1 Τότε μου είπε: «Εσύ άνθρωπε,Εσύ άνθρωπε. Βλ. υποσ. εις κεφ. 2:1. φάε αυτό που βλέπεις εδώ· φάε ετούτο ’δω το βιβλίο και πήγαινε και μίλησε στους Ισραηλίτες». 2 Έτσι, άνοιξα το στόμα μου και μου ’δωσε κι έφαγα το βιβλίο. 3 «Άνθρωπε», μου είπε, «φάε το βιβλίο που σου δίνω και γέμισε το στομάχι σου μ’ αυτό». Το έφαγα κι ήταν γλυκό στο στόμα μου σαν μέλι.
4 Έπειτα ο Κύριος μου είπε: «Άνθρωπε, εμπρός, πήγαινε στους Ισραηλίτες και πες τους ό,τι εγώ σε προστάζω. 5 Δε σε στέλνω σε κάποιον λαό με ακατανόητη ή δύσκολη γλώσσα αλλά στους Ισραηλίτες. 6 Αν σ’ έστελνα σε άλλους, πολυάνθρωπους λαούς, που μιλάνε γλώσσες ξένες, δύσκολες κι ακατανόητες για σένα, εκείνοι σίγουρα θα σε άκουγαν. 7 Οι Ισραηλίτες όμως δε θα θελήσουν να σε ακούσουν. Αυτοί δεν θέλουν να με ακούν, γιατί είναι όλοι τους πεισματάρηδες και σκληρόκαρδοι. 8 Θα σε κάνω, όμως, κι εσένανε πεισματάρη και αμετάπειστο, ίδιον μ’ αυτούς. 9 Θα σε κάνω σκληρότερον κι από την πέτρα· σαν το διαμάντι θα σε κάνω σκληρόν. Μην τους φοβηθείς ούτε να δειλιάσεις μπροστά σ’ αυτούς τους αποστάτες».
10 Μου είπε ακόμη: «Άνθρωπε, βάλ’ τα καλά μέσα σου όλα τα λόγια που θα σου πω και πρόσεξέ τα. 11 Μετά πήγαινε στους εξορίστους, στους συμπατριώτες σου, και μεταβίβασέ τους αυτά που λέω εγώ ο Κύριος, ο Θεός, είτε τα ακούσουν είτε όχι».
12 Τότε, το Πνεύμα του Θεού με σήκωσε κι άκουσα πίσω μου μια δυνατή κραυγή: «Ευλογημένη του Κυρίου η δόξα στο ουράνιο κατοικητήριό του!» 13 Επίσης άκουσα τον ήχο απ’ τα φτερά των όντων, καθώς άγγιζαν το ένα το άλλο, και τον ήχο από τους τροχούς στο πλάι τους· ήταν τόσο δυνατός ο ήχος, σαν από σεισμό. 14 Έτσι το Πνεύμα του Θεού, που με σήκωσε, με μετέφερε μακριά· πήγαινα με ταραγμένη και λυπημένη την καρδιά, γιατί ένιωθα βαρύ το χέρι του Κυρίου πάνω μου. 15 Έφτασα έτσι στο Τελ-Αβίβ, στους εξορίστους που κατοικούσαν κοντά στον ποταμό Χεβάρ, κι έμεινα εκεί μαζί τους συντριμμένος εφτά μέρες.
Ο Ιεζεκιήλ φρουρός του Ισραήλ
16 Αφού πέρασαν οι εφτά μέρες, μου είπε ο Κύριος:
17 «Εσένα άνθρωπε, σε βάζω φρουρό των Ισραηλιτών· θ’ ακούς το λόγο μου και θα τους μεταφέρεις τα μηνύματά μου. 18 Αν αποφασίσω ότι ένας ασεβής το δίχως άλλο θα πεθάνει κι εσύ δεν τον ειδοποιήσεις, και δεν πεις τίποτα για να τον αποτρέψεις από τον κακό του δρόμο για να ζήσει, αυτός θα πεθάνει εξαιτίας της ανομίας του· εγώ όμως θα ζητήσω ευθύνη από σένα για το θάνατό του. 19 Αλλά αν ειδοποιήσεις τον ασεβή κι αυτός δεν μεταστραφεί από την ασέβειά του και δεν αλλάξει τρόπο ζωής, αυτός θα πεθάνει εξαιτίας της ανομίας του· ενώ εσύ θα έχεις γλιτώσει τη ζωή σου.
20 »Επίσης, αν ένας δίκαιος παρεκκλίνει από το σωστό δρόμο και στραφεί προς το κακό, εγώ θα προκαλέσω την πτώση του και θα πεθάνει. Αυτός θα πεθάνει εξαιτίας της αμαρτίας του και δε θα του λογαριαστούν οι καλές πράξεις που είχε κάνει· αλλά θα θεωρήσω εσένα υπεύθυνο για το θάνατό του, επειδή δεν τον ειδοποίησες. 21 Αν όμως ειδοποιήσεις τον δίκαιο να μην αμαρτάνει κι αυτός ακούσει τη νουθεσία σου και δεν αμαρτήσει, τότε εκείνος ασφαλώς θα ζήσει κι εσύ θα έχεις γλιτώσει τη ζωή σου».
Ο Θεός επιβάλλει σιωπή στον προφήτη
22 Ένιωσα και πάλι πάνω μου τη δύναμη του Κυρίου, ο οποίος μου είπε: «Σήκω, πήγαινε στην πεδιάδα κι εκεί θα σου μιλήσω».
23 Σηκώθηκα, λοιπόν, και πήγα στην πεδιάδα. Εκεί είδα τη δόξα του Κυρίου, την ίδια που είχα δει κοντά στον ποταμό Χεβάρ· κι έπεσα με το πρόσωπο στη γη. 24 Τότε το Πνεύμα του Κυρίου μπήκε μέσα μου και με έκανε να σταθώ στα πόδια μου. Κι ο Κύριος μου είπε: «Πήγαινε, κλείσου στο σπίτι σου. 25 Εκεί θα σε δέσουν με σκοινιά, άνθρωπε, κι έτσι δεν θα μπορείς πια να βγαίνεις έξω δημόσια. 26 Θ’ ακινητοποιήσω τη γλώσσα σου στον ουρανίσκο σου και θα γίνεις άφωνος και ανίκανος να τους ελέγξεις· γιατί είναι αποστάτες. 27 Αλλά όταν θα σου μιλήσω, θ’ ανοίξω το στόμα σου για να τους μεταφέρεις τι λέω εγώ, ο Κύριος, ο Θεός. Όποιος θέλει ν’ ακούσει, ας ακούσει κι όποιος δεν θέλει, ας μην ακούσει, γιατί αυτοί είναι αποστάτες».
吃书卷
1 他对我说:"人子啊,把你得到的吃下去吧!吃下这书卷,然后去向以色列家说话。"2 于是我把口张开,他就给我吃下那书卷。3 他又对我说:"人子啊!把我赐给你的那书卷吃下去,填满你的肚子。"于是我吃了,这书卷在我口里像蜜糖一样甘甜。
受主训勉
4 他对我说:"人子啊,你去!到以色列家那里,把我的话告诉他们。5 你受差派不是到一个说话难明、言语难懂的民族那里去,而是到以色列家去;6 不是到说话难明、言语难懂的众多民族那里去,他们的话是你听不懂的。但是,如果我差派你到他们那里去,他们必听从你。7 以色列家却不肯听从你,因为他们不肯听从我,整个以色列家都是额坚心硬的。8 看哪!我要使你的脸像他们的脸一样坚硬,使你的前额像他们的前额一样坚硬。9 我要使你的额好象最坚硬的宝石,比火石更硬。他们虽然是叛逆的民族,你却不要怕他们,在他们面前,也不要惊惶。"10 他又对我说:"人子啊!我对你说的一切话,你都要留心听,记在心里。11 你去,到被掳的人民那里,向他们宣讲;他们或听或不听,你只要对他们说:‘主耶和华这样说。’"
12 那时,灵使我升起,我就听见后面有轰轰的响声:"耶和华的居所显现出来的荣耀是应当称颂的!"13 我又听见那些活物的翅膀彼此相碰的声音和活物旁边的轮子的声音,以及轰轰的响声。14 灵使我升起,把我提去。那时我心灵忿激、愁苦。耶和华的手强而有力临到我身上。15 于是我来到提勒.亚毕被掳的人那里,他们住在迦巴鲁河边。我在他们居住的地方坐了七天,在他们中间震惊得不知所措。
作以色列家的守望者(结33:1~9)
16 过了七天,耶和华的话临到我说:17 "人子啊,我立了你作以色列家守望的人,所以你要聆听我口中的话,替我警告他们。18 如果我对恶人说:‘你必定死亡!’你却不警告他,也不警戒他离开恶行,好救他的性命,这恶人就必因自己的罪孽死亡。但我要因他的死追究你。19 如果你警告恶人,他仍不离开他的罪恶和他的恶行,他就必因自己的罪孽死亡,你却救了自己的性命。20 如果义人偏离正义,行事邪恶,我必把绊脚石放在他面前,他必定死亡;因为你没有警告他,他必因自己的罪死亡。他素常所行的义,也必不被记念。但我要因他的死追究你。21 如果你警告义人不要犯罪,他就不犯罪。他因为接受警告,就必存活,你也救了自己的性命。"
暂时缄口不言
22 耶和华的手在那里临到我身上,他对我说:"你起来,出到平原去,在那里我要向你说话。"23 于是,我起来,出到平原去,看见耶和华的荣耀停在那里,这荣耀就像我在迦巴鲁河边看见的一样。于是我俯伏在地。24 灵进到我里面,使我站立起来,耶和华对我说:"你进去,把自己关在家里。25 人子啊!人要用绳子把你捆绑起来,使你不能出到他们中间去。26 我要使你的舌头贴住上膛,使你变成哑巴,不能作责备他们的人,因为他们是叛逆的民族。27 但我对你说话的时候,我必开你的口,你就要对他们说:‘主耶和华这样说。’肯听的就让他听,不肯听的,就由他不听吧,因为他们是叛逆的民族。"