
17 Ορθώνεται η ουρά του καθώς του κέδρου ο κορμός,
είναι γεροί σαν παλαμάρια
των μηρών του οι τένοντες.
18 Είναι τα κόκαλά του δυνατά καθώς σωλήνες ορειχάλκινοι,
σαν βέργες σιδερένιες τα πλευρά του.
19 Είν’ ένα αριστούργημα μες στη δημιουργία μου·
μονάχα ο πλάστης του μπορεί να τον δαμάσει.
20 Στα όρη πάνω βρίσκει τη βοσκή του
εκεί που παίζουν όλα τα ζώα τ’ άγρια.
21 Κάτω από τους λωτούς πλαγιάζει,
κρύβεται ανάμεσα στων βάλτων τις καλαμιές.
22 Με τη σκιά τους τον σκεπάζουν οι λωτοί
και βρίσκει καταφύγιο
στις λεύκες του χειμάρρου.
23 Ακόμα κι όταν ανεβαίνουν τα νερά
αυτός την ηρεμία του δεν την χάνει.
Κι αν το ποτάμιτο ποτάμι. Κατά λ. «ο Ιορδάνης», που την εποχή των βροχών γίνεται πολύ ορμητικός. με ορμή μπαίνει στο στόμα του,
ο ιπποπόταμος δεν τρέχει να σωθεί.
24 Ωστόσο μπορεί κάποιος να του αντιταχθεί
και να τον πιάσει;
να του τρυπήσει τα ρουθούνια
και να τον δέσει με σκοινιά;
25 Μπορείς να πιάσεις τον κροκόδειλοκροκόδειλο. Το εβρ. έχει κατά λ. «λεβιάθαν», δηλ. οφιοειδής. με αγκίστρι,
έτσι που με την καθετή
τη γλώσσα του να την τραβήξεις κάτω;
26 Μπορείς σκοινί από βούρλα
να περάσεις στο ρύγχος του
και να τρυπήσεις τα σαγόνια του με γάντζο;
27 Τάχα θα σε θερμοπαρακαλέσει;
θα σου μιλήσει μήπως τρυφερά;
28 Θα κλείσει τάχα συμφωνία μαζί σου
ώστε να μπει στη δούλεψή σου για παντοτινά;
29 Θα ’παιζες τάχατε μαζί με τον κροκόδειλο
όπως μ’ ένα μικρό πουλί;
ή, θα τον έδενες ποτέ με αλυσίδα
να ’χουν οι κόρες σου διασκέδαση;
30 Θαρρείς πως οι ψαράδες θα τον παζαρέψουν
και σε κομμάτια θα τον μοιραστούν οι έμποροι;
31 Μπορείς να κάνεις διάτρητο το δέρμα του με βέλη
και με καμάκια να διαπεράσεις το κεφάλι του;
32 Δοκίμασε να βάλεις πάνω του το χέρι σου·
τη μάχη που θα γίνει
δε θα την ξεχάσεις
και δε θα το τολμήσεις πια.