1 «Αλίμονο στους άρχοντες, του λαού μου!» λέει ο Κύριος. «Ποιμένες που καταστρέφουν και διασκορπίζουν τα κοπάδια μου». 2 Γι’ αυτό ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, λέει για τους άρχοντες που κυβερνούν το λαό του: «Εσείς διασκορπίσατε το κοπάδι μου, το παραπλανήσατε, δεν το φροντίσατε. Τώρα κι εγώ θα σας τιμωρήσω για τις κακές σας πράξεις.
3 »Εγώ ο ίδιος θα συγκεντρώσω τα υπόλοιπα πρόβατά μου από τις χώρες όπου τα διασκόρπισα και θα τα φέρω πάλι στα βοσκοτόπια τους, θ’ αποκτήσουν πολλά παιδιά και θα πληθύνουν. 4 Θα ορίσω σ’ αυτά ποιμένες να τα κατευθύνουνε· αυτοί θα τα φροντίζουν και χάρη σ’ αυτούς τα πρόβατα δε θα φοβούνται ούτε θα τρομάζουν· κανένα τους δε θα χαθεί ξανά», λέει ο Κύριος.
5 «Έρχεται η μέρα», λέει ο Κύριος, «που θ’ αναδείξω βασιλιά ένα γνήσιο βλαστό του Δαβίδ. Αυτός θα βασιλέψει μ’ επιτυχία· θα κρίνει δίκαια στη χώρα, γιατί ο ίδιος θα υπακούει στο νόμο του Θεού. 6 Στις μέρες του, θα ελευθερωθούν απ’ τους εχθρούς τους οι κάτοικοι του Ιούδα και θα ζήσουν με ασφάλεια οι κάτοικοι του βασιλείου του Ισραήλ. Το όνομα που θα του δοθεί θα ’ναι "ο Κύριος είναι η δικαίωσή μας".Ο διάδοχος του Ιωαχίν, ο Σεδεκίας (όνομα που εβρ. σημαίνει «Ο Κύριος είναι η δικαίωσή μου»), οδήγησε τον Ιούδα σε πλήρη καταστροφή (βλ. Β΄ Βασ 24:17–25:21). Η προφητεία του στ. 6 θεωρείται ότι εκπληρώθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού (Μτ 1:21· Λκ 1:31-33).
7 »Γι’ αυτό έρχονται μέρες», λέει ο Κύριος, «που όταν ορκίζονται δε θα λένε πια "μα τον αληθινό Θεό, που έβγαλε τους Ισραηλίτες από την Αίγυπτο", 8 αλλά θα λένε "μα τον αληθινό Θεό, που έβγαλε τους απογόνους του Ισραήλ από τη χώρα του βορρά" και από τις άλλες χώρες που τους είχα διασκορπίσει. Τότε θα τους έχω φέρει να κατοικήσουν στη χώρα τους».
9 Λόγοι σχετικοί με τους προφήτες.Λόγοι... προφήτες. Η φρ. αυτή στο εβρ. αποτελεί επιγραφή σε όλο το κεφάλαιο που ακολουθεί. Ως προς το περιεχόμενο των στ. 9-12, βλ. εις κεφ. 14:13-15.
Η καρδιά μου σπαράζει κι όλο μου το σώμα τρέμει. Είμαι σαν μεθυσμένος, ωσάν αναίσθητος απ’ το κρασί, απ’ όσα ο Κύριος, ο Άγιος Θεός μού είπε:
10 «Η χώρα γέμισε μοιχούς.μοιχούς. Εδώ ο όρος μπορεί να εκληφθεί μεταφορικά (βλ. κεφ. 3:6-10). Στο στ. 14 όμως έχει την πραγματική της έννοια. Όλοι φέρνονται πονηρά κι είναι στην αδικία ασυναγώνιστοι. Πενθεί η χώρα για την κατάρα του Κυρίου, τα βοσκοτόπια της στέπας ξεράθηκαν. 11 Οι προφήτες και οι ιερείς είναι διεφθαρμένοι· τους έπιασα να ασεβούν και μέσα ακόμη στο ναό μου», λέει ο Κύριος. 12 «Γι’ αυτό θα γλιστρούν και θα πέφτουν στο δρόμο τους. Ο ένας θα παρασύρει τον άλλον στο σκοτάδι και τελικά όλοι μαζί θα γκρεμιστούν. Συμφορά θα φέρω εναντίον τους το χρόνο της τιμωρίας τους. Εγώ το λέω, ο Κύριος».
13 «Είδα τα όσα βδελυρά έκαναν οι προφήτες της Σαμάρειας», λέει ο Κύριος: Προφήτευαν στο όνομα του Βάαλ και παραπλανούσαν το λαό μου τον Ισραήλ. 14 Τώρα όμως βλέπω και τα όσα τερατώδη κάνουν οι προφήτες της Ιερουσαλήμ: Μοιχεύουν και ψεύδονται· ενθαρρύνουν τους ασυνείδητους να κάνουν το κακό και κανένας τους δεν σκέφτεται ν’ αλλάξει. Όλοι αυτοί οι προφήτες είναι για μένα σαν τους κατοίκους των Σοδόμων και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ σαν τους κατοίκους των Γομόρρων. 15 Γι’ αυτό κι εγώ, ο Κύριος του σύμπαντος, λέω για τους προφήτες της Ιερουσαλήμ: «Θα τους δώσω πικρά χόρτα να φάνε και δηλητήριο να πιουν, γιατί έγιναν εστία μολύνσεως για ολόκληρη τη χώρα».
16 Λέει ο Κύριος του σύμπαντος: «Μην ακούτε τα λόγια των προφητών που σας γεμίζουν με ψεύτικες ελπίδες! Σας μιλάνε για οράματα που βγαίνουν από το μυαλό τους και όχι από το στόμα μου. 17 Λένε διαρκώς σ’ αυτούς που με περιφρονούν: "ο Κύριος είπε πως θα πάνε όλα καλά για σας", ακόμα λένε και σ’ εκείνους που ακολουθούν τις πονηρές επιθυμίες τους πως δε θα τους βρει κακό. 18 Κανείς τους δεν συσκέφθηκε ποτέ μαζί μου ούτε με είδε ούτε άκουσε τα σχέδιά μου. Κανείς δεν πρόσεξε και δεν κατάλαβε τα λόγια μου!»
19 Η οργή του Κυρίου σαν ορμητικός ανεμοστρόβιλος ξέσπασε πάνω στα κεφάλια των ασεβών. 20 Δε θα σταματήσει ωσότου εκπληρώσει αυτό που σκέφτεται ο Κύριος να κάνει. Στις μέρες που έρχονται θα το καταλάβετε καλά.
21 «Δεν τους έστειλα εγώ αυτούς τους προφήτες», λέει ο Κύριος, «όμως αυτοί έτρεξαν να πάνε. Δεν τους μίλησα, όμως αυτοί κηρύττουν εξ ονόματός μου. 22 Αν πράγματι είχαν συσκεφθεί μαζί μου, τότε θα μπορούσαν να κηρύξουν στο λαό μου τα λόγια μου και να τους αποτρέψουν από την κακή ζωή που ζουν κι από τα πονηρά τους έργα. 23 Νομίζετε πως είμαι Θεός που βρίσκομαι κοντά σας;» λέει ο Κύριος. «Όχι! Είμαι Θεός που βρίσκομαι μακριά σας.Η έννοια του στ. είναι ότι «δεν είμαι Θεός που βρίσκομαι στη διάθεσή σας, αλλά εγώ σας χρησιμοποιώ όπως θέλω».24 Κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί κάπου τόσο καλά, που να μην τον βρίσκω. Δεν υπάρχει τόπος στον ουρανό ούτε στη γη που να μην είμαι εκεί».
25 Λέει ο Κύριος: «Άκουσα τις ανοησίες των προφητών που ισχυρίζονται ότι μιλούν εξ ονόματός μου. "Είδα όνειρο, είδα όνειρο!"είδα όνειρο. Σε αντίθεση με παλαιότερες και μεταγενέστερες μαρτυρίες της Βίβλου (π.χ. Γεν 28:12· Αρ 12:6· Μτ 1:20), αποκαλύψεις και οδηγίες που λαμβάνονται με όνειρο, αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό. Το κατά πόσον ένα μήνυμα προέρχεται ή όχι από το Θεό φαίνεται από το περιεχόμενό του κι από το αποτέλεσμά του (βλ. στ. 27 και 29). λένε. Είναι όμως ψέματα. 26 Ως πότε αυτοί οι προφήτες θα παραπλανούν το λαό μου με ψέματα και θα διαδίδουν τις φαντασιώσεις τους; 27 Αυτοί που καυχώνται ο ένας στον άλλο για τα όνειρά τους, επιδιώκουν να λησμονήσει ο λαός μου ποιος είμαι· όπως με λησμόνησαν οι πρόγονοί τους και στράφηκαν στο Βάαλ.
28 »Ο προφήτης που έχει δει ένα όνειρο ας το διηγηθεί», λέει ο Κύριος. «Κι αυτός που άκουσε το λόγο μου ας τον διακηρύξει πιστά. Θα φανεί πού είναι το άχυρο και πού είναι το σιτάρι! 29 Το δίχως άλλο, ο λόγος μου είναι σαν τη φωτιά, σαν το σφυρί που σπάει το βράχο.
30 »Γι’ αυτό εγώ είμαι εναντίον των προφητών εκείνων, που κλέβουν το μήνυμα ο ένας απ’ τον άλλον και ισχυρίζονται ότι το έχουν πάρει από μένα. 31 Είμαι εναντίον των προφητών εκείνων, που παρουσιάζουν τα δικά τους λόγια για δικά μου. 32 Είμαι εναντίον των προφητών που λέν’ για προφητείες τα όνειρά τους, τα διηγούνται και παραπλανούν το λαό μου με τα χονδροειδή ψεύδη τους. Εγώ δεν τους έδωσα καμιά αποστολή ούτε καμιά εντολή. Θα βλάψουν το λαό αυτό», λέει ο Κύριος.
33 Ο Κύριος μου είπε: «Αν κάποιος από το λαό αυτό ή ένας προφήτης ή ένας ιερέας σε ρωτήσουν, "τι βάρος θα μας φορτώσει πάλι ο Κύριος;" να τους πεις: "εσείς είστε που γίνατε για μένα βάρος", λέει ο Κύριος. "Γι’ αυτό κι εγώ θα σας πετάξω από πάνω μου". 34 Αν κάποιος από το λαό ή ένας προφήτης ή ένας ιερέας τολμήσει να πει, "τι βάρος έβαλε πάνω μας ο Κύριος!" θα τον τιμωρήσω αυτόν και όλη του την οικογένεια».
35 Αντί γι’ αυτό, πρέπει τούτο ο ένας τον άλλο να ρωτάτε: «Τι απάντησε ο Κύριος;» Ή, «τι είπε ο Κύριος;» 36 Δε θα ξαναρωτήσετε πια, «τι βάρος έβαλε ο Κύριος πάνω μας». Αυτός που θα ρωτήσει, θα βάλει βάρος πάνω στον εαυτό του, γιατί διαστρέψατε τους λόγους του αληθινού Θεού, του Κυρίου του σύμπαντος, του Θεού μας. 37 Εκείνο που πρέπει κανείς να ρωτάει τον προφήτη είναι: «Τι απάντησε ο Κύριος;» Ή, «Τι είπε ο Κύριος;» 38 Αν όμως αρχίστε να ξαναρωτάτε: «Τι βάρος θα βάλει πάλι πάνω μας ο Κύριος;» τότε κι εκείνος λέει: «Επειδή δεν υπακούσατε στην προειδοποίησή μου, 39 εγώ θα σας αποτινάξω από πάνω μου σαν αβάσταχτο βάρος και θα σας διώξω από κοντά μου εσάς και την πόλη που έδωσα σ’ εσάς και στους προγόνους σας. 40 Θα φέρω πάνω σας ντροπή και καταισχύνη αιώνια, που δε θα την ξεχάσετε ποτέ».
1 "Guai ai pastori che distruggono e disperdono il gregge del mio pascolo!", dice l’Eterno. 2 Perciò così parla l’Eterno, l’Iddio d’Israele, riguardo ai pastori che pasturano il mio popolo: "Voi avete disperso le mie pecore, le avete scacciate e non ne avete avuto cura; ecco, io vi punirò per la malvagità delle vostre azioni", dice l’Eterno. 3 "Raccoglierò il rimanente delle mie pecore da tutti i paesi dove le ho scacciate, le ricondurrò ai loro pascoli, saranno feconde e moltiplicheranno. 4 E costituirò su di loro dei pastori che le pastureranno, ed esse non avranno più paura né spavento e non ne mancherà nessuna", dice l’Eterno.
5 "Ecco, i giorni vengono", dice l’Eterno, "in cui io farò sorgere a Davide un germoglio giusto, il quale regnerà da re e prospererà, eserciterà il diritto e la giustizia nel paese. 6 Nei suoi giorni Giuda sarà salvato e Israele starà sicuro nella sua dimora; questo sarà il nome con il quale sarà chiamato: ‘Eterno nostra giustizia’. 7 Perciò, ecco, i giorni vengono", dice l’Eterno, "in cui non si dirà più: ‘Per la vita dell’Eterno, che condusse i figli d’Israele fuori dal paese d’Egitto’, 8 ma: ‘Per la vita dell’Eterno che ha fatto uscire e ha ricondotto la discendenza della casa d’Israele dal paese del settentrione, e da tutti i paesi dove io li avevo scacciati’; ed essi abiteranno nel loro paese".
9 Contro i profeti.
Il cuore mi si spezza nel petto, tutte le mie ossa tremano; io sono come un ubriaco, come un uomo sopraffatto dal vino, a causa dell’Eterno e a causa delle sue parole sante. 10 Poiché il paese è pieno di adùlteri; poiché il paese fa cordoglio a motivo della maledizione che lo colpisce; i pascoli del deserto sono inariditi. La corsa di costoro è diretta al male, la loro forza non tende al bene. 11 "Profeti e sacerdoti sono empi, nella mia stessa casa ho trovato la loro malvagità", dice l’Eterno. 12 "Perciò la loro via sarà per loro come luoghi sdrucciolevoli in mezzo alle tenebre; essi vi saranno spinti e cadranno, poiché io farò venire su di loro la calamità, l’anno in cui li visiterò", dice l’Eterno.
13 "Avevo ben visto cose insensate tra i profeti di Samaria; profetizzavano nel nome di Baal e traviavano il mio popolo Israele. 14 Ma fra i profeti di Gerusalemme ho visto cose abominevoli: commettono adultèri, agiscono con falsità, fortificano le mani dei malfattori, al punto che nessuno si converte dalla sua malvagità; tutti quanti sono per me come Sodoma, e gli abitanti di Gerusalemme come quelli di Gomorra. 15 Perciò così parla l’Eterno degli eserciti riguardo ai profeti: Ecco, io farò loro mangiare dell’assenzio, e farò loro bere dell’acqua avvelenata; poiché dai profeti di Gerusalemme l’empietà si è sparsa per tutto il paese".
16 Così parla l’Eterno degli eserciti: "Non ascoltate le parole dei profeti che vi profetizzano, essi vi nutrono di cose vane; vi espongono le visioni del loro cuore, e non ciò che procede dalla bocca dell’Eterno. 17 Dicono sempre a quelli che mi disprezzano: ‘L’Eterno ha detto: Avrete pace’; e a tutti quelli che camminano seguendo la caparbietà del proprio cuore: ‘Nessun male vi colpirà’; 18 poiché chi ha assistito al consiglio dell’Eterno, chi ha visto, chi ha udito la sua parola? Chi ha prestato orecchio alla sua parola e l’ha udita? 19 Ecco la tempesta dell’Eterno! il furore scoppia, la tempesta scroscia, scroscia sul capo degli empi. 20 L’ira dell’Eterno non si placherà, finché non abbia eseguito, compiuto i disegni del suo cuore; negli ultimi giorni lo capirete appieno. 21 Io non ho mandato quei profeti, ed essi sono corsi; io non ho parlato loro, ed essi hanno profetizzato. 22 Se avessero assistito al mio consiglio, avrebbero fatto udire le mie parole al mio popolo, e li avrebbero distolti dalla loro cattiva via e dalla malvagità delle loro azioni.
23 Sono io soltanto un Dio da vicino", dice l’Eterno, "e non un Dio da lontano? 24 Potrebbe uno nascondersi in luogo occulto in modo che io non lo veda?" dice l’Eterno. "Non riempio io il cielo e la terra?" dice l’Eterno. 25 "Io ho udito quello che dicono i profeti che profetizzano menzogne nel mio nome, dicendo: ‘Ho avuto un sogno! ho avuto un sogno!’. 26 Fino a quando durerà questo? Hanno qualcosa in mente, questi profeti che profetizzano menzogne, questi profeti dell’inganno del loro cuore, 27 pensano essi di far dimenticare il mio nome al mio popolo con i loro sogni che si raccontano l’uno all’altro, come i loro padri dimenticarono il mio nome per Baal? 28 Il profeta che ha avuto un sogno, racconti il sogno, e chi ha udito la mia parola riferisca la mia parola fedelmente. Che ha da fare la paglia con il frumento?", dice l’Eterno. 29 "La mia parola non è forse come il fuoco?", dice l’Eterno, "come un martello che spezza il sasso? 30 Perciò, ecco", dice l’Eterno, "io vengo contro i profeti che rubano gli uni agli altri le mie parole. 31 Ecco", dice l’Eterno, "io vengo contro i profeti che fanno parlare la loro lingua, eppure dicono: ‘Egli dice’. 32 Ecco", dice l’Eterno, "io vengo contro quelli che profetizzano sogni falsi, che li raccontano e traviano il mio popolo con le loro menzogne e con le loro millanterie, benché io non li abbia mandati e non abbia dato loro nessun ordine, ed essi non possano portare nessun giovamento a questo popolo", dice l’Eterno.
33 "Se questo popolo o un profeta o un sacerdote ti domandano: ‘Qual è l’oracolo dell’Eterno?’. Tu risponderai loro: ‘Quale oracolo? Io vi rigetterò, dice l’Eterno’. 34 Quanto al profeta, al sacerdote o al popolo che dirà: ‘Oracolo dell’Eterno’, io lo punirò: lui, e la sua casa. 35 Direte così, ognuno al suo vicino, ognuno al suo fratello: ‘Che ha risposto l’Eterno?’ e: ‘Che ha detto l’Eterno?’. 36 Ma l’oracolo dell’Eterno non lo menzionerete più; infatti la parola di ciascuno sarà per lui il suo oracolo, poiché avete distorto le parole dell’Iddio vivente, dell’Eterno degli eserciti, del nostro Dio. 37 Tu dirai così al profeta: ‘Che ti ha risposto l’Eterno?’ e: ‘Che ha detto l’Eterno?’. 38 E se dite ancora: ‘Oracolo dell’Eterno’, allora l’Eterno parla così: ‘Siccome avete detto questa parola ‘oracolo dell’Eterno’, benché io vi avessi mandato a dire: ‘Non dite più: Oracolo dell’Eterno’, 39 ecco, io vi dimenticherò del tutto, e vi rigetterò lontano dalla mia faccia, voi e la città che avevo dato a voi e ai vostri padri, 40 e vi coprirò di un obbrobrio eterno e di un’eterna vergogna, che non saranno mai dimenticati".