Η παραγγελία του Βαλάκ στο Βαλαάμ
1 Οι Ισραηλίτες έφυγαν από ’κει και κατασκήνωσαν στις στέπες της Μωάβ, πέρα από τον Ιορδάνη, απέναντι από την Ιεριχώ. 2 Ο Βαλάκ, γιος του Σιππώρ, που εκείνη την εποχή ήταν βασιλιάς των Μωαβιτών, έμαθε αυτά που είχαν κάνει οι Ισραηλίτες στους Αμορραίους. 3 Φοβήθηκαν, λοιπόν, πολύ οι Μωαβίτες το λαό του Ισραήλ, που ήταν τόσο πολυάριθμος, 4 και είπαν στους αρχηγούς των Μαδιανιτών: «Τώρα το πλήθος αυτό θα καταστρέψει τα πάντα γύρω μας, όπως τα βόδια κατατρώνε το χορτάρι στα χωράφια».
5 Έτσι ο βασιλιάς Βαλάκ έστειλε αγγελιοφόρους στο Βαλαάμ, γιο του Βεώρ, στην Πεθόρ, κοντά στον Ευφράτη ποταμό, στη χώρα των Αμοβιτών,στη χώρα των Αμοβιτών. Πιθανή εκδοχή της γραφής του εβρ. κειμένου, που σημαίνει κατά λ. «χώρα των γιων του λαού του». Άλλη δυνατή μετ.: «στη χώρα της καταγωγής του». με το ακόλουθο μήνυμα: «Ένας λαός που βγήκε από την Αίγυπτο, πλημμύρισε την περιοχή μας και έχει εγκατασταθεί απέναντί μου. 6 Έλα τώρα λοιπόν να καταραστείς για χάρη μου το λαό αυτό, γιατί είναι ισχυρότερος από μένα. Ίσως έτσι μπορέσω να τον νικήσω και να τον διώξω από τη χώρα. Εγώ ξέρω ότι όποιον εσύ ευλογείς είναι ευλογημένος και όποιον καταριέσαι είναι καταραμένος».
7 Ξεκίνησαν, λοιπόν οι αρχηγοί των Μωαβιτών και των Μαδιανιτών, έχοντας και την αμοιβή της μαντείας μαζί τους, και ήρθαν στο Βαλαάμ να του ανακοινώσουν το μήνυμα του Βαλάκ. 8 Ο Βαλαάμ τους είπε: «Μείνετε εδώ απόψε και θα σας απαντήσω ανάλογα με το τι θα μου πει ο Κύριος». Έτσι οι άρχοντες της Μωάβ έμειναν με το Βαλαάμ.
9 Τη νύχτα ο Θεός ήρθε στο Βαλαάμ και τον ρώτησε: «Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι που μένουν μαζί σου;» 10 Ο Βαλαάμ απάντησε: «Ο βασιλιάς της Μωάβ, ο Βαλάκ γιος του Σιππώρ, τούς έστειλε να μου πουν 11 ότι βγήκε ένας λαός από την Αίγυπτο και πλημμύρισε τη χώρα. "Έλα λοιπόν", μου είπε, "και δώσ’ τους την κατάρα σου. Ίσως έτσι μπορέσω και τους πολεμήσω και τους διώξω"». 12 Ο Θεός είπε στο Βαλαάμ: «Δε θα πας μαζί τους. Δε θα καταραστείς το λαό αυτό, γιατί είναι ευλογημένος».
13 Ο Βαλαάμ σηκώθηκε το πρωί και είπε στους άρχοντες του Βαλάκ: «Γυρίστε στη χώρα σας, γιατί ο Κύριος δε μου επιτρέπει να έρθω μαζί σας». 14 Έτσι, οι άρχοντες της Μωάβ σηκώθηκαν και γύρισαν πίσω στο Βαλάκ και του είπαν: «Ο Βαλαάμ αρνήθηκε να έρθει μαζί μας». 15 Τότε ο Βαλάκ ξανάστειλε άλλους άρχοντες, πιο επίσημους από τους προηγούμενους. 16 Αυτοί ήρθαν στο Βαλαάμ και του είπαν: «Ο Βαλάκ, γιος του Σιππώρ λέει: "Σε παρακαλώ, μην αρνηθείς να έρθεις σ’ εμένα. 17 Θα σε ανταμείψω γενναιόδωρα και ό,τι μου πεις θα το κάνω. Έλα, λοιπόν, να καταραστείς για χάρη μου αυτό το λαό"».
18 Αλλά ο Βαλαάμ αποκρίθηκε στους ανθρώπους του Βαλάκ: «Κι αν ακόμη ο Βαλάκ μού έδινε το σπίτι του γεμάτο ασήμι και χρυσάφι, εγώ δεν θα μπορούσα να παραβώ τη διαταγή του Κυρίου, του Θεού μου και να κάνω κάτι λιγότερο ή περισσότερο. 19 Μείνετε κι εσείς εδώ απόψε, και θα μάθω τι θα μου πει πάλι ο Κύριος».
20 Τη νύχτα ήρθε ο Θεός στο Βαλαάμ και του είπε: «Αφού αυτοί οι άντρες ήρθαν να σε καλέσουν, σήκω και πήγαινε μαζί τους. Αλλά θα κάνεις μόνο αυτό που θα σου λέω εγώ».
Ο άγγελος και το υποζύγιο του Βαλαάμ
21 Ο Βαλαάμ σηκώθηκε το πρωί, σαμάρωσε το γαϊδουράκι του και πήγε μαζί με τους άρχοντες της Μωάβ. 22 Ο Θεός οργίστηκε που ο Βαλαάμ έφυγε, και καθώς ο ίδιος καθόταν πάνω στο ζώο του και τον συνόδευαν οι δυο του υπηρέτες, ο άγγελος του Κυρίου στάθηκε στο δρόμο για να τον εμποδίσει.
23 Όταν το υποζύγιο είδε τον άγγελο που στεκόταν εκεί με ένα κοφτερό σπαθί στο χέρι του, βγήκε απ’ το δρόμο και μπήκε στα χωράφια. Ο Βαλαάμ το χτύπησε για να το ξαναφέρει πίσω.
24 Τότε ο άγγελος στάθηκε σ’ ένα μονοπάτι ανάμεσα στ’ αμπέλια, που είχε τοίχο από τη μια μεριά και τοίχο από την άλλη. 25 Βλέποντας τον άγγελο, το ζώο στριμώχτηκε στον τοίχο και πίεσε το πόδι του Βαλαάμ πάνω στον τοίχο. Ο Βαλαάμ το χτύπησε και πάλι.
26 Ο άγγελος του Κυρίου πέρασε άλλη μια φορά μπροστά και στάθηκε σ’ ένα στενό πέρασμα όπου δεν υπήρχε διέξοδος ούτε από δεξιά, ούτε από αριστερά. 27 Το γαϊδουράκι είδε τον άγγελο του Κυρίου και γονάτισε κάτω από το Βαλαάμ. Αυτός τότε θύμωσε και άρχισε να το χτυπάει με το ραβδί.
28 Τότε ο Κύριος έκανε το ζώο να μιλήσει, και είπε στο Βαλαάμ: «Τι σου έκανα και με χτύπησες τρεις φορές ως τώρα;»
29 «Δε με λογαριάζεις καθόλου!» του αποκρίθηκε ο Βαλαάμ. «Μακάρι να είχα στο χέρι μου ένα σπαθί να σε σκότωνα τώρα».
30 Το γαϊδουράκι τού λέει: «Δεν είμαι εγώ το γαϊδούρι σου, που από πάντα καθόσουν πάνω μου; Σου συμπεριφέρθηκα ποτέ μ’ αυτόν τον τρόπο;»
Εκείνος απάντησε: «Όχι».
Ο Θεός αποτρέπει το Βαλαάμ
31 Εκείνη τη στιγμή ο Κύριος άνοιξε τα μάτια του Βαλαάμ και είδε τον άγγελο που στεκόταν στο δρόμο με το κοφτερό σπαθί στο χέρι του. Γονάτισε τότε ο Βαλαάμ και προσκύνησε με το πρόσωπο στη γη. 32 Ο άγγελος του Κυρίου τού είπε: «Γιατί χτύπησες το γαϊδουράκι σου τρεις φορές; Βλέπεις ότι εγώ βγήκα να σε εμποδίσω, επειδή δεν μου αρέσει ο δρόμος που ’χεις πάρει. 33 Το ζώο με είδε κι άλλαξε δρόμο τρεις φορές. Αν δεν μου είχε ξεφύγει, θα σε είχα σκοτώσει κι εκείνο θα το είχα αφήσει να ζήσει».
34 Τότε ο Βαλαάμ απάντησε στον άγγελο: «Αμάρτησα! Δεν ήξερα ότι εσύ στεκόσουν στον δρόμο για να με σταματήσεις. Και τώρα, αν αυτό που κάνω δεν σου αρέσει, εγώ γυρίζω πίσω».
35 Ο άγγελος του Κυρίου όμως του είπε: «Πήγαινε μ’ αυτούς τους ανθρώπους, αλλά θα πεις μόνο ό,τι θα σου πω εγώ». Έτσι ο Βαλαάμ πήγε μαζί με τους άρχοντες του Βαλάκ.
Συνάντηση Βαλαάμ και Βαλάκ
36 Όταν άκουσε ο Βαλάκ ότι έρχεται ο Βαλαάμ, βγήκε να τον προϋπαντήσει στην Αρ-Μωάβ, πλάι στον ποταμό Αρνών, στα σύνορα της Μωάβ. 37 Ο Βαλάκ είπε στο Βαλαάμ: «Δεν έστειλα επειγόντως να σε καλέσω; Γιατί δεν ερχόσουν; Μήπως δεν έχω τη δυνατότητα να σε τιμήσω;» 38 Ο Βαλαάμ απάντησε στο Βαλάκ: «Να, λοιπόν, που ήρθα! Αλλά μήπως και τώρα μπορώ να πω τίποτε; Θα πω μόνο τα λόγια που θα βάλει στο στόμα μου ο Θεός». 39 Έτσι ο Βαλαάμ μαζί με το Βαλάκ πήγαν στην πόλη Κιριάθ-Ουζώθ. 40 Εκεί ο Βαλάκ έσφαξε βόδια και πρόβατα και τα πρόσφερε στον Βαλαάμ και στους άρχοντες που ήταν μαζί του.
Πρώτος χρησμός του Βαλαάμ
41 Την άλλη μέρα πήρε ο Βαλάκ το Βαλαάμ και τον ανέβασε στη Βαμώθ-Βάαλ, απ’ όπου ο Βαλαάμ μπορούσε να δει ένα τμήμα του λαού του Ισραήλ.
摩押王巴勒召巴兰
1 以色列人起行,在摩押平原安营,就是在约旦河东边,耶利哥的对面。
2 以色列人向亚摩利人所行的一切事,西拨的儿子巴勒都看见了。3 摩押人十分惧怕这民,因为他们众多;摩押人因以色列人的缘故,十分恐慌。4 摩押人对米甸的长老说:"现在这群人要吞并我们四周的一切,好象牛吞吃田间的草一样。"那时西拨的儿子巴勒,作摩押王;5 他就派使者到比珥的儿子巴兰那里去,就是到大河附近的毘夺,亚扪人的地那里,去叫巴兰来,说:"你看,有一个民族从埃及出来,遮满了全地,如今住在我的对面。6 现在请你来,替我咒诅这民,因为他们比我强盛,或者我能够击败他们,把他们从这地赶出去;因为我知道你给谁祝福,谁就得福;你咒诅谁,谁就受咒诅。"
7 摩押的长老和米甸的长老,手里带着占卜的礼金去了;他们到了巴兰那里,把巴勒的话告诉他。8 巴兰对他们说:"今夜你们留在这里,我必照着耶和华吩咐我的话答复你们。"于是,摩押的领袖就与巴兰同住。9 神来到巴兰那里,说:"与你在一起的这些人是谁?"10 巴兰对 神说:"是摩押王西拨的儿子巴勒派到我这里来的人,他们说:11 ‘你看,从埃及出来的民族,遮满了全地;现在请你来,替我咒诅他们,或者我能够战胜他们,把他们赶走。’"12 神对巴兰说:"你不可与他们同去,也不可咒诅那民,因为他们是蒙福的。"13 巴兰早晨起来,对巴勒的领袖说:"你们回本地去吧,因为耶和华不准我与你们同去。"14 摩押的领袖起来,回到巴勒那里,说:"巴兰不肯与我们同来。"
15 于是,巴勒又派比先前更多、更尊贵的领袖去,16 他们来到巴兰那里,对他说:"西拨的儿子巴勒这样说:‘求你不要推辞不到我这里来,17 因为我必使你大得尊荣;你向我说甚么,我都照办;只求你替我咒诅这民。’"18 巴兰回答巴勒的臣仆说:"巴勒就算把他满屋的金银给我,但我不论作大事小事,也不能越过耶和华我 神的命令。19 现在请你们今夜也住在这里,等我得知耶和华还要向我说甚么。"20 当夜, 神来到巴兰那里,对他说:"这些人既然来请你,你就起程与他们同去,但是你只要遵行我吩咐你的事。"
天使与巴兰的驴子
21 巴兰早晨起来,备上驴,与摩押的领袖一同去了。22 神因为巴兰去就发怒;耶和华的使者站在路上敌挡他。那时他骑着驴,有两个仆人同行。23 驴看见了耶和华的使者站在路上,手里拿着拔出来的刀,就转离正路,走入田中去;巴兰就打驴,要叫牠转回路上。24 耶和华的使者站在葡萄园间的窄路上,两边都有围墙。25 驴看见了耶和华的使者,就紧挤在墙上,把巴兰的脚挤伤了,巴兰又打驴。26 耶和华的使者又往前行,站在狭窄之处,左右都没有转身的地方。27 驴看见了耶和华的使者,就卧在巴兰身下;巴兰大怒,就用自己的杖打驴。28 耶和华开了驴的口,驴就对巴兰说:"我向你作了甚么,你竟打我这三次呢?"29 巴兰对驴说:"因为你作弄我。但愿我手中有刀,现在就把你杀死。"30 驴对巴兰说:"我不是你从起初一直所骑的驴吗?我曾惯常向你这样行过吗?"巴兰说:"没有。"
责备巴兰
31 那时,耶和华开了巴兰的眼睛,他就看见耶和华的使者站在路上,手里拿着拔出来的刀,巴兰就低头俯伏在地。32 耶和华的使者对他说:"你为甚么这三次打你的驴呢?看哪,是我来敌挡你,因为你走的路在我面前邪僻。33 驴看见了我,就三次从我面前转开;驴若是没有从我面前转开,我早已把你杀了,而留牠活着。"34 巴兰对耶和华的使者说:"我有罪了,我不知道是你站在路上阻挡我;现在你若是不喜欢我去,我就回去。"35 耶和华的使者对巴兰说:"你与这些人同去吧,但是你只要说我吩咐你的话。"于是巴兰与巴勒的领袖一同去了。
巴勒迎接巴兰
36 巴勒听见巴兰来了,就出去到摩押的京城迎接他;这城是在亚嫩河旁,在边界的尽头。37 巴勒对巴兰说:"我不是急切地派人到你那里去请你吗?你为甚么不到我这里来呢?难道我不能使你得尊荣吗?"38 巴兰对巴勒说:"看哪,我已经来到你这里,现在我怎能说甚么呢? 神把甚么话放在我口里,我就说甚么。"39 巴兰与巴勒同行,来到基列.胡琐。40 巴勒宰了牛羊,送给巴兰和与他在一起的领袖。
41 到了早晨,巴勒带着巴兰上了巴力的高冈;巴兰就从那里观看以色列民的边界。