Publicidade

Jó 31

IRB20
Ο Ιώβ ορκίζεται ότι είναι αθώος

1 Έκανα συμφωνία με τα μάτια μου

κόρη ποτέ μεπιθυμία να μην κοιτάξω.

2 Αλλιώς, τι θα μπορούσα να προσμένω

από τον παντοδύναμο Θεό;

τι θα μου έστελνε από τα ύψη;

3 Η συμφορά είναι για τον άδικο·

για κείνους που παρανομούν η δυστυχία.

4 Βλέπει ο Θεός το δρόμο που βαδίζω

κι αυτός μετράει όλα μου τα βήματα.

5 Ποτέ μου ψέμα δεν μεταχειρίστηκα

ούτε ποτέ προσπάθησα κάποιον να εξαπατήσω.

6 Ας με ζυγίσει ο Θεός με τέλεια ζυγαριά

και θα δει τότε

την ακεραιότητά μου.

7 Αν ξέφυγε το βήμα μου από το δρόμο το σωστό,

αν παρασύρθηκε απτα μάτια μου η καρδιά μου

κι αν κηλιδώθηκαν από την αδικία τα χέρια μου,

8 τότε αυτά που σπέρνω εγώ

άλλοι ας ταπολαύσουν

και τα σπαρτά μου ας ξεριζωθούν.

9 Αν η καρδιά μου από γυναίκα δελεάστηκε

και στήθηκα να καρτερώ στου γείτονα την πόρτα,

10 τότε η γυναίκα μου ας μαγειρεύει

γιάλλον άντρα

κι άλλοι μαζί της ας πλαγιάσουν.

11 Γιατί αυτό είνανομία επαίσχυντη

κι αμάρτημα που οι δικαστές

θα πρεπε αυστηρά να τιμωρούνε.

12 Είναι φωτιά που κατακαίει και δεν αφήνει τίποτα,

μέχρι τις ρίζες κατατρώει τα σπαρτά μου.

13 Αν κάποτε το δίκιο του δούλου μου ή της δούλης μου παρέβλεψα

στις διαφορές που μπορεί να χανε μαζί μου,

14 πώς θα μπορέσω να σταθώ μπρος στο Θεό

και τι θα του αποκριθώ όταν με κρίνει;

15 Γιατί, αυτός που μέπλασε,

μήπως δεν έπλασε κι εκείνους;

ο ίδιος δεν μας εσχημάτισε στη μητρική κοιλιά;

16 Ποτέ μου στους φτωχούς ό,τι ζητούσαν δεν ταρνήθηκα,

ούτε άφησα μες στην απελπισία τις χήρες.

17 Ποτέ δεν έφαγα μονάχος το ψωμί μου,

χωρίς να φάνε απαυτό και τα ορφανά,

18 γιατί εγώ τα μεγάλωσα από μικρά

σαν να μουνα πατέρας,

κι από την ώρα που γεννήθηκαν τα καθοδήγησα.

19 Όταν έβλεπα κάποιον που ρούχα δεν είχε να ντυθεί,

έναν φτωχό που σκεπάσματα δεν είχε,

20 του δινα από τα πρόβατά μου

μάλλινο ρούχο για να ζεσταθεί

κι αυτός από καρδιάς μευχαριστούσε.

21 Αν χέρι σήκωσα πάνω σε ορφανό,

επειδή έβλεπα πως είχα

των δικαστών την υποστήριξη,

22 το χέρι μου ας σπάσει απτον αγκώνα,

κι ας ξεκολλήσει από τον ώμο μου.

23 Με τρόμαζε η τιμωρία του Θεού·

μπρος στη μεγαλοσύνη του

ναντέξω δεν μπορούσα.

24 Ποτέ μου το χρυσάφι δεν το εμπιστεύτηκα

ούτε και το λογάριασα ποτέ για σιγουριά μου.

25 Για τα πολλά μου πλούτη δεν περηφανεύτηκα

ούτε για όσα με τα χέρια μου μπόρεσα ναποκτήσω.

26 Κοιτάζοντας τον ήλιο και τη λάμψη του

ή τη μαγευτική πορεία της σελήνης,

27 ποτέ μου ενδόμυχα δεν γοητεύτηκα

ούτε ποτέ λατρευτικά τους έστειλα φιλιά.

28 Αυτό θα ταν αμάρτημα, που οι δικαστές το τιμωρούνε,

γιατί θα είχα απαρνηθεί τον ύψιστο Θεό.

29 Ποτέ μου δε χαιρόμουνα όταν ο εχθρός μου υπέφερε

ούτε ευχαριστιόμουνα

κακό σαν τον χτυπούσε.

30 Ποτέ μου ναμαρτήσει δεν άφηνα το στόμα μου,

ζητώντας με κατάρες το χαμό του.

31 Όσοι φιλοξενήθηκαν στο σπίτι μου

έχουνε να το λένε,

πως από τα καλύτερα χορτάσαν φαγητά.

32 Ξένος κανείς δεν πέρασε τη νύχτα του στο ύπαιθρο·

στον οδοιπόρο οι πόρτες μου πάντα ήταν ανοιχτές.

33 Ποτέ ανομίες δε χρειάστηκε να κρύψω ή παραπτώματα,

όπως πολλοί το κάνουν.

34 Έτσι τα λόγια των ανθρώπων δε φοβόμουν

ούτε με τρόμαζε του κόσμου η περιφρόνηση,

ώστε να μένω σιωπηλός,

στο σπίτι μου κλεισμένος.

35 Αχ, ας γινόταν κάποιος να μακούσει!

Μπορώ να υπογράψω ό,τι έχω πει.

Μακάρι να μαποκριθεί ο Παντοδύναμος!

Ας μου δειχνε του αντιδίκου μου

την έγγραφη κατηγορία

36 κι εγώ στους ώμους μου πρόθυμα θα τη σήκωνα

και στο κεφάλι θα την έβαζα κορώνα.

37 Για τη ζωή μου θα μιλούσα στο Θεό

με κάθε λεπτομέρεια

και θα μπορούσα να τον βλέπω μες στα μάτια.

38 Αν το χωράφι μου παραπονέθηκε για μένα

κι έκανα εγώ ταυλάκια του να κλάψουνε,

39 επειδή δεν τα φρόντισα

μα πήρα τους καρπούς του,

κι έγινα έτσι ανυπάκουος στο Θεό,

που ναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης του,

40 τότε ας φυτρώσουνε αγκάθια αντί για στάρι,

κι αντί κριθάρι αγριοχόρταρα.Νοηματικά οι στ. 38-40 τοποθετούνται προ του στ. 35, γιατί προφανώς εκεί βρίσκεται το τέλος της ομιλίας του Ιώβ.

Εδώ τελειώνουνε τα λόγια του Ιώβ.

1 Io avevo stretto un patto con i miei occhi: non avrei fissato lo sguardo sopra una vergine. 2 Che parte mi avrebbe assegnato Iddio dall’alto e quale eredità mi avrebbe dato l’Onnipotente dai luoghi eccelsi? 3 La sventura non è forse per il perverso e le sciagure per quelli che fanno il male? 4 Iddio non vede forse le mie vie? non conta tutti i miei passi? 5 Se ho camminato insieme alla menzogna, se il mio piede si è affrettato dietro alla frode 6 (Iddio mi pesi con la bilancia giusta e riconoscerà la mia integrità), 7 se i miei passi sono usciti dalla retta via, se il mio cuore è andato dietro ai miei occhi, se qualche sozzura mi si è attaccata alle mani, 8 che io semini e un altro mangi, e quello che è cresciuto nei miei campi sia sradicato! 9 Se il mio cuore si è lasciato sedurre per amore di una donna, se ho spiato la porta del mio prossimo, 10 che mia moglie giri la macina a un altro e che altri abusino di lei! 11 Poiché quella è una scelleratezza, un misfatto punito dai giudici, 12 un fuoco che consuma fino alla perdizione e che avrebbe distrutto fin dalle radici ogni mia fortuna. 13 Se ho rinnegato il diritto del mio servo e della mia serva, quando erano in lite con me, 14 che farei se Iddio si alzasse per giudicarmi, e che risponderei se mi esaminasse? 15 Chi fece me nel grembo di mia madre non fece anche lui? non ci ha formati nel grembo materno uno stesso Iddio? 16 Se ho rifiutato ai poveri quello che desideravano, se ho fatto languire gli occhi della vedova, 17 se ho mangiato da solo il mio pezzo di pane senza che l’orfano ne mangiasse la sua parte, 18 io che fin da giovane l’ho allevato come un padre, io che fin dal grembo di mia madre sono stato guida della vedova, 19 se ho visto uno morire per mancanza di vestiti o il povero senza una coperta, 20 se non mi hanno benedetto i suoi fianchi, ed egli non si è riscaldato con la lana dei miei agnelli, 21 se ho alzato la mano contro l’orfano perché mi sapevo sostenuto alla porta della città, 22 che la mia spalla si stacchi dalla sua giuntura, il mio braccio si spezzi e cada! 23 Infatti mi spaventava il castigo di Dio, ed ero trattenuto dalla sua maestà. 24 Se ho riposto la mia fiducia nell’oro, se all’oro fino ho detto: Tu sei la mia speranza, 25 se mi sono rallegrato che le mie ricchezze fossero grandi e la mia mano avesse accumulato molto, 26 se, contemplando il sole che risplendeva e la luna che procedeva lucente nel suo corso, 27 il mio cuore, in segreto, si è lasciato sedurre e la mia bocca ha posato un bacio sulla mano 28 (misfatto anche questo punito dai giudici perché avrei difatti rinnegato l’Iddio che è in alto), 29 se mi sono rallegrato della sciagura del mio nemico e ho esultato quando lo ha colpito la sventura 30 (io, che non ho permesso alle mie labbra di peccare chiedendo la sua morte con imprecazione), 31 se la gente della mia tenda non ha detto: Chi è che non si sia saziato della carne delle sue bestie?, 32 (lo straniero non passava la notte fuori; le mie porte erano aperte al viaggiatore), 33 se, come fanno gli uomini, ho coperto i miei errori nascondendo nel petto la mia iniquità, 34 perché avevo paura della folla e del disprezzo delle famiglie al punto da starmene tranquillo e non uscire di casa35 Oh, avessi pure chi mi ascoltasse!ecco qua la mia firma! l’Onnipotente mi risponda! Il mio avversario scriva la sua querela 36 e io la porterò attaccata alla mia spalla, me la cingerò come un diadema! 37 Gli renderò conto di tutti i miei passi, mi avvicinerò a lui come un principe! 38 Se la mia terra mi grida contro, se tutti i suoi solchi piangono, 39 se ne ho mangiato il frutto senza pagarla, se ho fatto sospirare chi la coltivava, 40 che invece di grano mi nascano spine, invece di orzo mi crescano zizzanie!".

Qui finiscono i discorsi di Giobbe.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-