1 Ο Κύριος μου είπε: «Πήγαινε ν’ αγοράσεις ένα λινό ζωνάρι και τύλιξε μ’ αυτό τους γοφούς σου κατάσαρκα, αλλά χωρίς να το πλύνεις». 2 Αγόρασα, λοιπόν, το ζωνάρι, όπως μου είπε ο Κύριος, και το τύλιξα στους γοφούς μου. 3 Έπειτα ο Κύριος μου μίλησε πάλι και μου είπε: 4 «Πάρε το ζωνάρι που αγόρασες και το τύλιξες στους γοφούς σου, και πήγαινε στο χείμαρρο ΦάραΦάρα, σύμφωνα με την αρχ. ελλ. μετ. του Ακύλα. Το εβρ. έχει «Ευφράτης». Ο Φάρα είναι παραπόταμος του Ιορδάνη, μια ώρα πορεία βόρεια της Αναθώθ. και κρύψε το εκεί σε μια σχισμή του βράχου». 5 Πήγα, λοιπόν, και την έκρυψα στον Φάρα, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου. 6 Μετά από πολλές μέρες μου είπε ο Κύριος: «Πήγαινε στον Φάρα και πάρε το ζωνάρι που σε διέταξα να το κρύψεις εκεί». 7 Πήγα λοιπόν στον Φάρα, έσκαψα και πήρα το ζωνάρι από το μέρος που το είχα κρύψει· ήταν όμως φθαρμένο και άχρηστο.
8,9 Τότε μου είπε ο Κύριος: «Έτσι θα καταρρακώσω τη δόξα για την οποία περηφανεύονται οι κάτοικοι του Ιούδα, τη μεγάλη περηφάνια της Ιερουσαλήμ. 10 Ο κακός αυτός λαός αρνείται να υπακούσει στα λόγια μου και παρασύρεται απ’ τις αδυναμίες της καρδιάς του· ακολουθεί άλλους θεούς, τους λατρεύει και τους προσκυνά. Γι’ αυτό θα γίνει σαν το άχρηστο ζωνάρι. 11 Αλλά όπως το ζωνάρι τυλίγεται κατάσαρκα στους γοφούς, έτσι ήθελα να προσκολληθεί σ’ εμένα η φυλή του Ισραήλ και η φυλή του Ιούδα», λέει ο Κύριος, «για να είναι λαός μου, το καύχημά μου και να μου προσδίδουν δόξα και τιμή. Αλλά αυτοί δε με υπάκουσαν».
12 Ο Κύριος ο Θεός του Ισραήλ με διέταξε: «Πες στο λαό εκ μέρους μου ότι κάθε στάμνα μπορεί να γεμίσει με κρασί. Όταν αυτοί σου απαντήσουν: "το ξέρουμε καλά πως όλες οι στάμνες μπορούν να γεμίσουν με κρασί!" 13 τότε θα τους πεις ότι εγώ ο Κύριος λέω: Θα ποτίσω με κρασί όλους τους κατοίκους αυτής της χώρας, τους βασιλιάδες που είναι απόγονοι του Δαβίδ, τους ιερείς και τους προφήτες και όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, ώσπου να μεθύσουν. 14 Θα τους συντρίψω όπως τα σταμνιά, ρίχνοντας τον ένα πάνω στον άλλον, τους πατέρες και τους γιους μαζί. Δε θα τους σπλαχνιστώ, δε θα τους λυπηθώ ούτε και θα τους ελεήσω· θα τους καταστρέψω! Εγώ το λέω, ο Κύριος».
15 Ακούστε και προσέξτε! Μην περηφανεύεστε. Ο Κύριος σας μιλάει. 16 Δοξάστε τον Κύριο, το Θεό σας, προτού σας στείλει το σκοτάδι και σκοντάψουνε τα πόδια σας στα βουνά. Προσμένατε το φως, αλλά ο Κύριος θα το μετατρέψει σε σκιά θανάτου και σε σκοτάδι ζοφερό. 17 Αν δεν δώσετε προσοχή σ’ αυτή την προειδοποίηση, θα κλάψω κάπου απόμερα για την αλαζονεία σας. Πικρά θα κλάψω κι άφθονα δάκρυα θα χύσω, γιατί οδηγείται στην αιχμαλωσία του Κυρίου ο λαός.
18 Πείτε στο βασιλιά και στη βασιλομήτορα: «Ταπεινωθείτε! Κατεβείτε από το θρόνο σας, γιατί έχουνε κιόλας πέσει απ’ τα κεφάλια σας τα δοξασμένα στέμματα. 19 Οι πόλεις του νότιου τμήματος του Ιούδα έχουν αποκλειστεί, κανένας δεν θα μπορεί δρόμο ν’ ανοίξει ως εκεί· όλοι οι κάτοικοι του Ιούδα έχουνε στην αιχμαλωσία συρθεί».Οι στ. 18-19 αναφέρονται στα γεγονότα του Β΄ Βασ 24:8-10. Η βασιλομήτωρ αναφέρεται ιδιαίτερα εδώ, γιατί ο βασιλιάς ήταν πολύ νέος και επιτροπευόταν απ’ αυτήν.
20 Ιερουσαλήμ, τα μάτια σήκωσε και δες· από το βορράαπό το βορρά. Βλ. υποσ. εις κεφ. 1:14. έρχονται οι εχθροί σου! Τι θα συμβεί στις πόλεις του Ιούδα; Σου δόθηκαν ωσάν κοπάδι ωραία πρόβατα, που γι’ αυτά υπερηφανευόσουν. 21 Και τι θα πεις όταν ο Κύριος σε υποτάξει στους εχθρούς σου, που τους θεωρούσες φίλους σου; Οι πόνοι θα σε πιάσουν, σαν τη γυναίκα που γεννάει. 22 Κι αν αναρωτηθείς: «Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά σ’ εμένα;» Είναι για τις πολλές τις αμαρτίες σου που σου σηκώνουν τα φορέματα και σε βιάζουν.
23 Ο Κύριος λέει: «Μπορεί ν’ αλλάξει ο μαύρος το χρώμα του ή η λεοπάρδαλη τα στίγματά της; Άλλο τόσο κι εσείς μπορείτε ν’ αλλάξετε και να κάνετε το καλό, τώρα που έχετε μάθει να κάνετε το κακό. 24 Θα σας διασκορπίσω σαν το άχυρο, που της ερήμου ο άνεμος το παίρνει.
25 »Αυτός είναι ο κλήρος σου, η μερίδα που σου έδωσα», λέει ο Κύριος· «επειδή με ξέχασες κι έδωσες πίστη στα είδωλα. 26 Γι’ αυτό εγώ ο ίδιος θα σηκώσω ως το πρόσωπό σου τα φορέματά σου και θα φανεί η ντροπή της γύμνιας σου. 27 Βαρέθηκα πια τις μοιχείες σου, τα χρεμετίσματά σου, τις αισχρές πορνείες σου και τα είδωλά σου πάνω στους λόφους και μέσα στους αγρούς. Αλίμονό σου, Ιερουσαλήμ! Πότε πια θα καθαριστείς απ’ αυτά τα μολύσματα;»
1 Così mi ha detto l’Eterno: "Va’, comprati una cintura di lino, mettitela sui fianchi, ma non la porre nell’acqua". 2 Così io comprai la cintura, secondo la parola dell’Eterno, e me la misi sui fianchi. 3 E la parola dell’Eterno mi fu indirizzata per la seconda volta, in questi termini: 4 "Prendi la cintura che hai comprato e che hai sui fianchi; va’ verso l’Eufrate, e là nascondila nella fessura di una roccia". 5 Io andai e la nascosi presso l’Eufrate, come l’Eterno mi aveva comandato. 6 Dopo molti giorni l’Eterno mi disse: "Alzati, va’ verso l’Eufrate, e togli di là la cintura, che io ti avevo comandato di nascondervi". 7 E io andai verso l’Eufrate, scavai, e tolsi la cintura dal luogo dove l’avevo nascosta; ed ecco, la cintura era marcita, e non era più buona a nulla. 8 Allora la parola dell’Eterno mi fu rivolta in questi termini:
9 "Così parla l’Eterno: ‘In questo modo io distruggerò l’orgoglio di Giuda e il grande orgoglio di Gerusalemme, 10 di questo popolo malvagio che rifiuta di ascoltare le mie parole, che cammina seguendo la caparbietà del suo cuore, e va dietro ad altri dèi per servirli e per prostrarsi davanti a loro; esso diventerà come questa cintura, che non è più buona a nulla. 11 Poiché, come la cintura aderisce ai fianchi dell’uomo, così io avevo strettamente unita a me tutta la casa d’Israele e tutta la casa di Giuda’, dice l’Eterno, ‘perché fossero mio popolo, mia fama, mia lode, mia gloria; ma essi non hanno voluto dare ascolto’.
12 Tu dirai dunque loro questa parola: ‘Così parla l’Eterno, l’Iddio d’Israele: Ogni otre sarà riempito di vino’; e quando essi ti diranno: ‘Non lo sappiamo noi che ogni otre si riempie di vino?’. 13 Allora tu di’ loro: ‘Così parla l’Eterno: Ecco, io riempirò di ubriachezza tutti gli abitanti di questo paese, i re che siedono sul trono di Davide, i sacerdoti, i profeti, e tutti gli abitanti di Gerusalemme. 14 Li sbatterò l’uno contro l’altro, padri e figli assieme’, dice l’Eterno, ‘io non risparmierò nessuno; nessuna pietà, nessuna compassione, mi impedirà di distruggerli’".
15 Ascoltate, porgete orecchio! non insuperbite, perché l’Eterno parla. 16 Date gloria all’Eterno, al vostro Dio, prima che egli faccia venire le tenebre, e prima che i vostri piedi inciampino sui monti avvolti nel crepuscolo, e voi aspettiate la luce ed egli ne faccia un’ombra di morte, e la muti in oscurità profonda. 17 Ma se voi non date ascolto, la mia anima piangerà in segreto, a causa del vostro orgoglio, i miei occhi piangeranno a dirotto, si scioglieranno in lacrime, perché il gregge dell’Eterno sarà deportato.
18 Di’ al re e alla regina: "Sedetevi per terra! perché la vostra gloriosa corona vi cade dalla testa". 19 Le città del meridione sono chiuse e non c’è più chi le apra; tutto Giuda è deportato, è condotto in esilio tutto quanto. 20 Alzate gli occhi e guardate quelli che vengono dal settentrione; dov’è il gregge, il magnifico gregge, che ti era stato dato? 21 Che dirai tu quando egli ti punirà? Ma tu stessa hai insegnato ai tuoi amici a dominare su di te. Non ti prenderanno forse i dolori, come prendono la donna che sta per partorire? 22 Se tu dici nel tuo cuore: "Perché mi avvengono queste cose?". Per la grandezza della tua iniquità i lembi della tua veste ti sono strappati e i tuoi calcagni sono colpiti.
23 Può un Cusita cambiare la sua pelle o un leopardo le sue macchie? Allora anche voi, abituati come siete a fare il male, potrete fare il bene? 24 "Io li disperderò, come stoppia portata via dal vento del deserto. 25 È questa la tua sorte, la parte che io ti misuro", dice l’Eterno, "perché tu mi hai dimenticato e hai riposto la tua fiducia nella menzogna. 26 E io pure ti solleverò i lembi della veste sul viso, in modo che si veda la tua vergogna. 27 Io ho visto le tue abominazioni, i tuoi adultèri, i tuoi nitriti, la vergogna della tua prostituzione sulle colline e per i campi. Guai a te, o Gerusalemme! Per quanto tempo ancora non ti purificherai?".