Publicidade

Jeremias 2

IRB20
Απτην πηγή με το τρεχούμενο νερό σε δεξαμενές με ρωγμές

1 Ο Κύριος με πρόσταξε και μου είπε: 2 «Πήγαινε αυτό το μήνυμα στην Ιερουσαλήμ: "ακούστε τι λέει ο Κύριος: Θυμάμαι πόσο πιστή μού ήσουν στα νιάτα σου, και πόσο μαγαπούσες όταν ήμασταν νιόπαντροι. Με είχες ακολουθήσει στην έρημο, σε γη που τίποτα δε φυτρώνει. 3 Τότε ανήκες μονάχα σεμένα, όπως οι πρώτοι καρποί της σοδειάς. Όποιος τολμούσε να σαγγίξει θα ήταν ένοχος και θα τον τιμωρούσα, λέει ο Κύριος"».

4 Το λόγο του Κυρίου ακούστε, απόγονοι του Ιακώβ, όλες οι φυλές του Ισραήλ! 5 Ο Κύριος λέει: «Σε τι έβλαψα τους προγόνους σας κι απομακρύνθηκαν από μένα; Στράφηκαν στα είδωλα και γιαυτό καταστράφηκαν. 6 Δεν ενδιαφερθήκατε για μένα, αν και σας έβγαλα απτην Αίγυπτο και σας οδήγησα μέσα από την έρημο, μέσαπό γη με στέπες και χαράδρες, μέσαπό γη ξερή και σκοτεινή, απάτητη και ακατοίκητη. 7 Σας έφερα σε καρποφόρα χώρα για να χαίρεστε τους καρπούς και τα καλύτερα αγαθά της, αλλά εσείς ήρθατε και μολύνατε τη χώρα μου, κάνατε μισητή τη χώρα που μου ανήκει. 8 Οι ιερείς σας δεν ενδιαφέρθηκαν για μένα· αυτοί οι ιερείς, που εξηγούν το νόμο μου, δε με γνώρισαν. Οι άρχοντες επαναστάτησαν εναντίον μου και οι προφήτες προφήτεψαν επικαλούμενοι το Βάαλ και λάτρεψαν τάχρηστα είδωλα. 9 Γιαυτό εγώ, ο Κύριος, θα κατηγορήσω εσάς, μαζί ακόμη και τα παιδιά σας και τα εγγόνια σας.

10 »Μακριά πηγαίνετε, στις χώρες της δύσης· και στην Κηδάρ στα ανατολικά στείλτε να δείτε· παρατηρήστε και θα διαπιστώσετε πως δεν ξανάγινε πράγμα σαν κι αυτό: 11 Ποτέ ένα έθνος τους θεούς του δεν τους άλλαξε, έστω κι αν δεν ήταν πραγματικοί θεοί. Κι όμως ο λαός μου εμένα, το δυνατό του Θεό, με αντικατέστησε με είδωλα ανίσχυρα. 12 Θαυμάστε ουρανοί γιαυτό, φρίξτε, βαθιά συγκλονιστείτε», λέει ο Κύριος. 13 «Διπλή αμαρτία έκανε ο λαός μου: Εμένα εγκατέλειψαν, πηγή τρεχούμενου νερού, και σκάψαν να χουνε δεξαμενές ρωγμές γεμάτες, που δεν μπορούν να συγκρατήσουν το νερό».

Πόσο πικρό είναι για τον άνθρωπο τον Κύριο να εγκαταλείπει

14 «Μήπως είναι δούλος ο Ισραήλ ή μήπως είναι δούλος οικογενής;οικογενής. Είναι ο δούλος που γεννιέται στην οικογένεια του κυρίου του από γονείς δούλους. Αυτοί δεν ήταν ποτέ δυνατόν ν’ απελευθερωθούν. Αντίθετα, οι άλλοι δούλοι μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα έπρεπε ν’ αφήνονται ελεύθεροι (βλ. Εξ 21:2). Πώς κατάφερε να γίνει λάφυρο των εχθρών του; 15 Βρυχήθηκαν σαν τα λιοντάρια εναντίον του οι εχθροί, ξέσπασαν σε κραυγές, ερήμωσαν τη χώρα του· κάηκαν εντελώς οι πόλεις του, δεν έχουν πια κατοίκους.Το 721 π.Χ. οι Ασσύριοι κατέστρεψαν το βόρειο βασίλειο· το 701 π.Χ. ερήμωσαν και το βασίλειο του Ιούδα (βλ. Β΄ Βασ κεφ. 18).16 Τώρα οι Αιγύπτιοι της Μέμφιδας και της Δάφνης θα έρθουν και θα του ξυρίσουν το κεφάλι.Δάφνης. Σπουδαίο οχυρό (Αιγυπτ. Ταχπανχές), που προστάτευε τα ΒΑ σύνορα της Αιγύπτου. – θα του ξυρίσουν το κεφάλι. Το ξύρισμα της κεφαλής ήταν σημείο ταπείνωσης και υποδούλωσης.17 Δεν φταις για όλα αυτά εσύ, που εγκατέλειψες τον Κύριο, τον Θεό σου, όταν σε οδηγούσε στην πορεία σου; 18 Και τώρα, τι προσδοκάς πηγαίνοντας στην Αίγυπτο να πιεις νερό από το Νείλο; Και τι προσδοκάς πηγαίνοντας στην Ασσυρία να πιεις νερό απτον Ευφράτη;να πιεις νερό από το Νείλο...απ’ τον Ευφράτη. Οι κάτοικοι του Ιούδα προσδοκούσαν βοήθεια εναντίον των Ασσυρίων από την Αίγυπτο, κι αργότερα βοήθεια από την Ασσυρία εναντίον των Αιγυπτίων. Έτσι περιήλθαν από τη μια δουλεία στην άλλη.19 Η ίδια σου η ασέβεια θα σε τιμωρήσει κι η απομάκρυνσή σου από μένα θα σε καταδικάσει. Θα μάθεις και θα δεις πόσο κακό είναι και πικρό τον Κύριο να εγκαταλείπεις, το Θεό σου, και πια να μην τον σέβεσαι. Εγώ ο Κύριος του σύμπαντος το λέω».

Ο λαός του Ισραήλ - γυναίκα άστατη και άπιστη

20 «Ήθελες από πάντα να συντρίψεις το ζυγό σου, να σπάσεις τις αλυσίδες σου. "Δε θέλω να υπηρετήσω" έλεγες. Πάνω σε κάθε ψηλό λόφο και κάτω από κάθε σκιερό δέντρο ξάπλωνες και πόρνευες.Ενν. η λατρεία των ειδώλων.21 Ενώ εγώ σε είχα φυτέψει σαν κλήμα εκλεκτό, από το σπόρο τον καλύτερο, εσύ έγινες αγριόκλημα, που πια δεν το αναγνωρίζω. 22 Όσο και αν πλένεσαι με νίτρο και χρησιμοποιείς ποτάσα άφθονη, η ανομία σου από μπροστά μου δεν θα εξαλειφθεί», λέει ο Κύριος ο Θεός.

23 «Και πώς μπορείς να λες: "εγώ δεν μολύνθηκα και δε λάτρεψα διόλου τους Βααλίμ"; Κοίτα τα ίχνη σου στην κοιλάδαΠιθανώς πρόκειται για την κοιλάδα Αινών (βλ. υποσ. εις κεφ. 7:31). και αναγνώρισε το τι έχεις κάνει. Μοιάζεις με νεαρή καμήλα σε οργασμό, που τρέχει άσκοπα εδώ κι εκεί. 24 Μοιάζεις με άγριο θηλυκό γαϊδούρι, που μαθημένο είναι να ζει στην έρημο, λαχανιασμένο από τον οργασμό· ποιος μπορεί να το σταματήσει! Ταρσενικά που το αναζητούν, το βρίσκουν εύκολα μπροστά τους, όταν είναι στον καιρό του. 25 Προσέξτε Ισραηλίτες, μήπως και λιώσουν τα ποδήματα στα πόδια σας και το λαρύγγι σας από το τρέξιμο ξεραθεί. Αλλά εσείς λέτε: "τι μας νοιάζει; Εμείς αγαπάμε τους ξένους θεούς και τους ακολουθούμε"».

Οι Ισραηλίτες θυμούνται το Θεό μόνο στην ανάγκη

26 «Όπως ο κλέφτης νιώθει ντροπή όταν τον πιάνουν, έτσι θα ντρέπεστε κι εσείς, Ισραηλίτες, οι βασιλιάδες σας κι οι άρχοντές σας, οι ιερείς σας κι οι προφήτες σας. 27 Λέτε στο ξύλο "εσύ είσαι πατέρας μας", στην πέτρα "εσύ μας γέννησες". Μου στρέψατε τα νώτα σας αντί για το πρόσωπό σας. Μα όταν σας βρούνε συμφορές, μού φωνάζετε "σήκω και σώσε μας!" 28 Πού είναι όμως οι θεοί σας, που κατασκευάσατε; Ας σηκωθούν, λοιπόν, να σας σώσουν, αν μπορούν, όταν σας βρούνε συμφορές. Γιατί οι θεοί σας είναι τόσοι πολλοί, όσες και οι πόλεις σας, λαέ του Ιούδα. 29 Γιατί κατηγορείτε εμένα, αφού όλοι σας επαναστατείτε εναντίον μου;» λέει ο Κύριος. 30 «Μάταια σας τιμώρησα· δε διορθωθήκατε. Καθώς αχόρταγο λιοντάρι, το ξίφος σας έφαγε τους προφήτες μου».

Ο λαός του Ισραήλ ξέχασε το Θεό του

31 «Εσείς, όμως, η σύγχρονη γενιά, ακούστε το λόγο του Κυρίου: Μήπως έγινα τόσο τρομερός για τους Ισραηλίτες, όπως η έρημος ή το βαθύ σκοτάδι; Λέτε, λαέ μου, "δε θέλουμε να έχουμε καμιά σχέση μαζί σου· δε θα ξαναγυρίσουμε σεσένα". 32 Μπορεί η κοπέλα να ξεχάσει τα στολίδια της ή μια νύφη το νυφικό της; Και όμως ο λαός μου με έχει ξεχασμένον εδώ κι αμέτρητους καιρούς».

Η ειδωλολατρία οδηγεί στην αδικία

33 «Πόσο καλά ξέρεις να τρέχεις πίσω από τους εραστές σου! Συνήθισες πια να διαπράττεις εγκλήματα. 34 Στα ρούχα σου υπάρχει αίμα αθώων φτωχών ανθρώπων, που δεν πιάστηκαν δα και να παραβιάζουν σπίτια!Στα ρούχα...σπίτια. Ο φόνος κάποιου που παραβίαζε ένα σπίτι τη νύχτα θεωρείτο νόμιμη άμυνα και δεν τιμωρείτο (βλ. Εξ 22:1). Μα η κατάρα για όλα αυτά τα έργα, πάνω σας θα ξεσπάσει. 35 Εσύ όμως λες: "είμαι αθώος. Ο Κύριος δεν είναι πια μαζί μου θυμωμένος". Αλλά εγώ ο Κύριος θα σε κρίνω, γιατί ισχυρίζεσαι ότι δεν έχεις αμαρτήσει».

Καμιά συμμαχία δεν σώζει τον Ιούδα

36 «Γιατί τόσο εύκολα αλλάζεις πολιτική; Θα ντροπιαστείτε από την Αίγυπτο, όπως ντροπιαστήκατε από την Ασσυρία. 37 Θα φύγεις κι από κει καλύπτοντας το πρόσωπό σου με τα χέρια σου από ντροπή, γιατί εγώ, ο Κύριος έχω απορρίψει εκείνους που εσύ εμπιστεύεσαι. Τίποτα δεν θα πετύχεις μαυτούς».

Rimproveri al popolo d’Israele

1 La parola dell’Eterno mi fu ancora rivolta, dicendo: "Va, e grida agli orecchi di Gerusalemme: 2 Così dice l’Eterno: Io mi ricordo dell’affetto che avevi per me quando eri giovane, del tuo amore quando eri fidanzata, quando mi seguivi nel deserto, in una terra non seminata. 3 Israele era consacrato all’Eterno, le primizie della sua rendita; tutti quelli che lo divoravano si rendevano colpevoli, e la calamità piombava su di loro, dice l’Eterno".

4 Ascoltate la parola dell’Eterno, o casa di Giacobbe, e voi tutte le famiglie della casa d’Israele! 5 Così parla l’Eterno: "Quale iniquità hanno trovato i vostri padri in me, che si sono allontanati da me, e sono andati dietro alla vanità, e sono diventati essi stessi vanità? 6 Essi non hanno detto: Dov’è l’Eterno che ci ha fatto uscire dal paese d’Egitto, che ci ha condotti attraverso il deserto, per un paese di solitudine e di crepacci, per un paese di aridità e di ombra di morte, per un paese per il quale nessuno passò mai e dove non abitò mai nessuno?. 7 Io vi ho condotti in un paese che è un frutteto, perché ne mangiaste i frutti e i buoni prodotti; ma voi, quando vi siete entrati, avete contaminato il mio paese e avete fatto della mia eredità un’abominazione. 8 I sacerdoti non hanno detto: Dov’è l’Eterno?i depositari della legge non mi hanno conosciuto, i pastori mi sono stati infedeli, i profeti hanno profetizzato nel nome di Baal, e sono andati dietro a cose che non giovano a nulla.

9 Perciò io contenderò ancora in giudizio con voi", dice l’Eterno, "e contenderò con i figli dei vostri figli. 10 Passate dunque nelle isole di Chittim, e guardate! Mandate a Chedar e osservate bene, e guardate se avvenne mai qualcosa di simile! 11 C’è forse una nazione che abbia cambiato i suoi dèi, sebbene non siano dèi? Ma il mio popolo ha cambiato la sua gloria per ciò che non giova a nulla. 12 O cieli, stupite di questo; inorridite e restate attoniti", dice l’Eterno. 13 "Poiché il mio popolo ha commesso due mali: ha abbandonato me, la sorgente di acqua viva, e si è scavato delle cisterne, delle cisterne screpolate, che non tengono l’acqua".

14 "Israele è forse uno schiavo? è forse uno schiavo nato in casa? Perché dunque è diventato una preda? 15 I leoncelli ruggiscono contro di lui, fanno udire la loro voce e riducono il suo paese in una desolazione; le sue città sono bruciate e non ci sono più abitanti. 16 Perfino gli abitanti di Nof e di Tafanes ti divorano il cranio. 17 Tutto questo non ti succede forse perché hai abbandonato l’Eterno, il tuo Dio, mentre egli ti conduceva per la buona via? 18 E ora, cosa ci fai sulla strada che conduce in Egitto per andare a bere l’acqua del Nilo? Che cosa ci fai sulla strada che conduce in Assiria per andare a bere l’acqua del fiume? 19 La tua malvagità è quella che ti castiga e le tue infedeltà sono la tua punizione. Sappi dunque e vedi che cattiva e amara cosa è abbandonare l’Eterno, il tuo Dio, e il non avere di me nessun timore", dice il Signore, l’Eterno degli eserciti.

20 "Già da lungo tempo tu hai spezzato il tuo giogo, rotto i tuoi legami, e hai detto: Non voglio più servire!. Ma sopra ogni alto colle e sotto ogni albero verdeggiante ti sei buttata giù come una prostituta. 21 Eppure, io ti avevo piantato come una nobile vigna tutta del migliore ceppo; come mai ti sei trasformata in germogli degenerati di una vigna straniera? 22 Anche se ti lavassi con la soda e usassi molto sapone, la tua iniquità lascerebbe una macchia davanti a me", dice il Signore, l’Eterno.

23 "Come puoi dire: Io non mi sono contaminata, non sono andata dietro ai Baal?. Guarda i tuoi passi nella valle, riconosci quello che hai fatto, dromedaria leggera e vagabonda! 24 Asina selvatica, abituata al deserto, che aspira l’aria nell’ardore della sua passione, chi le impedirà di soddisfare la sua smania? Tutti quelli che la cercano non devono affaticarsi: la trovano nel suo mese. 25 Guarda che il tuo piede non si scalzi e che la tua gola non si inaridisca! Ma tu hai detto: Non c’è rimedio; no, io amo gli stranieri, e andrò dietro a loro!.

26 Come il ladro è confuso quando è colto sul fatto, così sono confusi quelli della casa d’Israele: essi, i loro re, i loro capi, i loro sacerdoti e i loro profeti, 27 i quali dicono al legno: Tu sei mio padre, e alla pietra: Tu ci hai dato la vita!. Poiché essi mi hanno voltato le spalle e non la faccia; ma nel tempo della loro sventura dicono: Alzati e salvaci!. 28 Dove sono i tuoi dèi che ti sei fatto? Si alzino, se ti possono salvare nel tempo della tua sventura! Perché, o Giuda, tu hai tanti dèi quante città.

29 Perché contendete con me? Voi tutti mi siete stati infedeli", dice l’Eterno. 30 "Invano ho colpito i vostri figli; non ne hanno ricevuto correzione; la vostra spada ha divorato i vostri profeti come un leone distruttore. 31 O generazione, considera la parola dell’Eterno! Sono stato un deserto per Israele? o un paese di fitte tenebre? Perché il mio popolo dice: Noi siamo liberi, non vogliamo tornare più a te?. 32 La fanciulla può forse dimenticare i suoi ornamenti, o la sposa la sua cintura? Eppure, il mio popolo ha dimenticato me, da giorni innumerevoli.

33 Come sei brava a trovare la via per correre dietro ai tuoi amori! Perfino alle donne cattive hai insegnato i tuoi modi! 34 Perfino nei bordi della tua veste si trova il sangue di poveri innocenti, che tu non hai colto in flagrante delitto di scasso; 35 eppure, dopo tutto questo, tu dici: Io sono innocente; certo, la sua ira si è allontanata da me. Ecco, io entrerò in giudizio con te, perché hai detto: Non ho peccato. 36 Perché hai tanta premura di cambiare il tuo cammino? Anche dall’Egitto riceverai confusione, come già l’hai ricevuta dall’Assiria. 37 Anche di uscirai con le mani sul capo; perché l’Eterno rigetta quelli nei quali tu confidi, e tu non riuscirai nel tuo intento per mezzo di loro".

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-