Publicidade

Jó 9

IRB20
Αδυναμία του Ιώβ ναπαντήσει στο Θεό

1 Ο Ιώβ αποκρίθηκε:

2 Πως έτσι έχουν τα πράγματα

καλά το ξέρω.

Μα πώς μπορεί ένας άνθρωπος

να δικαιωθεί μπρος στο Θεό;

3 Αν κάποιος θα θελε μαυτόν ναντιδικήσει,

δε θα μπορούσε να του απαντήσει

στις χίλιες ούτε μια φορά.

4 Είνο Θεός σοφός στο νου

κι έχει μεγάλη δύναμη·

ποιος θα του πάει ενάντια και δε θα ζημιωθεί;

5 Ξάφνου, χωρίς να το χει πει,

μετατοπίζει τα βουνά·

και πάνω στο θυμό του ταναποδογυρίζει.

6 Κουνάει τη γη απτον τόπο της

και τρέμουν τα στηρίγματά της.

7 Δίνει στον ήλιο προσταγή, κι αυτός δεν ανατέλλει·

ταστέρια τα κλειδώνει

και δεν ταφήνει να φανούν.

8 Αυτός μονάχος του τον ουρανό τεντώνει

και περπατάει πάνω

στα κύματα της θάλασσας.

9 Έφτιαξε τη Μεγάλη Άρκτο, τον Ωρίωνα,

τις Πλειάδες και του νότου τους αστερισμούς.

10 Κάνει μεγάλα έργα κι ανεξιχνίαστα

και θαύματα αναρίθμητα.

11 Περνάει πλάι μου ο Θεός και δεν τον βλέπω,

με προσπερνάει δίχως να τον αισθανθώ.

12 Παίρνει ό,τι θέλει,

ποιος μπορεί να τον μποδίσει;

Ποιος θα τολμήσει να του πει:

«Ε, τι κάνεις εκεί;»

13 Ο Θεός το θυμό του δεν τον συγκρατεί·

στα πόδια του στέκουν σκυμμένοι

της Ραάβ οι ακόλουθοι.

14 Πώς, λοιπόν, θα μπορούσα εγώ να του απαντήσω;

Ποια να διαλέξω λόγια να του αντιταχθώ;

15 Έχω δίκιο, μα δεν μπορώ

να το απαιτήσω.

Πώς να παρακαλέσω να μου δείξει έλεος,

αυτός που έχει ήδη αποφασίσει την καταδίκη μου;

16 Ακόμα κι αν δεχότανε μαζί μου να διαλεχθεί

μπορώ να πιστέψω πως θα με άκουγε;

17 Αυτός με τον ανεμοστρόβιλο με συντρίβει,

και δίχως λόγο

μού πληθαίνει τις πληγές·

18 αναπνοή να πάρω δε μαφήνει,

με πίκρες μού γεμίζει τη ζωή.

19 Στη δύναμη να καταφύγω;

Αυτός είναι ο δυνατότερος!

Να καταφύγω στη δικαιοσύνη;

Ποιος θα θελήσει

να με καλέσει στο δικαστήριο;

20 Είμαι αθώος, είμαι δίκαιος

μα ό,τι κι αν πω

μοιάζει να μενοχοποιεί, να με καταδικάζει.

21,22 Είμαι αθώος! Και τί μαυτό;

Για μένα πια δεν έχει σημασία,

για τούτο και μιλώ.

Κι αν ήτανε να διακινδυνεύσω τη ζωή μου,

όσο κι αν έχω δίκιο

αυτό δε με βοηθά.

Είτε αθώο είτένοχο,

ο Θεός θα μαφανίσει.

23 Όταν μια μάστιγα θανατική ξεσπάει άξαφνα,

αυτός γελάει με την αμηχανία των αθώων.

24 Τη γη παρέδωσε στων ασεβών τα χέρια

και τύφλωσε τους δικαστές,

το δίκιο να μην μπορούνε να το δουν.

Αν όλαυτά δεν είναπτο Θεό,

τότε από ποιον είναι;

25 Τρέχουν οι μέρες μου

κι από δρομέα γοργότερα.

Φεύγουν· δε φέρνουν τίποτα καλό.

26 Γλιστρούν σαν βάρκες από πάπυρο, ελαφρές,

σαν τον αητό που ορμάει

πάνω στη λεία του.

27 Προσπαθώ να ξεχάσω την οδύνη μου,

να διώξω του προσώπου μου το πένθος

για να μοιάζω χαρούμενος.

28 Όμως, τα βάσανά μου συλλογιέμαι και τρομάζω·

γιατί το ξέρω πως δεν πρόκειται

γιαθώο ο Θεός να με παραδεχτεί.

29 Λοιπόν με θέλει να μαι ένοχος·

τότε γιατί μάταια να κοπιάζω

αθώος να αποδειχτώ;

30 Κι αν με νερό πλυθώ από χιόνι,

κι αν μαλισίβα καθαρίσω τα χέρια μου,

31 αυτός θα με βουτήξει μες στη λάσπη,

έτσι που και τα ίδια μου τα ρούχα να με σιχαθούν.

32 Αχ, αν ήταν άνθρωπος ο Θεός, όπως εγώ,

για να του απαντήσω

και ναντιδικήσουμε!

33 Τουλάχιστον αν υπήρχε ανάμεσά μας διαιτητής,

το χέρι του να βάλει πάνω και στους δυό μαςΈτσι δηλωνόταν η εξουσία που είχε ο δικαστής πάνω και στους δύο αντιδίκους.

και να μας κρίνει!

34 Τότε πια θα παυε ο Θεός να με χτυπά

και δε θα τον φοβόμουν,

35 θα του μιλούσα θαρρετά.

Μα στην περίπτωσή μου,

αυτός κρατάει την εξουσία

κι εγώ είμαι μόνος με το δίκιο μου.

Seconda replica di Giobbe

1 Allora Giobbe rispose e disse: 2 ", certo, io so che è così; e come potrebbe il mortale essere giusto davanti a Dio? 3 Se all’uomo piacesse disputare con Dio, non potrebbe rispondergli su un punto fra mille. 4 Dio è saggio di cuore, è grande in potenza; chi gli ha tenuto fronte e se n’è trovato bene? 5 Egli trasporta le montagne senza che se ne accorgano, nel suo furore le sconvolge. 6 Egli scuote la terra dalle sue fondamenta, e le sue colonne tremano. 7 Comanda al sole, ed esso non sorge; mette un sigillo sulle stelle. 8 Da solo spiega i cieli, e cammina sulle più alte onde del mare. 9 È il creatore dell’Orsa, di Orione, delle Pleiadi, e delle misteriose regioni del cielo australe. 10 Egli fa cose grandi e imperscrutabili, meraviglie innumerevoli. 11 Ecco, egli mi passa vicino, e io non lo vedo; mi scivola accanto e non me ne accorgo. 12 Ecco afferra la preda, e chi si opporrà? Chi oserà dirgli: Che fai?. 13 Iddio non ritira la sua collera; sotto di lui si curvano i campioni della superbia. 14 E io, come farei a rispondergli, a scegliere le mie parole per discutere con lui? 15 Avessi anche ragione, non gli replicherei, ma chiederei misericordia al mio giudice. 16 Se io lo invocassi ed egli mi rispondesse, non per questo crederei che avesse dato ascolto alla mia voce; 17 egli mi piomba addosso dal seno della tempesta, moltiplica senza motivo le mie piaghe, 18 non mi lascia riprendere fiato, e mi sazia di amarezza. 19 Se si tratta di forza, ecco, egli è potente; se di diritto, egli dice: Chi mi fisserà un giorno per comparire?. 20 Anche se fossi giusto, la mia stessa bocca mi condannerebbe; anche se fossi innocente, mi dichiarerebbe colpevole. 21 Innocente! , lo sono! di me non mi interessa, io disprezzo la mia vita! 22 Per me è la stessa cosa! perciò dico: Egli distrugge ugualmente l’innocente e il colpevole. 23 Se un flagello, a un tratto, semina la morte, egli ride dello spavento degli innocenti. 24 La terra è data in balìa dei malvagi; egli vela gli occhi ai giudici di essa; se non è lui, chi è dunque? 25 E i miei giorni se ne vanno più veloci di un corriere; fuggono via senza avere visto il bene; 26 passano rapidi come navi di giunchi, come l’aquila che piomba sulla preda. 27 Se dico: Voglio dimenticare il mio lamento, abbandonare questa aria triste e rasserenarmi, 28 ma sono spaventato per tutti i miei dolori, so che non mi considererai innocente. 29 Io sarò condannato; perché dunque affaticarmi invano? 30 Anche se mi lavassi con la neve e mi pulissi le mani con il sapone, 31 tu mi immergeresti nel fango di una fossa, le mie stesse vesti mi avrebbero in orrore. 32 Dio non è un uomo come me, perché io gli risponda e che possiamo comparire in giudizio assieme. 33 Non c’è fra noi un arbitro che posi la mano su tutti e due! 34 Iddio allontani da me la sua verga; smetta di spaventarmi con il suo terrore; 35 allora io parlerò senza temerlo, poiché sento di non essere quel colpevole che sembro.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-