1 "Fiz acordo com os meus olhos
de não olhar com cobiça para as moças.
2 Pois qual é a porção que o homem recebe de Deus lá de cima?
Qual é a herança do Todo-poderoso,31.2 Hebraico: Shadai; também no versículo 35. que habita nas alturas?
3 Não é ruína para os ímpios,
desgraça para os que fazem o mal?
4 Não vê ele os meus caminhos
e não conta cada um dos meus passos?
5 "Se me conduzi com falsidade,
ou se os meus pés se apressaram a enganar,
6 que Deus me pese em balança justa,
e saberá que não tenho culpa!
7 Se os meus passos se desviaram do caminho,
se o meu coração foi conduzido pelos meus olhos,
ou se as minhas mãos foram contaminadas,
8 que outros comam o que semeei
e que as minhas plantações sejam arrancadas pelas raízes!
9 "Se o meu coração foi seduzido por alguma mulher,
ou se fiquei à espreita junto à porta do meu próximo,
10 que a minha esposa moa cereal de outro homem
e que outros durmam com ela!
11 Pois eu teria cometido um ato vergonhoso,
crime merecedor de julgamento.
12 Isso seria como um fogo que consome até a Destruição;31.12 Hebraico: Abadom.
teria extirpado a minha colheita.
13 "Se neguei justiça aos meus servos e servas,
quando reclamaram contra mim,
14 que farei quando Deus me confrontar?
Que responderei quando chamado a prestar contas?
15 Aquele que me fez no interior da minha mãe não os fez também?
Não é o mesmo que nos formou no ventre materno?
16 "Se não atendi aos desejos dos pobres,
ou se fatiguei os olhos das viúvas,
17 se comi o meu pão sozinho,
sem compartilhá-lo com os órfãos —
18 porque desde a minha juventude os criei como um pai,
e desde o nascimento guiei as viúvas;
19 se vi alguém morrendo por falta de roupa,
ou um necessitado sem cobertor,
20 e o seu coração não me abençoou
porque o aqueci com a lã das minhas ovelhas;
21 se levantei a mão contra os órfãos,
ciente da minha influência no tribunal,
22 que o meu braço descaia do ombro
e se quebre nas juntas.
23 Pois eu tinha medo de que Deus me destruísse
e, temendo o seu esplendor, não podia fazer tais coisas.
24 "Se pus no ouro a minha confiança
e disse ao ouro puro: ‘Você é a minha garantia’;
25 se me regozijei por ter grande riqueza,
pela fortuna que as minhas mãos obtiveram;
26 se contemplei o sol no seu fulgor
e a lua a mover-se esplêndida,
27 e em segredo o meu coração foi seduzido
e a minha mão lhes ofereceu beijos de veneração,
28 estes também seriam pecados merecedores de condenação,
pois eu teria sido infiel a Deus, que está nas alturas.
29 "Se a desgraça do meu inimigo me alegrou,
ou se os problemas que teve me deram prazer
30 — eu, que nunca deixei a minha boca pecar,
lançando maldição sobre ele;
31 se os que moram na minha casa nunca tivessem dito:
‘Quem não se saciou com a comida de Jó?’,
32 porque nenhum estrangeiro teve que passar a noite na rua,
pois a minha porta sempre esteve aberta para o viajante;
33 se, como a humanidade,31.33 Ou se, como Adão. escondi o meu pecado,
acobertando no coração a minha culpa,
34 com tanto medo da multidão
e do desprezo dos familiares
que me calei e não saí de casa…
35 "Ah, se alguém me ouvisse!
Eis a assinatura da minha defesa.
Que o Todo-poderoso me responda,
que o meu acusador faça a denúncia por escrito!
36 Eu bem que a levaria nos ombros
e a usaria como coroa.
37 Eu lhe falaria sobre todos os meus passos;
a ele me apresentaria como a um comandante.
38 "Se a minha terra se queixar de mim
e todos os seus sulcos chorarem;
39 se consumi os seus produtos sem nada pagar,
ou se causei desânimo aos seus ocupantes,
40 que me venham espinhos em lugar de trigo
e ervas daninhas em lugar de cevada".
Aqui terminam as palavras de Jó.
Ο Ιώβ ορκίζεται ότι είναι αθώος
1 Έκανα συμφωνία με τα μάτια μου
κόρη ποτέ μ’ επιθυμία να μην κοιτάξω.
2 Αλλιώς, τι θα μπορούσα να προσμένω
από τον παντοδύναμο Θεό;
τι θα μου έστελνε από τα ύψη;
3 Η συμφορά είναι για τον άδικο·
για κείνους που παρανομούν η δυστυχία.
4 Βλέπει ο Θεός το δρόμο που βαδίζω
κι αυτός μετράει όλα μου τα βήματα.
5 Ποτέ μου ψέμα δεν μεταχειρίστηκα
ούτε ποτέ προσπάθησα κάποιον να εξαπατήσω.
6 Ας με ζυγίσει ο Θεός με τέλεια ζυγαριά
και θα δει τότε
την ακεραιότητά μου.
7 Αν ξέφυγε το βήμα μου από το δρόμο το σωστό,
αν παρασύρθηκε απ’ τα μάτια μου η καρδιά μου
κι αν κηλιδώθηκαν από την αδικία τα χέρια μου,
8 τότε αυτά που σπέρνω εγώ
άλλοι ας τ’ απολαύσουν
και τα σπαρτά μου ας ξεριζωθούν.
9 Αν η καρδιά μου από γυναίκα δελεάστηκε
και στήθηκα να καρτερώ στου γείτονα την πόρτα,
10 τότε η γυναίκα μου ας μαγειρεύει
γι’ άλλον άντρα
κι άλλοι μαζί της ας πλαγιάσουν.
11 Γιατί αυτό είν’ ανομία επαίσχυντη
κι αμάρτημα που οι δικαστές
θα ’πρεπε αυστηρά να τιμωρούνε.
12 Είναι φωτιά που κατακαίει και δεν αφήνει τίποτα,
μέχρι τις ρίζες κατατρώει τα σπαρτά μου.
13 Αν κάποτε το δίκιο του δούλου μου ή της δούλης μου παρέβλεψα
στις διαφορές που μπορεί να ’χανε μαζί μου,
14 πώς θα μπορέσω να σταθώ μπρος στο Θεό
και τι θα του αποκριθώ όταν με κρίνει;
15 Γιατί, αυτός που μ’ έπλασε,
μήπως δεν έπλασε κι εκείνους;
ο ίδιος δεν μας εσχημάτισε στη μητρική κοιλιά;
16 Ποτέ μου στους φτωχούς ό,τι ζητούσαν δεν τ’ αρνήθηκα,
ούτε άφησα μες στην απελπισία τις χήρες.
17 Ποτέ δεν έφαγα μονάχος το ψωμί μου,
χωρίς να φάνε απ’ αυτό και τα ορφανά,
18 γιατί εγώ τα μεγάλωσα από μικρά
σαν να ’μουνα πατέρας,
κι από την ώρα που γεννήθηκαν τα καθοδήγησα.
19 Όταν έβλεπα κάποιον που ρούχα δεν είχε να ντυθεί,
έναν φτωχό που σκεπάσματα δεν είχε,
20 του ’δινα από τα πρόβατά μου
μάλλινο ρούχο για να ζεσταθεί
κι αυτός από καρδιάς μ’ ευχαριστούσε.
21 Αν χέρι σήκωσα πάνω σε ορφανό,
επειδή έβλεπα πως είχα
των δικαστών την υποστήριξη,
22 το χέρι μου ας σπάσει απ’ τον αγκώνα,
κι ας ξεκολλήσει από τον ώμο μου.
23 Με τρόμαζε η τιμωρία του Θεού·
μπρος στη μεγαλοσύνη του
ν’ αντέξω δεν μπορούσα.
24 Ποτέ μου το χρυσάφι δεν το εμπιστεύτηκα
ούτε και το λογάριασα ποτέ για σιγουριά μου.
25 Για τα πολλά μου πλούτη δεν περηφανεύτηκα
ούτε για όσα με τα χέρια μου μπόρεσα ν’ αποκτήσω.
26 Κοιτάζοντας τον ήλιο και τη λάμψη του
ή τη μαγευτική πορεία της σελήνης,
27 ποτέ μου ενδόμυχα δεν γοητεύτηκα
ούτε ποτέ λατρευτικά τους έστειλα φιλιά.
28 Αυτό θα ’ταν αμάρτημα, που οι δικαστές το τιμωρούνε,
γιατί θα είχα απαρνηθεί τον ύψιστο Θεό.
29 Ποτέ μου δε χαιρόμουνα όταν ο εχθρός μου υπέφερε
ούτε ευχαριστιόμουνα
κακό σαν τον χτυπούσε.
30 Ποτέ μου ν’ αμαρτήσει δεν άφηνα το στόμα μου,
ζητώντας με κατάρες το χαμό του.
31 Όσοι φιλοξενήθηκαν στο σπίτι μου
έχουνε να το λένε,
πως από τα καλύτερα χορτάσαν φαγητά.
32 Ξένος κανείς δεν πέρασε τη νύχτα του στο ύπαιθρο·
στον οδοιπόρο οι πόρτες μου πάντα ήταν ανοιχτές.
33 Ποτέ ανομίες δε χρειάστηκε να κρύψω ή παραπτώματα,
όπως πολλοί το κάνουν.
34 Έτσι τα λόγια των ανθρώπων δε φοβόμουν
ούτε με τρόμαζε του κόσμου η περιφρόνηση,
ώστε να μένω σιωπηλός,
στο σπίτι μου κλεισμένος.
35 Αχ, ας γινόταν κάποιος να μ’ ακούσει!
Μπορώ να υπογράψω ό,τι έχω πει.
Μακάρι να μ’ αποκριθεί ο Παντοδύναμος!
Ας μου ’δειχνε του αντιδίκου μου
την έγγραφη κατηγορία
36 κι εγώ στους ώμους μου πρόθυμα θα τη σήκωνα
και στο κεφάλι θα την έβαζα κορώνα.
37 Για τη ζωή μου θα μιλούσα στο Θεό
με κάθε λεπτομέρεια
και θα μπορούσα να τον βλέπω μες στα μάτια.
38 Αν το χωράφι μου παραπονέθηκε για μένα
κι έκανα εγώ τ’ αυλάκια του να κλάψουνε,
39 επειδή δεν τα φρόντισα
μα πήρα τους καρπούς του,
κι έγινα έτσι ανυπάκουος στο Θεό,
που ’ναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης του,
40 τότε ας φυτρώσουνε αγκάθια αντί για στάρι,
κι αντί κριθάρι αγριοχόρταρα.Νοηματικά οι στ. 38-40 τοποθετούνται προ του στ. 35, γιατί προφανώς εκεί βρίσκεται το τέλος της ομιλίας του Ιώβ.
Εδώ τελειώνουνε τα λόγια του Ιώβ.