1 Τότε πήρε το λόγο ο Ελιφάζ ο Ταιμανίτης και είπε: 2 Αν σου μιλήσω, μήπως σε λυπήσω;
Ύστερα απ’ όσα είπες,
δεν το αντέχω να σιωπώ!
3 Εσύ νουθέτησες πολλούς
και χέρια ασθενικά δυνάμωσες.
4 Τα λόγια σου στήριζαν
εκείνους που σκοντάφταν,
και τόνωναν τα γόνατα που λύγιζαν.
5 Μα τώρα που ήρθε η σειρά σου,
εσύ δειλιάζεις!
Οι συμφορές σ’ αγγίξανε και τρόμαξες.
6 Η ευσέβειά σου δεν σου δίνει στήριγμα;
και η άμεμπτη ζωή σου
δεν σου προσθέτει ελπίδα;
7 Μήπως θυμάσαι κάποιον αθώο που να χάθηκε,
ή κάποιους τίμιους
που να εξολοθρευτήκαν;
8 Εγώ το ’χω παρατηρήσει:
όσοι καλλιεργούν την αδικία
και σπέρνουνε τη συμφορά,
αυτοί αδικία και συμφορά θερίζουν.
9 Σαν την ανεμοθύελλα ο Θεός
τους καταστρέφει,
τους αφανίζει με τη φοβερή του οργή.
10 Είν’ η φωνή τους σαν του λιονταριού το βρυχηθμό,
αλλά ο Θεός τα δόντια τους συντρίβει.
11 Πεθαίνουν όπως το λιοντάρι,
όταν δε βρίσκει πια τροφή
και τα μικρά του διασκορπίζονται.
12 Κάποτε έφτασε σ’ εμένα ένα μήνυμα στα κρυφά,
ένα ελαφρό του ψίθυρο συγκράτησε τ’ αυτί μου,
13 τη νύχτα μέσα στ’ όνειρο,
που οι λογισμοί μπερδεύονται
κι ο λήθαργος θανατερά τυλίγει τους ανθρώπους.
14 Φρίκη και τρόμος με κυρίεψε
κι έτρεμε όλο το κορμί μου.
15 Φύσημα αχνό από το πρόσωπό μου πέρασε,
μ’ έκανε σύγκορμο ν’ ανατριχιάσω.
16 Στάθηκε μπρος μου μια μορφή,
που δεν μπορούσα να την καθορίσω·
κι ύστερα από μικρή σιωπή άκουσα τη φωνή της:
17 «Τάχα είναι δίκαιος ο θνητός μπρος στο Θεό;
Είναι άμεμπτος ο άνθρωπος μπρος στο δημιουργό του;
18 Αφού ο Θεός δεν εμπιστεύεται
ούτε και τους αγγέλους του
και βρίσκει σφάλματα ακόμα και σ’ εκείνους,
19 πόσο μάλλον σ’ αυτά τα χωματένια πλάσματα,
που προέρχονται από τη γη
και που μπορούν να πατηθούν
σαν τα σκουλήκια,
20 που μέσα σε μια μέρα μπορούν ν’ αφανιστούν,
για πάντα να χαθούν,
χωρίς κανείς να το προσέξει!
21 Ο Θεός δίνει τέλος στη ζωή τους·
πεθαίνουν και δεν ξέρουνε το πως».
1 Allora Elifaz di Teman rispose e disse:
2 "Se provassimo a rivolgerti una parola ti darebbe fastidio? Ma chi potrebbe trattenere le parole? 3 Ecco tu ne hai ammaestrati molti, hai fortificato le mani stanche; 4 le tue parole hanno rialzato chi stava cadendo, hai rafforzato le ginocchia vacillanti; 5 e ora che il male piomba su di te, ti lasci abbattere; ora che è giunto fino a te, sei tutto smarrito. 6 La tua pietà non è forse la tua fiducia, e l’integrità della tua vita la tua speranza? 7 Ricorda: quale innocente morì mai? e dove furono mai distrutti gli uomini retti? 8 Da parte mia ho visto che quelli che arano iniquità e seminano tormenti, ne raccolgono i frutti. 9 Al soffio di Dio essi muoiono, sono consumati dal vento del suo sdegno. 10 Il ruggito del leone è spento, i denti dei leoncelli sono spezzati. 11 Il forte leone muore per mancanza di preda e i piccoli della leonessa restano dispersi. 12 Una parola mi è giunta furtivamente, e il mio orecchio ne ha colto il lieve sussurro. 13 Fra i pensieri delle visioni notturne, quando un sonno profondo cade sui mortali, 14 uno spavento mi prese, un tremore, che fece fremere tutte le mie ossa. 15 Uno spirito mi passò davanti, e i peli mi si rizzarono addosso. 16 Si fermò, ma non riconobbi il suo sembiante; una figura mi stava davanti agli occhi e udii una voce sommessa che diceva: 17 ‘Può il mortale essere giusto davanti a Dio? Può l’uomo essere puro davanti al suo creatore? 18 Ecco, Iddio non si fida dei suoi servi, e trova difetti nei suoi angeli; 19 quanto più in quelli che stanno in case di argilla, che hanno per fondamento la polvere e sono schiacciati al pari delle tarme! 20 Tra la mattina e la sera sono infranti; muoiono per sempre, senza che nessuno se ne accorga. 21 La corda della loro tenda è strappata, e muoiono senza possedere la sapienza’.