1 O meu espírito está quebrantado,
os meus dias se encurtam,
a sepultura me espera.
2 A verdade é que zombadores me rodeiam,
e tenho que ficar olhando a sua hostilidade.
3 "Dá-me, ó Deus, a garantia que exiges.
Quem, senão tu, me dará segurança?
4 Fechaste a mente deles para o entendimento
e com isso não os deixarás triunfar.
5 Se alguém denunciar os seus amigos por recompensa,
os olhos dos filhos dele fraquejarão.
6 "Mas Deus tornou o meu nome um adágio para todos,
um homem em cujo rosto os outros cospem.
7 Os meus olhos se turvaram de tristeza;
o meu corpo não passa de uma sombra.
8 Os íntegros ficam atônitos em face disso,
e os inocentes se levantam contra os ímpios.
9 Mas os justos se manterão firmes nos seus caminhos,
e os homens de mãos puras se tornarão cada vez mais fortes.
10 "Venham, porém, vocês todos,
e façam nova tentativa!
Não acharei nenhum sábio entre vocês.
11 Foram-se os meus dias, os meus planos fracassaram,
como também os desejos do meu coração.
12 Andam querendo tornar a noite em dia;
diante da aproximação das trevas, eles dizem:
‘Vem chegando a luz’.17.12 Ou eles dizem: ‘A luz está próxima da escuridão’ ; ou ainda Eles dizem: ‘A luz está mais próxima que a escuridão’.
13 Ora, se o único lar pelo qual espero é o Sheol,17.13 Essa palavra também pode ser traduzida por profundezas ou morte; também no versículo 16.
se estendo a minha cama nas trevas,
14 se digo ao túmulo17.14 Ou à decomposição.
‘Você é o meu pai’,
e aos vermes:
‘Vocês são a minha mãe e a minha irmã’,
15 onde está, então, a minha esperança?
Quem poderá ver esperança para mim?
16 Descerá ela às portas do Sheol?
Desceremos juntos ao pó?".
Ο Ιώβ γίνεται περίγελως
1 Η ανάσα μου είναι δύσκολη·
ζωή πια δε μ’ απόμεινε,
ο τάφος μου με καρτερεί.
2 Ξέρω πως με περιστοιχίζουν χλευαστές
κι απ’ τις πικρίες που με ποτίζουν, ξαγρυπνάω.
3 Ζητάς μια εγγύηση, Θεέ;
Γίνε εσύ ο εγγυητής μου.
Ποιος άλλος θα δεχότανε για με να εγγυηθεί;
4 Αφού απ’ το νου τους έβγαλες τη φρόνηση
μην τους αφήσεις τώρα να θριαμβεύσουν.
5 Μη γίνεις σαν αυτόν που λέει η παροιμία
ότι καλεί τους φίλους του
και τους μοιράζει δώρα,
ενώ τα μάτια των παιδιών του
με τη λαχτάρα μένουνε.
6 Έγινα ο περίγελως του κόσμου·
εκείνος που τον φτύνουνε στο πρόσωπο.
7 Από τη λύπη θόλωσαν τα μάτια μου
κατάντησα σκιά του εαυτού μου.
8 Όσοι θαρρούν πως είναι δίκαιοι,
μπροστά στη δυστυχία μου σκανδαλίζονται·
κι όσοι πιστεύουνε πως είναι αθώοι
αγανακτούν και πωρωμένο με θαρρούν.
9 Μα όποιος στ’ αλήθεια είναι δίκαιος
από των αλλονών τις κρίσεις δεν κλονίζεται·
κι όποιος τα χέρια του έχει καθαρά
νιώθει η πεποίθησή του να στεριώνει.
10 Όσο για σας, ελάτε φίλοι μου,
ελάτε πάλι όλοι κοντά μου.
Ωστόσο εγώ ανάμεσά σας σοφό ούτ’ έναν δε θα βρω.
11 Οι μέρες μου έφυγαν·
ναυάγησαν τα σχέδιά μου
κι οι πιο ακριβές μου επιθυμίες.
12 Κι όμως μου λένε οι φίλοι μου
πως είναι μέρα η νύχτα μου
και πως το φως είναι κοντά,
ενώ σκοτάδια με τυλίγουν.
13 Να κατοικήσω είν’ η ελπίδα μου στον άδη
και στο σκοτάδι
το κλινάρι μου να στρώσω.
14 Τον κρύο τάφο λέω πατέρα μου,
μητέρα κι αδερφές μου, τα σκουλήκια.
15 Πώς είναι δυνατό λοιπόν
για ελπίδα να μιλά κανείς;
Ποιος μπορεί να διακρίνει
ακόμα κι ένα ίχνος της;
16 Θα καταποντιστεί κι αυτή στα έγκατα του άδη
και θα ξαπλώσει μες στο χώμα μ’ εμένα αντάμα.