1 "Por que o Todo-poderoso24.1 Hebraico: Shadai. não marca as datas de julgamento?
Por que aqueles que o conhecem não chegam a vê-las?
2 Há os que mudam os marcos das fronteiras
e apascentam rebanhos que eles roubaram.
3 Levam o jumento que pertence ao órfão
e tomam o boi da viúva como penhor.
4 Forçam os necessitados a sair do caminho
e os pobres da terra a esconder-se.
5 Como jumentos selvagens no deserto,
os pobres vão, empenhando-se em busca de comida;
a terra árida dá alimento aos seus filhos.
6 Juntam forragem nos campos
e respigam nas vinhas dos ímpios.
7 Pela falta de roupas, passam a noite nus;
não têm com que se cobrir no frio.
8 Encharcados pelas chuvas das montanhas,
abraçam-se às rochas por falta de abrigo.
9 A criança órfã é arrancada do seio da sua mãe;
o recém-nascido do pobre é tomado para pagar uma dívida.
10 Por falta de roupas, andam nus;
carregam os feixes, mas continuam famintos.
11 Espremem azeitonas dentro dos seus muros;24.11 Ou entre as pedras de moinho.
pisam uvas nos lagares, mas, assim mesmo, sofrem sede.
12 Sobem da cidade os gemidos dos que estão para morrer,
e as almas dos feridos clamam por socorro.
Deus, porém, não vê mal nisso.
13 "Há os que se revoltam contra a luz,
não conhecem os caminhos dela
nem permanecem nas suas veredas.
14 De manhã, o assassino se levanta
e mata os pobres e os necessitados;
de noite, age como ladrão.
15 Os olhos do adúltero ficam à espera do crepúsculo.
‘Nenhum olho me verá’, pensa ele,
e mantém oculto o rosto.
16 No escuro, os homens invadem casas,
mas, de dia, se enclausuram;
não querem saber da luz.
17 Para eles, a manhã é uma densa escuridão;
são amigos dos pavores das trevas.
18 "São, porém, como espuma sobre as águas;
a sua parte da terra foi amaldiçoada,
e, por isso, ninguém vai às vinhas.
19 Como o calor e a seca depressa consomem a neve derretida,
assim a sepultura24.19 Hebraico: Sheol. Essa palavra também pode ser traduzida por profundezas ou morte. consome os que pecaram.
20 A mãe se esquece deles,
os vermes se banqueteiam neles;
ninguém se lembra dos maus;
a injustiça se quebra como árvore.
21 Devoram a estéril e sem filhos
e não mostram bondade para com a viúva.
22 Mas Deus, pelo seu poder, arranca os poderosos;
quando ele se levanta,
a vida deles não está segura.
23 Ele poderá deixá-los descansar, sentindo-se seguros,
mas atento os vigia nos caminhos que seguem.
24 Por um breve instante, são exaltados, mas depois se vão,
derrubados e colhidos como os demais,
ceifados como espigas de cereal.
25 "Se não é assim, quem poderá provar que minto
e reduzir a nada as minhas palavras?".
Γιατί ο Θεός αφήνει ασύδοτους τους αμαρτωλούς;
1 Γιατί δεν καθορίζει ο Παντοδύναμος της κρίσης τον καιρό,
ώστε οι δικοί του να τον δούνε
πώς δικάζει;
2 Οι άδικοι μετακινούν τα σύνορα
των χωραφιών,
ξένα κοπάδια αρπάζουνε
και στους δικούς τους κάμπους
τα βοσκάνε.
3 Παίρνουνε το γαϊδούρι απ’ τα ορφανά,
από τη χήρα αρπάζουν για
ενέχυρο το βόδι.
4 Παραμερίζουν τους φτωχούς στο δρόμο
κι όλους τους άπορους της χώρας
τους αναγκάζουνε να καταχωνιαστούν.
5 Και να που οι άμοιροι, σαν τα γαϊδούρια τ’ άγρια,
στην έρημο τραβούν απ’ την αυγή για να δουλέψουν,
να βρουν τροφή.
Και περιμένουν απ’ την έρημο να θρέψει τα παιδιά τους.
6 Μαζεύουν ό,τι απ’ το θέρο απόμεινε
στου πλούσιου το χωράφι
κι ό,τι απ’ τον τρύγοΗ ερμηνεία του εβρ. είναι αβέβαιη. απόμεινε στ’ αμπέλι του.
7 Γυμνοί περνούν τη νύχτα τους
και δίχως σκέπασμα,
από την παγωνιά να τους φυλάξει.
8 Μουσκεύουν πάνω στα βουνά απ’ τις νεροποντές,
στους βράχους πλάι στριμώχνονται
για να προστατευτούνε.
9 Αρπάζουνε το βρέφος που θηλάζει
οι άδικοι από τη χήρα μάνα του
και παίρνουν από το φτωχό
για ενέχυρο το ρούχο.
10 Έτσι οι φτωχοί δεν έχουν να ντυθούν·
γυμνοί πορεύονται
κι ενώ πεινούν,
φορτώνονται των πλούσιων τα δεμάτια.
11 Στων πλούσιων τα λιοτριβιά βγάζουν αυτοί το λάδι,
στα πατητήρια τους πατούν
κι ωστόσο αυτοί διψούν.
12 Στις πολιτείες οι δύστυχοι στενάζουν,
των πληγωμένων φθάνει ο ρόγχος στον ουρανό.
Μα ο Θεός δεν νοιάζεται για όλον αυτό τον παραλογισμό.
13 Όσοι είν’ υπαίτιοι γι’ αυτά, εχθρεύονται το φως,
τους δρόμους τους δικούς του
δεν τους ξέρουν
κι ούτε βαδίζουνε στα μονοπάτια του.
14 Στο χάραμα σηκώνεται ο φονιάς,
σκοτώνει τον φτωχό και τον αδύναμο,
και γίνεται τη νύχτα κλέφτης.
15 Βλέπει ο μοιχός πότε το σούρουπο θα ’ρθεί·
κάλυμμα ρίχνει μπρος στο πρόσωπό του
κι έτσι νομίζει πως κανείς δε θα τον δει.
16 Τη νύχτα οι κλέφτες μπαίνουν μες στα σπίτια
αλλά τη μέρα κρύβονται
και τ’ αποφεύγουνε το φως.
17 Για όλους αυτούς η μέρα αρχίζει
όταν νυχτώνει
και το σκοτάδι τρόμο δεν τους προκαλεί.
18 Τους ασεβείς τους παίρνει το ποτάμι,
καταραμένα είν’ τα χωράφια τους·
στ’ αμπέλια τους δε θα γυρίσει πια κανείς.
19 Όπως το χιόνι ο καύσωνας το λιώνει
και το ρουφάει η ξεραμένη γη,
έτσι κι ο άδης καταπίνει
αυτόν που αμάρτησε.
20 Τον λησμονάει ακόμα κι η ίδια του η μάνα
και γίνεται των σκουληκιών τροφή.
Κανένας πια για κείνον δε μιλάει.
Έτσι σαν δέντρο η αδικία έχει κοπεί.
21 Κι αυτά επειδή άσκημα φέρθηκε στις στείρες
και άφησε τις χήρες ανυπεράσπιστες.
22 Μα έχει ο Θεός τη δύναμη
τους ισχυρούς να τους σαρώνει·
ορθώνεται κι εκείνοι χάνουν
κάθε βεβαιότητα ζωής.
23 Κάποτε τους αφήνει να ζούνε σε ασφάλεια,
κι ωστόσο παρακολουθούν τα μάτια του
τον τρόπο της ζωής τους.
24 Για λίγο υψώνονται, μα ύστερα πια τίποτα·
μαραίνονται σαν τα κομμένα τ’ άνθη·
πέφτουν στη γη σαν στάχυα που τα θέρισαν.
25 Έτσι δεν είναι;
ποιος μπορεί να με διαψεύσει
και ν’ αποδείξει το αντίθετο;