1 Ο Ελιού συνέχισε την ομιλία του.
2 Κάνε, Ιώβ, λίγη ακόμα υπομονή
μ’ αυτή τη διδαχή μου.
Κάτι έχω ακόμη να προσθέσω,
για να υποστηρίξω το Θεό.
3 Τις γνώσεις μου τις φέρνω από μακριά,
για να δικαιώσω το δημιουργό μου.
4 Είναι η καθαρή αλήθεια ό,τι θα πω·
έχεις μπροστά σου κάποιον
που το θέμα του άριστα το κατέχει.
5 Ναι, ο Θεός είν’ ισχυρός
κι αδιάφορος δεν μένει·
στέκει στις αποφάσεις του αμετακίνητος.
6 Τον ασεβή δεν τον αφήνει στη ζωή·
σ’ όσους καταπιέζονται
το δίκιο τους το δίνει.
7 Τα μάτια του δεν τ’ αποστρέφει από τους δίκαιους·
κι αν κυβερνούν μαζί με βασιλιάδες,
παντοτινά στο θρόνο τούς αφήνει
να δέχονται τιμές.
8 Αλλ’ αν φυλακιστούν
και κάτω απ’ τα δεσμά τους υποφέρουν,
9 είναι για να τους δείξει
ποια τα έργα τους, οι ανομίες τους
και η αλαζονεία.
10 Τους κάνει να προσέχουν
όταν τους προειδοποιεί
και τους καλεί απ’ το κακό να επιστραφούνε.
11 Αν υπακούσουνε και τον υπηρετήσουν
θα ζήσουν τη ζωή τους ως το τέλος
μέσα στην ευτυχία και τη χαρά.
12 Αλλ’ αν δεν υπακούσουν
το χαμό τους προκαλούν
και θα πεθάνουν μες στην αφροσύνη τους.
13 Άνθρωποι με καρδιά ασεβή,
συνέχεια με το Θεό τα βάζουν·
δεν τον παρακαλούν να τους βοηθήσει
όταν τους τιμωρεί.
14 Πεθαίνουν σε ηλικία νεανική
κι είναι τα τέλη της ζωής τους ντροπιασμένα.
15 Μα ο Θεός μες απ’ τη θλίψη τελειοποιεί αυτούς που θλίβονται·
με τις δοκιμασίες τούς διδάσκει.
16 Έτσι κι εσένα, Ιώβ, άλλοτε σ’ είχε γλιτώσει από τη θλίψη,
δίνοντάς σου αντίθετα μεγάλη άνεση.
Ήτανε το τραπέζι σου γεμάτο
από τις πιο εκλεκτές τροφές.
17 Μα τώρα σου έχει αναγγελθεί η καταδίκη σου
και της ασέβειας την πληρωμή λαβαίνεις.
18 Πρόσεξε μη σε φέρει ο θυμός σου σ’ εξέγερση ενάντια στο Θεό·
και μη νομίσεις πως θ’ απαλλαγείς
προσφέροντάς του πλούσια δώρα.
19 Δε θα σου έφτανε όλος σου ο πλούτος·
δε θα σε βοηθούσε το χρυσάφι σου,
ούτε της δύναμής σου όλα τα μέσα.
20 Μην την αποζητάς τη νύχτα εκείνη,
που όλα τα έθνη θα καταστραφούν.
21 Φυλάξου! Μη στραφείς προς το κακό,
ακόμη κι αν θαρρείς
πως προτιμότερο είναι αυτό από τις θλίψεις σου.
22 Βλέπεις, Ιώβ, είναι μεγάλος ο Θεός·
τόση πολλή έχει δύναμη.
Ποιος μπορεί να διδάξει όπως αυτός;
23 Ποιος μπορεί να του υποδείξει τι να κάνει;
ποιος μπορεί να του πει ότι αδίκησε;
24 Μη λησμονάς το έργο του να εγκωμιάζεις,
που με ωδές το εξυμνούν οι άνθρωποι.
25 Όλοι μπορούν να το θαυμάσουν,
έστω κι αν το κοιτάζει ο άνθρωπος μονάχα από μακριά.
26 Βλέπεις, Ιώβ, είναι μεγάλος ο Θεός
κι άπιαστος για τη σκέψη μας.
Αμέτρητος των χρόνων του ο αριθμός.
27 Αυτός συλλέγει του νερού τις στάλες,
ατμό τις κάνει, ομίχλη
ή φτιάχνει τη βροχή,
28 που ξεχειλίζει από τα σύννεφα
και χύνεται πάνω στο πλήθος των ανθρώπων.
29 Μπορεί κανείς να καταλάβει
πώς ξεδιπλώνονται τα σύννεφα,
πώς η βροχή ξεσπάει στο θόλο τ’ ουρανού;
30 Φωτίζει μ’ αστραπές τα σύννεφα,
ενώ της θάλασσας τα βάθη μένουν σκοτεινά.
31 Μ’ αυτόν τον τρόπο κυβερνάει τους λαούς,
τους προμηθεύει άφθονη τροφή.
32 Παίρνει την αστραπή μες στις παλάμες του,
την κατευθύνει σε ορισμένο στόχο.
33 Ο κεραυνός την καταιγίδα προμηνά·
και τα κοπάδια ακόμα νιώθουν ότι πλησιάζει.
1 Poi Eliù proseguendo disse:
2 "Aspetta un po’, io ti istruirò; perché c’è altro da dire in favore di Dio. 3 Io trarrò la mia conoscenza da lontano e renderò giustizia a colui che mi ha fatto. 4 Per certo, le mie parole non sono bugiarde; ti sta davanti un uomo dotato di conoscenza perfetta. 5 Ecco, Iddio è potente, ma non respinge nessuno; è potente per la forza della sua intelligenza. 6 Egli non lascia vivere l’empio e rende giustizia agli afflitti. 7 Non distoglie il suo sguardo dai giusti, ma li pone con i re sul trono, ve li fa sedere per sempre, e così li esalta. 8 Se gli uomini sono talvolta stretti da catene, se sono presi nei legami dell’afflizione, 9 Dio fa loro conoscere il loro comportamento, le loro trasgressioni, poiché si sono insuperbiti; 10 egli apre così i loro orecchi ai suoi ammonimenti e li esorta ad abbandonare il male. 11 Se lo ascoltano, se si sottomettono, finiscono i loro giorni nel benessere, e i loro anni nella gioia; 12 ma, se non lo ascoltano, muoiono trafitti dalle sue frecce, muoiono per mancanza di intelligenza. 13 Gli empi di cuore si abbandonano alla collera, non implorano Iddio quando egli li incatena; 14 così muoiono nel fiore degli anni, e la loro vita finisce come quella dei dissoluti; 15 ma Dio libera l’afflitto mediante l’afflizione, e gli apre gli orecchi mediante la sventura. 16 Egli vuole liberare anche te dalle fauci della calamità, metterti al largo, dove non c’è più angustia, e coprire la tua mensa di cibi succulenti. 17 Ma, se giudichi le vie di Dio come fanno gli empi, il suo giudizio e la sua sentenza ti piomberanno addosso. 18 Bada che la collera non ti trasporti alla bestemmia, e la grandezza del riscatto non ti induca a deviare! 19 Farebbe egli caso alle tue ricchezze? Non hanno valore per lui, né l’oro, né tutta l’abbondanza della ricchezza. 20 Non anelare a quella notte che porta via i popoli dal loro luogo. 21 Bada bene di non volgerti all’iniquità, tu che sembri preferirla all’afflizione! 22 Ecco, Iddio è eccelso nella sua potenza; chi può insegnare come lui? 23 Chi gli prescrive la via da seguire? Chi osa dirgli: ‘Tu hai fatto male’? 24 Pensa piuttosto a magnificare le sue opere; gli uomini le celebrano nei loro canti, 25 tutti le ammirano, il mortale le contempla da lontano. 26 Sì, Dio è grande e noi non lo possiamo conoscere; incalcolabile è il numero dei suoi anni. 27 Egli attira in alto le gocce dell’acqua; dai vapori che egli ha formato stilla la pioggia. 28 Le nubi la spandono, la rovesciano sulla folla dei mortali. 29 E chi può capire lo spiegamento delle nubi, i fragori che scoppiano nel suo padiglione? 30 Ecco, ora egli diffonde intorno a sé la sua luce, ora prende come coperta le profondità del mare. 31 Con questi mezzi punisce i popoli e dà loro del cibo in abbondanza. 32 Si riempie di fulmini le mani e li lancia contro gli avversari. 33 Il rombo del tuono annuncia che egli viene, gli animali lo sentono vicino.