Publicidade

Jó 5

IRB20

1 ΚαιΟι στ. 1-5 σε άλλες μετ. αριθμούνται ως 4:22-26. τώρα φώναξε! Να δούμε ποιος θα σου απαντήσει;

Σε ποιον απτους αγγέλους θα στραφείς;

2 Η οργή τον καταστρέφει τον ανόητο,

τον άμυαλο το πάθος τον σκοτώνει.

3 Βέβαια είδα ανόητους να ζουν στη σιγουριά,

μα ξαφνικά το σπίτι τους γκρεμίστηκε.

4 Χάνουνε τα παιδιά τους κάθε στήριγμα

κι εξουθενώνονται μπροστά στους δικαστές,

χωρίς κανείς να τα βοηθήσει.

5 Όσα ο ανόητος θέρισε,

τα τρώνε οι πεινασμένοι·

παίρνουν ακόμα κι όσα είχανε

μέσα σταγκάθια κρύψει·

χυμάνε σταγαθά του άπληστοι.

Προσφυγή στο Θεό

6 Το κακό δεν φυτρώνει από το χώμα,

ούτε βλασταίνει ο πόνος απτη γη·

7 μα ο άνθρωπος δημιουργεί τον πόνο του,μα ο άνθρωπος... πόνο του. Απόδοση με αλλαγμένο φωνηεντισμό. Το εβρ. έχει κατά λ.: «ο άνθρωπος γεννήθηκε για τον πόνο».

όπως δημιουργεί η φωτιά τις σπίθες,

που στα ψηλά πηδάνε.

8 Εγώ στη θέση σου στον Κύριο θαπευθυνόμουν

και την υπόθεσή μου στο Θεό θα την ανέθετα.

9 Είναι τα έργα του μεγάλα κι ανεξιχνίαστα

κι είναναρίθμητα τα θαύματά του.

10 Αυτός στέλνει βροχή στη γη

και με νερό ποτίζει τα χωράφια,

11 τους ταπεινούς υψώνει

και στους θλιμμένους δίνει τη χαρά.

12 Τα σχέδια των πανούργων ματαιώνει

και στην αποτυχία οδηγεί τα έργα τους.

13 Κάνει να πιάνονται οι σοφοί

μέσα στις πανουργίες τους,

και νανατρέπονται όσα οι ραδιούργοι λογαριάζουν.

14 Μες στο καταμεσήμερο τους δίνει τέτοια τύφλωση,

που ψηλαφώντας να βαδίζουν,

σαν να ταν μαύρη νύχτα.

15 Γλιτώνει τον αδύνατο απτις συκοφαντίες τους

κι από των ισχυρών τα χέρια.

16 Έτσι αποκτά ο αδύνατος ελπίδα,

και του άδικου το στόμα κλείνεται.

17 Μακάριος ο άνθρωπος που ο Κύριος τον παιδαγωγεί·

να μην καταφρονείς, λοιπόν,

του Παντοδύναμου τη νουθεσία.

18 Γιατί αυτός πληγώνει,

αλλά και δένει την πληγή,

χτυπάει, αλλά τα χέρια του γιατρεύουν.

19 Από την κάθε δυστυχία θα σε σώσει

όποτε κι αν αυτή σε βρει,

κι ούτε κακό κανένα θα σαγγίξει.

20 Στην πείνα, θα σε σώσει από το θάνατο·

στον πόλεμο, από το χτύπημα του ξίφους.

21 Θα σαι προφυλαγμένος απτης γλώσσας το μαστίγιο

κι άφοβος, όταν πλησιάζει η καταστροφή.

22 Τον όλεθρο θα τον χλευάσεις και την πείνα,

και τα θεριά της γης

δε θα τα φοβηθείς.

23 Ως και των χωραφιών οι πέτρες

θα συμμαχήσουνε μαζί σου,

κι ειρήνη θα χεις με του κάμπου τα θηρία.

24 Θα νιώσεις πως με ειρήνη ζεις

κάτω από τη σκηνή σου·

κι όταν πηγαίνεις να κοιτάξεις τα λιβάδια σου,

δε θα σου λείπει ούτένα ζωντανό.

25 Θα δεις ναυξάνουν οι απόγονοί σου,

και να πληθαίνουν τα βλαστάρια σου

σαν το χορτάρι του αγρού.

26 Και θα μπεις μες στον τάφο σε βαθιά γεράματα,

όπως οι θημωνιές που τις στοιβάζουν στον καιρό τους.

27 Βλέπεις, εμείς αυτά βαθιά τα μελετήσαμε

κι είναι έτσι όπως σου τα λέμε.

Προσεχτικά άκουσέ τα κι επωφελήσου απαυτά.

1 Chiama pure! C’è forse chi ti risponda? E a quale dei santi vorrai rivolgerti? 2 No, l’ira non uccide che l’insensato e l’irritazione non fa morire che lo stolto. 3 Io ho visto l’insensato prendere radice, ma ben presto ho dovuto maledire la sua casa. 4 I suoi figli vanno privi di soccorso, sono oppressi alla porta, e non c’è chi li difenda. 5 L’affamato gli divora il raccolto, glielo ruba perfino tra le spine; e l’assetato gli divora i beni. 6 Poiché la sventura non spunta dalla terra il dolore germoglia dal suolo; 7 ma l’uomo nasce per soffrire, come la scintilla per volare in alto. 8 Io però vorrei cercare Dio e a Dio vorrei esporre la mia causa: 9 a lui, che fa cose grandi, imperscrutabili, meraviglie senza numero; 10 che sparge la pioggia sopra la terra e manda l’acqua sui campi; 11 che innalza quelli che erano abbassati e pone gli afflitti in salvo in luogo elevato; 12 che sventa i disegni degli astuti in modo che le loro mani non riescano a eseguirli: 13 che prende gli abili nella loro astuzia, in modo che il consiglio degli scaltri vada in rovina. 14 Di giorno essi incorrono nelle tenebre, a mezzogiorno brancolano come di notte; 15 ma Iddio salva l’oppresso dalla spada della loro bocca, e il povero dalla mano del potente. 16 Così per il misero c’è speranza, mentre l’iniquità ha la bocca chiusa. 17 Beato l’uomo che Dio corregge! Tu non disprezzare la correzione dell’Onnipotente; 18 poiché egli fa la piaga, poi la fascia; egli ferisce, ma le sue mani guariscono. 19 In sei sciagure egli sarà il tuo liberatore e in sette il male non ti toccherà. 20 In tempo di carestia ti scamperà dalla morte, in tempo di guerra dai colpi della spada. 21 Sarai sottratto al flagello della lingua, non temerai quando verrà il disastro. 22 In mezzo al disastro e alla fame riderai, non temerai le belve della terra; 23 perché avrai per alleate le pietre del suolo, e gli animali dei campi saranno con te in pace. 24 Saprai al sicuro la tua tenda e, visitando i tuoi pascoli, vedrai che non ti manca nulla. 25 Saprai che la tua progenie moltiplica, che i tuoi rampolli crescono come l’erba dei campi. 26 Scenderai maturo nella tomba, come i covoni di grano che si ammucchiano a suo tempo. 27 Ecco ciò che abbiamo trovato, riflettendo. Così è. Tu ascolta, e fanne profitto".

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-