Jesus cura um leproso
1 Quando ele desceu do monte, grandes multidões o seguiram. 2 Um leproso8.2 A palavra grega era utilizada para designar vários tipos de doença de pele, não somente lepra; também no versículo 3. aproximou-se, prostrou-se diante dele e disse:
— Senhor, se quiseres, podes purificar-me!
3 Jesus estendeu a mão, tocou nele e disse:
— Quero. Seja purificado!
Imediatamente, ele foi purificado da lepra. 4 Em seguida, Jesus lhe disse:
— Olhe! Não conte isso a ninguém, mas vá, apresente-se ao sacerdote e entregue a oferta que Moisés ordenou, para que lhes sirva de testemunho.
A fé do centurião
5 Quando Jesus entrou em Cafarnaum, um centurião se dirigiu a ele, pedindo-lhe ajuda. 6 Ele disse:
— Senhor, o meu servo está em casa, paralítico, em terrível sofrimento.
7 Jesus lhe disse:
— Eu irei curá-lo.
8 O centurião respondeu:
— Senhor, não mereço receber-te debaixo do meu teto. Basta que digas uma palavra, e o meu servo será curado. 9 Pois eu também sou homem sujeito à autoridade e com soldados sob o meu comando. Digo a um: "Vá", e ele vai; a outro: "Venha", e ele vem. Digo ao meu servo: "Faça isto", e ele o faz.
10 Ao ouvir isso, Jesus admirou-se e disse aos que o seguiam:
— Em verdade lhes digo que nem mesmo em Israel encontrei alguém com tamanha fé. 11 Eu digo que muitos virão do oriente e do ocidente e se sentarão à mesa com Abraão, Isaque e Jacó no reino dos céus. 12 Mas os filhos do reino serão lançados para fora, nas trevas; ali haverá choro e ranger de dentes.
13 Então, Jesus disse ao centurião:
— Vá! Como você creu, assim acontecerá!
Na mesma hora, o servo do centurião foi curado.
Jesus cura muitos enfermos e expulsa demônios
14 Quando Jesus entrou na casa de Pedro, viu a sogra deste de cama e com febre. 15 Tomando-a pela mão, a febre a deixou, e ela se levantou e começou a servi-lo.
16 Ao anoitecer, foram trazidos a ele muitos endemoniados, e ele expulsou os espíritos com uma só palavra e curou todos os doentes. 17 Assim, cumpriu-se o que fora dito pelo profeta Isaías:
"Ele tomou sobre si as nossas enfermidades
e sobre si levou as nossas doenças".8.17 Is 53.4.
O preço de seguir Jesus
18 Quando Jesus viu a multidão ao seu redor, deu ordens para que atravessassem para o outro lado do lago. 19 Então, um mestre da lei aproximou-se dele e disse:
— Mestre, eu te seguirei para onde quer que fores.
20 Jesus respondeu:
— As raposas têm tocas e as aves do céu têm ninhos, mas o Filho do homem não tem onde reclinar a cabeça.
21 Outro discípulo lhe disse:
— Senhor, deixa-me ir primeiro sepultar o meu pai.
22 Jesus, porém, lhe disse:
— Siga-me e deixe que os mortos sepultem os seus próprios mortos.
Jesus acalma a tempestade
23 Então, Jesus entrou no barco, e os seus discípulos o seguiram. 24 De repente, uma forte tempestade levantou-se sobre o lago, de forma que as ondas inundavam o barco. Jesus, porém, dormia. 25 Os discípulos foram acordá-lo, clamando:
— Senhor, salva-nos! Vamos morrer!
26 Ele perguntou:
— Por que vocês estão com tanto medo, homens de pequena fé?
Então, ele se levantou, repreendeu os ventos e o mar, e tudo ficou calmo. 27 Os homens ficaram perplexos e perguntaram:
— Quem é este que até os ventos e o mar lhe obedecem?
A libertação de dois endemoniados
28 Quando ele chegou ao outro lado, à região dos gadarenos,8.28 Há manuscritos que trazem gergesenos; outros trazem gerasenos. foram ao seu encontro dois endemoniados, que vinham dos sepulcros. Eram tão violentos que ninguém podia passar por aquele caminho. 29 Então, eles gritaram:
— Que queres conosco, Filho de Deus? Vieste aqui para nos atormentar antes do devido tempo?
30 Longe deles, pastava uma grande manada de porcos. 31 Os demônios imploraram a Jesus:
— Se nos expulsares, manda-nos entrar naquela manada de porcos.
32 Ele lhes disse:
— Vão!
Então, eles saíram e entraram nos porcos, e toda a manada atirou-se precipício abaixo, em direção ao lago, e morreu na água. 33 Os que cuidavam dos porcos fugiram, foram à cidade e contaram tudo, incluindo o que havia acontecido aos endemoniados. 34 Toda a cidade saiu ao encontro de Jesus e, quando o viram, suplicaram-lhe que saísse do território deles.
Θεραπεία λεπρού
1 Όταν κατέβηκε ο Ιησούς από το όρος, τον ακολούθησε κόσμος πολύς. 2 Ένας λεπρός τον πλησίασε, τον προσκύνησε και του είπε: «Κύριε, αν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις από τη λέπρα». 3 Ο Ιησούς άπλωσε το χέρι, τον άγγιξε και του είπε: «Θέλω· να καθαριστείς από τη λέπρα». Κι αμέσως καθαρίστηκε από τη λέπρα του. 4 Του λέει τότε ο Ιησούς: «Πρόσεξε, μην το πεις σε κανένα· για να τους αποδείξεις όμως ότι θεραπεύτηκες, πήγαινε να δείξεις τον εαυτό σου στον ιερέα, και πρόσφερε το δώρο που έχει καθορίσει ο Μωυσής».
Η θεραπεία του δούλου του εκατόνταρχου
5 Μόλις μπήκε ο Ιησούς στην Καπερναούμ, τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος και τον παρακαλούσε 6 μ’ αυτά τα λόγια: «Κύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος στο σπίτι, παράλυτος, και υποφέρει φοβερά». 7 Ο Ιησούς του λέει: «Εγώ θα έρθω και θα τον θεραπεύσω». 8 Ο εκατόνταρχος του αποκρίθηκε: «Κύριε, δεν είμαι άξιος να σε δεχτώ στο σπίτι μου· πες όμως μόνο ένα λόγο, και θα γιατρευτεί ο δούλος μου. 9 Είμαι κι εγώ άνθρωπος κάτω από εξουσία, και έχω στρατιώτες στη διοίκησή μου· λέω στον ένα "πήγαινε" και πηγαίνει, και στον άλλο "έλα" και έρχεται, και στο δούλο μου "κάνε αυτό" και το κάνει». 10 Όταν τον άκουσε ο Ιησούς, θαύμασε και είπε σ’ όσους τον ακολουθούσαν: «Σας βεβαιώνω πως τόση πίστη ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες δε βρήκα. 11 Και σας λέω πως θα ’ρθουν πολλοί από ανατολή και δύση και θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στο τραπέζι της βασιλείας των ουρανών, 12 ενώ οι κληρονόμοι της βασιλείας θα πεταχτούν έξω στο σκοτάδι· εκεί θα κλαίνε, και θα τρίζουν τα δόντια τους». 13 Ύστερα είπε στον εκατόνταρχο ο Ιησούς: «Πήγαινε, κι ας γίνει αυτό που πίστεψες». Και γιατρεύτηκε ο δούλος εκείνη την ώρα.
Η θεραπεία της πεθεράς του Πέτρου και άλλων αρρώστων
14 Όταν έφτασε ο Ιησούς στο σπίτι του Πέτρου, είδε την πεθερά του στο κρεβάτι με πυρετό. 15 Μόλις έπιασε το χέρι της, την άφησε ο πυρετός κι εκείνη σηκώθηκε και τον υπηρετούσε.
16 Κατά το δειλινό τού έφεραν πολλούς δαιμονισμένους, και μόνο με το λόγο του έδιωχνε τα πονηρά πνεύματα. Επίσης θεράπευσε όλους τους αρρώστους, 17 κι έτσι εκπληρώθηκε αυτό που είχε ειπωθεί μέσω του προφήτη Ησαΐα μ’ αυτά τα λόγια:
Αυτός πήρε τις ασθένειές μας
και βάσταξε τις αρρώστιες μας.
Προϋποθέσεις της μαθητείας
18 Όταν είδε ο Ιησούς να τον τριγυρίζει πολύς κόσμος, έδωσε την εντολή να περάσουν στην απέναντι όχθη της λίμνης. 19 Τον πλησίασε τότε ένας γραμματέας και του είπε: «Διδάσκαλε, θα σε ακολουθήσω όπου κι αν πας». 20 Ο Ιησούς του λέει: «Οι αλεπούδες έχουν καταφύγιο, και τα πουλιά έχουν φωλιές· ο Υιός όμως του Ανθρώπου δεν έχει πού να γείρει το κεφάλι». 21 Ένας άλλος πάλι από τους μαθητές του τού είπε: «Κύριε, άφησέ με να πάω πρώτα να θάψω τον πατέρα μου». 22 Ο Ιησούς όμως του είπε: «Ακολούθησέ με κι άφησε τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους».
Η κατάπαυση της τρικυμίας
23 Ο Ιησούς μπήκε στο πλοιάριο, και τον ακολούθησαν και οι μαθητές του. 24 Ξαφνικά έγινε μεγάλη τρικυμία στη λίμνη, έτσι που τα κύματα σκέπαζαν το πλοιάριο· αυτός όμως κοιμόταν. 25 Πήγαν τότε οι μαθητές του και τον ξύπνησαν λέγοντας: «Κύριε, σώσε μας, χανόμαστε». 26 Και τους λέει: «Ολιγόπιστοι, γιατί είστε δειλοί;» Μετά σηκώθηκε και επιτίμησε τους ανέμους και τη θάλασσα, κι έγινε απόλυτη γαλήνη. 27 Και οι άνθρωποι είπαν γεμάτοι κατάπληξη: «Ποιος είν’ αυτός, που τον υπακούνε οι άνεμοι και η θάλασσα;»
Η θεραπεία των δαιμονισμένων στα Γέργεσα
28 Όταν έφτασε στην απέναντι όχθη, στην περιοχή των Γεργεσηνών,Γεργεσηνών. Άλλα χειρόγραφα έχουν «Γαδαρηνών» και άλλα «Γερασηνών». τον συνάντησαν δύο δαιμονισμένοι που έρχονταν από τα μνήματα, τόσο φοβεροί, που κανένας δεν τολμούσε να περάσει από κείνον το δρόμο. 29 Και με κραυγές του έλεγαν: «Τι δουλειά έχεις εσύ μ’ εμάς, Υιέ του Θεού; Ήρθες εδώ να μας βασανίσεις πριν την ώρα μας;» 30 Μακριά απ’ αυτούς έβοσκε ένα μεγάλο κοπάδι χοίρων. 31 Και οι δαίμονες τον παρακαλούσαν λέγοντας: «Αν είναι να μας διώξεις, άφησέ μας να πάμε στο κοπάδι των χοίρων». 32 Κι εκείνος τους είπε: «Πηγαίνετε». Αυτοί βγήκαν και πήγαν στο κοπάδι των χοίρων. Και όλο το κοπάδι των χοίρων όρμησε και γκρεμίστηκε στη λίμνη και πνίγηκαν μέσα στα νερά. 33 Οι βοσκοί έφυγαν, πήγαν στην πόλη και ανάγγειλαν όλα τα συμβάντα και ό,τι έγινε με τους δαιμονισμένους. 34 Βγήκε τότε όλη η πόλη να συναντήσει τον Ιησού, κι όταν τον είδαν, τον παρακάλεσαν να φύγει από την περιοχή τους.