Publicidade

Jeremias 3

IRB20
Η αμετανόητη πόρνη

1 Ο Κύριος λέει: «Αν κάποιος διώξει τη γυναίκα του, κι αυτή πάει και γίνει γυναίκα άλλου, μπορεί ο πρώτος να την ξαναπαντρευτεί; Όχι. Δεν είναυτή η χώρα εντελώς μολυσμένη;μολυσμένη. Βλ. Δτ 24:1-4. Εσύ, Ισραήλ, πόρνεψες μεραστές πολλούς και τώρα θέλεις να γυρίσεις σεμένα; 2 Σήκω τα μάτια σου στους λόφους και δες πού δεν επόρνεψες; Σε ποιους δρόμους δεν κάθισες προσμένοντας τους εραστές σου, καθώς ο Άραβας στην έρημο, που καρτεράει το θύμα του; Με τις πορνείες σου και τις κακίες σου μόλυνες τη γη. 3 Γιαυτό δεν έπεσαν βροχές φθινόπωρο ούτε άνοιξη. Μοιάζεις πόρνη ξεδιάντροπη και τα λάθη σου δεν ταναγνωρίζεις. 4 Και τώρα μου λες: "πατέρα μου, που μαγαπάς από παιδί, 5 δε θα σαι αιώνια μαζί μου οργισμένος, δεν είνέτσι;" Αυτά είπες, Ισραήλ, αλλά δεν παύεις πεισματικά να κάνεις όσα κακά μπορείς».

Οι δυο μοιχαλίδες αδερφές

6 Την εποχή της βασιλείας του Ιωσία ο Κύριος μου είπε: «Είδες τι έπραξε αυτή η άπιστη γυναίκα, ο Ισραήλ; Πήγε πάνω σε κάθε ψηλό βουνό και κάτω από κάθε σκιερό δέντρο και πόρνεψε εκεί. 7 Κι αναλογίστηκα: Αφού χορτάσει μόλα αυτά, θα γυρίσει σεμένα· αλλά δε γύρισε. Και τα είδε αυτά ο Ιούδας, η άπιστη αδερφή του Ισραήλ. 8 Ακόμα είδα και τούτο: ότι ενώ εγώ έδιωξα τον Ισραήλ, την άπιστη γυναίκα, για όλες τις μοιχείες που είχε διαπράξει και της έδωσα το έγγραφο του διαζυγίου, ωστόσο η άλλη άπιστη γυναίκα, ο Ιούδας, δε φοβήθηκε αλλά πήγε και πόρνεψε κι εκείνη. 9 Με την αδιάντροπη πορνεία του μόλυνε τη χώρα και μοίχευε λατρεύοντας λιθάρια και ξύλα. 10 Και μόλα αυτά ο Ιούδας, η άπιστη αδερφή του Ισραήλ, δεν επέστρεψε σεμένα μόλη του την καρδιά, αλλά προσποιητά. Εγώ το λέω, ο Κύριος».

Η επιστροφή του Ισραήλ είναι εφικτή

11 Ο Κύριος μου είπε: «Μολονότι ο Ισραήλ είχε απομακρυνθεί από μένα, αποδείχτηκε δικαιότερος από τον άπιστο Ιούδα. 12 Πήγαινε, λοιπόν, φώναξε κατά το βορράκατά το βορρά. Βλ. υποσ. εις κεφ. 1:14. και πες: "ο Κύριος λέει: Γύρνα πίσω, άπιστη γυναίκα, Ισραήλ· δε θέλω να ξεσπάσει πάνω σου η οργή μου, γιατί εγώ είμαι πολυεύσπλαχνος. Δε θα είμαι για πάντα οργισμένος. 13 Μονάχα παραδέξου την ανομία σου, ότι απίστησες σεμένα, τον Κύριο, το Θεό σου· στους ξένους παραδόθηκες θεούς κάτω από κάθε σκιερό δέντρο, και δεν υπάκουσες στις εντολές μου"».

Ελπίδα για τον Ιούδα και μετά την καταστροφή του

14 «Γυρίστε πίσω», λέει ο Κύριος, «παραστρατημένα παιδιά, γιατί σεμένα ανήκετε. Θα πάρω έναν δυο από κάθε πόλη και φυλή και θα τους φέρω στη Σιών. 15 Θα σας δώσω ποιμένες όπως τους θέλω εγώ, και θα σας φροντίζουν με σύνεση και κατανόηση.

16 »Τότε», συνέχισε ο Κύριος, «όταν θα χετε γίνει πολυάριθμοι και θα χετε αυξηθεί στη χώρα αυτή, κανείς δε θα μιλάει πια για την κιβωτό της διαθήκης του Κυρίου ούτε κανείς θα τη σκέφτεται ούτε θα τη θυμάται ούτε θα τη χρειάζεται ούτε και θα την ξαναφτιάξει κανείς. 17 Εκείνον τον καιρό θα αποκαλούν την Ιερουσαλήμ "Θρόνο του Κυρίου" και θα συγκεντρώνονται σαυτήν όλα τα έθνη στόνομα του Κυρίου· δε θακολουθούν τις διαθέσεις της πονηρής καρδιάς τους. 18 Τότε θα ενωθεί ο Ιούδας με τον Ισραήλ, και θα ρθουνε μαζί από τη χώρα του βορρά στη χώρα που έδωσα στους πατέρες σας να την έχουν στην κατοχή τους».

Αχαριστία και απιστία του Ισραήλ

19 Ο Κύριος λέει: «Είχα αποφασίσει να σε δεχτώ σαν γιο μου,σαν γιο μου. Ο Ισραήλ εδώ παρομοιάζεται με γιο, γιατί συνήθως οι κόρες δεν διεκδικούσαν κληρονομιά. και να σου δώσω μια ονειρεμένη χώρα ιδιοκτησία σου, ένδοξη ανάμεσα στα έθνη. Κι αναλογιζόμουν ότι θα με αποκαλούσες "πατέρα" κι από μένα δεν θαπομακρυνόσουν. 20 Αλλά όπως μια γυναίκα απιστεί στον άντρα της, έτσι απίστησες σεμένα, Ισραήλ».

Το παράπονο του Ιούδα και η πρόσκληση του Θεού για επιστροφή

21 Φωνή ακούστηκε από τους λόφους, θρήνος και παρακλήσεις των Ισραηλιτών, επειδή πήραν το στραβό δρόμο, λησμόνησαν τον Κύριο, το Θεό τους. 22 Αλλά ο Κύριος λέει: «Επιστρέψτε παραστρατημένα παιδιά· θα αποκαταστήσω το παραστράτημά σας».

«Ναι, Κύριε, ερχόμαστε σεσένα, γιατί εσύ είσαι ο Θεός μας. 23 Σταλήθεια, η θορυβώδης πολυπραγμοσύνηη θορυβώδης πολυπραγμοσύνη. Υπονοούνται οι ειδωλολατρικές τελετές. πάνω στα βουνά και στους λόφους δε μας βοηθάει· η βοήθειά μας, Κύριε, Θεέ μας, μόνο από σένα προέρχεται. 24 Από παλιά ο Βάαλ κατέφαγε καθετί που οι πρόγονοί μας είχαν αποκτήσει: τα πρόβατά μας, τα βόδια μας, τους γιους μας και τις κόρες μας. 25 Ζούμε μέσα στη ντροπή, βυθισμένοι στην ατιμία μας. Έτσι μας αξίζει, γιατί αμαρτήσαμε στον Κύριο, το Θεό μας, εμείς και οι πρόγονοί μας, από παλιά μέχρι σήμερα· δεν υπακούσαμε στις εντολές του».

1 L’Eterno dice: "Se un uomo ripudia sua moglie e questa se ne va da lui e si sposa con un altro, quell’uomo torna forse ancora da lei? Il paese stesso non ne sarebbe forse tutto profanato? E tu, che ti sei prostituita con molti amanti, ritorneresti da me?", dice l’Eterno. 2 "Alza gli occhi verso le alture, e guarda: Dov’è che non ti sei prostituita? Tu sedevi per le vie ad aspettare i passanti, come fa l’Arabo nel deserto, hai contaminato il paese con le tue prostituzioni e con le tue malvagità. 3 Perciò le grandi piogge sono state trattenute e non c’è stata pioggia di primavera; ma tu hai avuto una fronte da prostituta e non hai voluto vergognarti. 4 E ora, non è forse vero? tu gridi a me: Padre mio, tu sei stato l’amico della mia giovinezza! 5 Egli sarà adirato per sempre? Serberà forse la sua ira fino alla fine?. Ecco, tu parli così, ma intanto commetti tutto il male che puoi!".

Esortazioni al ravvedimento

6 L’Eterno mi disse al tempo del re Giosia: "Hai visto quello che l’infedele Israele ha fatto? È andata sopra ogni alto monte e sotto ogni albero verdeggiante, e si è prostituita. 7 Io dicevo: Dopo che avrà fatto tutte queste cose, tornerà a me; ma non è ritornata; e sua sorella, la perfida Giuda, lo ha visto. 8 E benché io avessi ripudiato l’infedele Israele a causa di tutti i suoi adultèri e le avessi dato la sua lettera di divorzio, ho visto che sua sorella, la perfida Giuda, non ha avuto nessun timore, ed è andata a prostituirsi anche lei. 9 Con il rumore delle sue prostituzioni Israele ha contaminato il paese e ha commesso adulterio con la pietra e con il legno; 10 nonostante tutto questo, la sua perfida sorella non è tornata a me con tutto il suo cuore, ma con finzione", dice l’Eterno.

11 L’Eterno mi disse: "L’infedele Israele si è mostrata più giusta della perfida Giuda. 12 Va, proclama queste parole verso il settentrione, e di: Torna, o infedele Israele, dice l’Eterno; io non vi mostrerò un viso accigliato, poiché io sono misericordioso, dice l’Eterno, e non serbo l’ira per sempre. 13 Soltanto riconosci la tua iniquità: tu sei stata infedele all’Eterno, al tuo Dio, hai diretto qua e i tuoi passi verso gli stranieri, sotto ogni albero verdeggiante, e non hai dato ascolto alla mia voce", dice l’Eterno.

14 "Tornate o figli traviati", dice l’Eterno, "poiché io sono il vostro Signore e vi prenderò, uno da una città, due da una famiglia, e vi ricondurrò a Sion; 15 vi darò dei pastori secondo il mio cuore, che vi pasceranno con conoscenza e con intelligenza. 16 Quando sarete moltiplicati e avrete fruttato nel paese, allora", dice l’Eterno, "non si dirà più: L’arca del patto dell’Eterno!non la si penserà più, non la si menzionerà più, non la si rimpiangerà più, non se ne farà un’altra. 17 Allora Gerusalemme sarà chiamata il trono dell’Eterno; tutte le nazioni si raduneranno a Gerusalemme nel nome dell’Eterno, e non cammineranno più secondo la caparbietà del loro cuore malvagio.

18 In quei giorni, la casa di Giuda camminerà con la casa d’Israele, e verranno assieme dal paese del settentrione al paese che io diedi in eredità ai vostri padri. 19 Io avevo detto: Quale posto ti darò tra i miei figli! Che paese delizioso ti darò! la più bella eredità delle nazioni!. Avevo detto: Tu mi chiamerai: - Padre mio! - e non cesserai di seguirmi. 20 Ma, proprio come una donna è infedele al suo amante, così voi siete stati infedeli a me, o casa d’Israele!", dice l’Eterno.

21 Una voce si è fatta udire sulle alture; sono i pianti, le supplicazioni dei figli d’Israele, perché hanno pervertito la loro via, hanno dimenticato l’Eterno, il loro Dio. 22 "Tornate, o figli traviati, io vi guarirò dei vostri traviamenti!", "Eccoci, noi veniamo a te, perché tu sei l’Eterno, il nostro Dio. 23 , certo, vano è il soccorso che si aspetta dalle alture, dalle feste strepitose sui monti; , nell’Eterno, nel nostro Dio, sta la salvezza d’Israele. 24 La vergogna ha divorato il prodotto della fatica dei nostri padri fin dalla nostra giovinezza, le loro pecore e i loro buoi, i loro figli e le loro figlie. 25 Corichiamoci nella nostra vergogna e ci copra la nostra infamia! poiché abbiamo peccato contro l’Eterno, il nostro Dio: noi e i nostri padri, dalla nostra infanzia fino a questo giorno; e non abbiamo dato ascolto alla voce dell’Eterno, che è il nostro Dio".

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-