Publicidade

Jeremias 7

IRB20
Αδικαιολόγητη η εμπιστοσύνη στο ναό

1 Ο Κύριος είπε στον Ιερεμία: 2 «Στάσου στην πόρτα του ναού μου και κήρυξε εκεί το λόγο αυτόν εδώ: Ακούστε του Κυρίου το λόγο όλοι οι κάτοικοι του Ιούδα, που περνάτε απαυτές τις πύλες για να πάτε να προσευχηθείτε στον Κύριο! 3 Ο Κύριος του σύμπαντος, ο Θεός του Ισραήλ, λέει: Διορθώστε τη συμπεριφορά σας και τα έργα σας, και τότε θα επιτρέψω να κατοικήσετε στον τόπο αυτό. 4 Μην ξεγελάτε τον εαυτό σας επαναλαμβάνοντας: "ο ναός που κατοικεί ο Κύριος, ο ναός του Κυρίου, ο ναός του Κυρίου είνεδώ!" 5 Αν πράγματι διορθώσετε τη συμπεριφορά και τα έργα σας, αν αποδώσετε απόλυτα το δίκαιο ο ένας στον άλλο, 6 αν δεν καταπιέζετε τον ξένο, το ορφανό και τη χήρα, αν πάψετε να θανατώνετε αθώους ανθρώπους εδώ σαυτόν τον τόπο και να λατρεύετε ξένους θεούς, γιατί αυτό θα είναι η καταστροφή σας, 7 τότε εγώ θα κατοικήσω μαζί σας σαυτόν τον τόπο, στη χώρα που έδωσα στους προγόνους σας για πάντα.

8 »Εσείς όμως εξαπατάτε τον εαυτό σας με λόγια ψεύτικα, που απαυτά δεν θα ωφεληθείτε. 9 Κλέβετε και σκοτώνετε, μοιχεύετε κι ορκίζεστε ψέματα· θυμίαμα προσφέρετε στο Βάαλ και λατρεύετε θεούς, που ποτέ δεν τους γνωρίσατε. 10 Κι έπειτα έρχεστε και στέκεστε ενώπιόν μου, στο ναό αυτό που φέρει τόνομά μου και λέτε: "εδώ είμαστε ασφαλείς!" Και συνεχίζετε να κάνετε όλες αυτές τις βδελυρές πράξεις. 11 Τι θαρρείτε πως είναι ο ναός αυτός, που φέρει τόνομά μου; Σπηλιά ληστών; Εντάξει! Τότε κι εγώ θα τον θεωρήσω έτσι.

12 »Πηγαίνετε, λοιπόν, στη Σιλώ, τον τόπο που για πρώτη φορά είχα διαλέξει να λατρεύομαι, και δείτε τι καταστροφή έκανα σαυτόν για τις αμαρτίες του λαού μου, του Ισραήλ.Το ιερό της Σιλώ (βλ. Α΄ Σαμ 1:3) καταστράφηκε το 1050 π.Χ. περίπου, πιθανώς από τους Φιλισταίους.13 Και τώρα, πάλι κάνατε τα ίδια ανόσια έργα· σας μίλησα ασταμάτητα μα δεν ακούσατε· σας κάλεσα μα δεν αποκριθήκατε. 14 Γιαυτό, σετούτον το ναό που φέρει τόνομά μου κι όπου εσείς αισθάνεστε ασφαλείς, στον τόπο αυτόν που έδωσα σεσάς και στους προγόνους σας, θα κάνω τα ίδια που έκανα και στη Σιλώ. 15 Θα σας διώξω από μπροστά μου, όπως έδιωξα και τους αδερφούς σας, όλους τους απογόνους του Εφραΐμ".Εφραΐμ. Η σπουδαιότερη φυλή του βορείου βασιλείου του Ισραήλ. Κατ’ επέκταση με το όνομα αυτό δηλούται όλο το βασίλειο, το οποίο είχε εξαφανιστεί από την πολιτική σκηνή εκατό χρόνια πριν εμφανιστεί ο Ιερεμίας. Εγώ το λέω, ο Κύριος».

Ο Κύριος απαγορεύει στον Ιερεμία να προσεύχεται για το λαό του

16 «Εσύ, Ιερεμία, μην προσεύχεσαι πια για το λαό αυτόν! Μη μου φωνάζεις και μη με παρακαλείς· μη με πιέζεις, γιατί δε θα σε ακούσω. 17 Δε βλέπεις τι κάνουν αυτοί στις πόλεις του Ιούδα, στους δρόμους της Ιερουσαλήμ; 18 Τα παιδιά μαζεύουν ξύλα, οι πατεράδες ανάβουν τη φωτιά· οι γυναίκες ζυμώνουν το ζυμάρι και φτιάχνουνε γλυκίσματα για τη Βασίλισσα του Ουρανού·βασίλισσα του ουρανού. Αναφορά στη θεότητα της γονιμότητας την Αστάρτη ή Ιστάρ, που λατρευόταν στην αρχαία ανατολή κυρίως από τις γυναίκες. Το σύμβολό της ήταν το ένα τέταρτο της σελήνης και το στήθος της Αφροδίτης. σπονδές προσφέρουν σάλλους θεούς, για να κάνουν εμένα να πονέσω. 19 Αλήθεια, εμένα θα κάνουν να πονέσω; Όχι βέβαια, αλλά τον εαυτό τους! Αυτοί θα ντροπιαστούν. 20 Γιαυτό λέω εγώ, ο Κύριος, ο Θεός: Θα ξεσπάσει ο φλογερός θυμός μου πάνω σαυτό τον τόπο· πάνω σανθρώπους και σε ζώα και σε δέντρα και πάνω στους καρπούς της γης· κι όταν ανάψει ο θυμός μου, κανείς δεν θα μπορέσει να τον σβήσει».

Το έθνος δεν ακούει το Θεό

21 Ο Κύριος του σύμπαντος, ο Θεός του Ισραήλ, λέει: «Τι μου προσφέρετε ολοκαυτώματα και τα προσθέτετε στις άλλες σας θυσίες; Φάτε τα εσείς όλα τα κρέατα!Φάτε... κρέατα. Σύμφωνα με το νόμο, τα ολοκαυτώματα που προσφέρονταν στον Κύριο καίγονταν τελείως, και σε κανένα δεν επιτρεπόταν να φάει απ’ αυτά (βλ. Λευ 1:1 εξ.)22 Όταν εγώ έβγαλα τους προγόνους σας από την Αίγυπτο, δεν τους διέταξα τίποτε για ολοκαυτώματα και για θυσίες. 23 Αλλά τους έδωσα αυτή την εντολή: "υπακούστε σεμένα, και τότε εγώ θα είμαι Θεός σας κι εσείς λαός μου· ακολουθήστε καθόλα το δρόμο που σας καθορίζω, για να είστε ευτυχείς". 24 Αυτοί όμως δεν υπακούσανε ούτε δώσανε προσοχή αλλά κάνανε εκείνο που τους έλεγε η σκληρή και πονηρή καρδιά τους· μου στρεψαν την πλάτη αντί για το πρόσωπο. 25 Από τότε που έβγαλα τους προγόνους σας από την Αίγυπτο μέχρι σήμερα, σας έστελνα αδιάκοπα όλους τους δούλους μου τους προφήτες. 26 Αλλά κανείς σας δεν με άκουσε ούτε με πρόσεξε. Αντισταθήκατε με πείσμα· και πράξατε χειρότερα απτους προγόνους σας.

27 »Αν πας να τους τα πεις όλα αυτά, δε θα σε ακούσουν· αν τους καλέσεις, δε θα σου αποκριθούν. 28 Πες τους, λοιπόν: "είστε έθνος που δεν υπακούει στον Κύριο, το Θεό του, και δε διορθώνεται· για πιστότητα δεν γίνεται πια λόγος. Χάθηκε κι αυτή"».

Πεδιάδα φονιάδων

29 Λαέ της Ιερουσαλήμ, κούρεψε τα μαλλιά σουκούρεψε τα μαλλιά σου. Εδώ πρόκειται για ένδειξη πένθους και όχι για το νόμο των Ναζηραίων (Αρ 6:1-21). και πέταξέ τα· θρήνησε πάνω στους λόφους, γιατί είσαι μια γενιά που ο Κύριος οργίστηκε εναντίον της, την απέρριψε και την εγκατέλειψε.

30 «Πράγματι», λέει ο Κύριος, «οι κάτοικοι του βασιλείου του Ιούδα έκαναν μιαρές πράξεις ενώπιόν μου. Έστησαν τα είδωλά τους στο ναό που φέρει τόνομά μου και τον μόλυναν. 31 Στην κοιλάδα Εννόμκοιλάδα Εννόμ. Βλ. υποσ. εις Β΄ Βασ 23:10. καθιέρωσαν ιερόν τόπο, που τον ονόμασαν "Τοφέθ"· εκεί θυσιάζουν τους γιους τους και τις κόρες τους στη φωτιά, πράγμα που εγώ δεν το διέταξα ούτε καν το διανοήθηκα. 32 Γιαυτό θα έρθουν μέρες, που η κοιλάδα αυτή δεν θα ονομάζεται πια "Κοιλάδα Εννόμ" ή "Τοφέθ", αλλά "Φαράγγι της Σφαγής", γιατί εκεί θα θάβουν τους νεκρούς, επειδή αλλού δε θα υπάρχει τόπος. 33 Και τα πτώματα του λαού αυτού θα είναι τροφή για τα όρνια και τα τσακάλια, που δε θά ναι κανείς να τα φοβίσει. 34 Στις πόλεις του Ιούδα και στους δρόμους της Ιερουσαλήμ θα κάνω να σωπάσουν οι θόρυβοι των πανηγυριών, οι κραυγές της χαράς και τα τραγούδια των νιόπαντρων, γιατί η χώρα θα ερημωθεί».

Rimproveri e avvertimenti

1 Questa è la parola che fu rivolta a Geremia da parte dell’Eterno: 2 "Fermati alla porta della casa dell’Eterno e proclama questa parola: Ascoltate la parola dell’Eterno, voi tutti uomini di Giuda che entrate per queste porte per prostrarvi davanti all’Eterno!. 3 Così parla l’Eterno degli eserciti, l’Iddio d’Israele: Correggete le vostre vie e le vostre opere, e io vi farò abitare in questo luogo. 4 Non ponete la vostra fiducia in parole false, dicendo: - Questo è il tempio dell’Eterno, il tempio dell’Eterno, il tempio dell’Eterno! - 5 Ma se correggete veramente le vostre vie e le vostre opere, se praticate sul serio la giustizia gli uni verso gli altri, 6 se non opprimete lo straniero, l’orfano e la vedova, se non spargete sangue innocente in questo luogo e non andate per vostra sciagura dietro ad altri dèi, 7 io altresì vi farò abitare in questo luogo, nel paese che ho dato ai vostri padri per sempre. 8 Ecco, voi mettete la vostra fiducia in parole false, che non giovano a nulla. 9 Voi rubate, uccidete, commettete adultèri, giurate il falso, offrite profumi a Baal, andate dietro ad altri dèi che prima non conoscevate, 10 e poi venite a presentarvi davanti a me, in questa casa, sulla quale è invocato il mio nome, e dite - Siamo salvi! -, per poi compiere tutte queste abominazioni. 11 È forse, ai vostri occhi, una spelonca di ladroni questa casa sulla quale è invocato il mio nome? Ecco, tutto questo io l’ho visto, dice l’Eterno.

12 Andate dunque al mio luogo che era a Silo, dove una volta avevo posto il mio nome, e guardate come l’ho trattato, a causa della malvagità del mio popolo Israele. 13 Ora, poiché avete commesso tutte queste cose, dice l’Eterno, poiché vi ho parlato, parlato fin dal mattino, e voi non avete dato ascolto, poiché vi ho chiamati e voi non avete risposto, 14 io tratterò questa casa, sulla quale è invocato il mio nome e nella quale riponete la vostra fiducia, e il luogo che ho dato a voi e ai vostri padri, come ho trattato Silo: 15 vi scaccerò dalla mia presenza, come ho scacciato tutti i vostri fratelli, tutta la discendenza di Efraim.

16 Tu non intercedere per questo popolo, non innalzare per loro suppliche o preghiere, e non insistere presso di me, perché non ti esaudirò. 17 Non vedi quello che fanno nelle città di Giuda e nelle vie di Gerusalemme? 18 I figli raccolgono la legna, i padri accendono il fuoco e le donne impastano la farina per fare delle focacce alla regina del cielo e per fare delle libazioni ad altri dèi, per offendermi. 19 Ma è proprio me che offendono?" dice l’Eterno, "non offendono loro stessi, a loro vergogna?".

20 Perciò così parla il Signore, l’Eterno: "Ecco, la mia ira, il mio furore, si riversa su questo luogo, sugli uomini e sulle bestie, sugli alberi della campagna e sui frutti della terra; essa consumerà ogni cosa e non si estinguerà". 21 Così parla l’Eterno degli eserciti, l’Iddio d’Israele: "Aggiungete i vostri olocausti ai vostri sacrifici e mangiatene la carne! 22 Poiché io non parlai ai vostri padri e non diedi loro nessun comandamento, quando li feci uscire dal paese d’Egitto, intorno a olocausti e a sacrifici; 23 ma questo comandai loro: Ascoltate la mia voce, sarò il vostro Dio e voi sarete il mio popolo; camminate in tutte le vie che io vi prescrivo affinché siate felici. 24 Ma essi non ascoltarono, non prestarono orecchio, ma camminarono seguendo i consigli e la caparbietà del loro cuore malvagio, e invece di andare avanti si sono voltati indietro. 25 Dal giorno che i vostri padri uscirono dal paese d’Egitto fino al giorno d’oggi, io vi ho mandato tutti i miei servi, i profeti, e ve li ho mandati ogni giorno, fin dal mattino; 26 ma essi non mi hanno ascoltato, non hanno prestato orecchio; hanno indurito il collo; si sono comportati peggio dei loro padri. 27 Diloro tutte queste cose, ma essi non ti ascolteranno; chiamali, ma essi non ti risponderanno. 28 Perciò dirai loro: Questa è la nazione che non ascolta la voce dell’Eterno, del suo Dio, e che non vuole accettare correzione; la fedeltà è perita, è venuta meno nella loro bocca.

29 Tagliati i capelli e gettali via, intona un lamento sulle alture, poiché l’Eterno rigetta e abbandona la generazione che è diventata oggetto della sua ira. 30 I figli di Giuda hanno fatto ciò che è male ai miei occhi", dice l’Eterno, "hanno collocato le loro abominazioni nella casa sulla quale è invocato il mio nome, per contaminarla. 31 Hanno costruito gli alti luoghi di Tofet, nella valle del figlio di Innom, per bruciarvi nel fuoco i loro figli e le loro figlie: cosa che io non avevo comandato e che non mi era mai venuta in mente. 32 Perciò, ecco, i giorni vengono", dice l’Eterno, "che non si dirà più Tofetla valle del figlio di Innom, ma la valle del massacro, e, per mancanza di spazio, si seppelliranno i morti a Tofet. 33 I cadaveri di questo popolo serviranno da pasto agli uccelli del cielo e alle bestie della terra; e non vi sarà nessuno che li scacci. 34 E farò cessare nelle città di Giuda e per le strade di Gerusalemme le grida di gioia e le grida di esultanza, il canto dello sposo e il canto della sposa, perché il paese sarà una desolazione".

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-