Publicidade

Jó 33

IRB20
Ο Ελιού κατακρίνει τον Ιώβ

1 Τώρα λοιπόν, Ιώβ, άκου τα λόγια μου,

πρόσεξε όλα όσα έχω να σου πω.

2 Έτοιμος είμαι και αρχίζω να μιλώ.

3 Μιλώ με ήσυχη συνείδηση,

τα χείλη μου την καθαρή αλήθεια θα προφέρουν.

4 Με δημιούργησε το Πνεύμα του Θεού,

του Παντοδύναμου η πνοή,

ζωή μού δίνει.

5 Απάντησέ μου, αν μπορείς.

Να μαντιμετωπίσεις ετοιμάσου,

πάρε τη θέση σου.

6 Εσύ κι εγώ είμαστε όμοιοι μπρος στο Θεό·

κι οι δυο μας από χώμα καμωμένοι.

7 Λοιπόν, δεν έχεις λόγο ναγωνιάς,

δεν πρόκειται να σε κατατροπώσω!

8 Σταυτιά μου αντηχεί ο ήχος της φωνής σου,

όταν αυτά τα λόγια επαναλαμβάνεις:

9 «Εγώ είμαι καθαρός, δεν παρανόμησα·

άμεμπτος είμαι, δίχως αμαρτία.

10 Μα ο Θεός βρίσκει προφάσεις εναντίον μου,

με βλέπει σαν εχθρό του.

11 Με περιορίζει,

όπου κι αν πάω με παρακολουθεί».

12 Όμως σαυτό, Ιώβ, δεν έχεις δίκιο,

πρέπει να σου το πω·

με μέτρα ανθρώπινα δεν μπορείς

το Θεό να τον μετρήσεις.

13 Τότε γιατί να τον κατηγορείς

πως σόλα αυτά τα λόγια σου

δεν απαντάει;

14 Μόλο που ο Θεός μιλάει πολλές φορές

και με ποικίλους τρόπους,

κανείς δεν δίνει προσοχή στα λόγια του.

15 Με όνειρο, με όραμα νυχτερινό,

όταν σε ύπνο βαθύ πέφτουν οι άνθρωποι,

όταν στην κλίνη ξαπλωμένοι αποκοιμιούνται,

16 τότε τους κάνει να καταλαβαίνουν όσα λέει,

κι οριστικά τους προειδοποιεί.

17 Ναποστραφούνε θέλει

τις κακές τους πράξεις

και ναπαλλάξει έτσι τον άνθρωπο απτην αλαζονεία του.

18 Έτσι θα τον γλιτώσει από τον τάφο

και θα τον προστατέψει να μην πέσει

απάνω στην αιχμή του κονταριού.

19 Ο Θεός προειδοποιεί τον άνθρωπο

με μια αρρώστια που τον ρίχνει στο κρεβάτι,

με πόνους σόλα του τα κόκαλα,

20 ως το σημείο ναηδιάζει το ψωμί,

ακόμα και το πιο εκλεκτό του φαγητό.

21 Η σάρκα του λιώνει και χάνεται,

μπορούν να μετρηθούν τα κόκαλά του·

22 κοντεύει να χει το να πόδι μες στον τάφο,

λες κι η ζωή του παραδόθηκε στο θάνατο.

23 Ίσως τότε σταθεί στο πλάι του ένας άγγελος,

ένας απτους χιλιάδες του Θεού αγγέλους,

που δείχνουνε στον άνθρωπο το χρέος του.

24 Κι ο άγγελος αυτός ίσως τον σπλαχνιστεί και πει:

«Απάλλαξέ τον, μην τον αφήσεις

να κατέβει μες στον τάφο·

τα λύτρα του πληρώθηκαν».

25 Τότε από σφρίγος νεανικό η σάρκα του τονώνεται,

ξαναγυρνάει στης νιότης του τις μέρες.

26 Στο Θεό προσεύχεται

κι εκείνος του αποκρίνεται·

με χαρά στο Θεό παρουσιάζεται,

το Θεό, που τον έχει και πάλι δεχτεί.

27 Τότε αυτός ομολογεί δημόσια και λέει:

«Αμάρτησα! Το σωστό δεν το πραξα,

μα δεν μου το ανταπέδωσε ο Θεός.

28 Με φύλαξε απτου να κατεβώ στον τάφο

και στης ζωής με κράτησε το φως».

29 Να, λοιπόν, όλα αυτά που κάνει ο Θεός

πάλι και πάλι για τον κάθε άνθρωπο,

30 ώστε να τον γλιτώσει από το τάφο

και να του ξαναδώσει τη ζωή.

31 Προσεκτικά άκουσέ με, Ιώβ,

σώπασε κι άφησέ με να μιλήσω.

32 Αν έχεις τίποτε να πεις, απάντησέ μου·

πολύ θα θελα να παραδεχτώ το δίκιο σου.

33 Αλλάκου με, αν δεν έχεις τι να πεις·

σώπαινε, και σοφία θα σε διδάξω.

Primo discorso di Eliù

1 Ascolta dunque, o Giobbe, il mio parlare, porgi orecchio a tutte le mie parole! 2 Ecco, apro la bocca, la lingua parla sotto il mio palato. 3 Nelle mie parole c’è la rettitudine del mio cuore; e le mie labbra diranno sinceramente quello che so. 4 Lo Spirito di Dio mi ha creato, e il soffio dell’Onnipotente mi la vita. 5 Se puoi, rispondimi; prepara le tue ragioni, fatti avanti! 6 Ecco, io sono uguale a te davanti a Dio; anch’io fui tratto dall’argilla. 7 Paura di me non potrà quindi coglierti, e il peso della mia autorità non ti potrà schiacciare. 8 Davanti a me tu dunque hai detto (e ho udito bene il suono delle tue parole): 9 Io sono puro, senza peccato; sono innocente, non c’è iniquità in me; 10 ma Dio trova contro me degli appigli ostili, mi considera suo nemico; 11 mi mette i piedi nei ceppi, spia tutti i miei movimenti. 12 E io ti rispondo: In questo non hai ragione; poiché Dio è più grande dell’uomo. 13 Perché contendi con lui? poiché egli non rende conto di nessuno dei suoi atti. 14 Iddio parla, una volta e anche due, ma l’uomo non ci bada; 15 parla per via di sogni, di visioni notturne, quando un sonno profondo cade sui mortali, quando sui loro letti essi giacciono assopiti; 16 allora egli apre i loro orecchi e loro in segreto degli ammonimenti, 17 per distogliere l’uomo dal suo modo di agire e tenere lontano da lui la superbia; 18 per salvargli l’anima dalla fossa, la vita dalla freccia mortale. 19 L’uomo è anche ammonito sul suo letto, dal dolore, dall’agitazione incessante delle sue ossa; 20 quando egli ha in disgusto il pane, e l’anima sua disprezza i cibi più succulenti; 21 la carne gli si consuma e sparisce, mentre le ossa, prima invisibili, gli escono fuori, 22 l’anima sua si avvicina alla fossa, e la sua vita a quelli che danno la morte. 23 Ma se, presso di lui, c’è un angelo, un interprete, uno solo fra i mille, che mostri all’uomo il suo dovere, 24 Iddio ha pietà di lui e dice: Risparmialo, che non scenda nella fossa! Ho trovato il suo riscatto. 25 Allora la sua carne diventa più fresca di quella di un bimbo; egli torna ai giorni della sua gioventù; 26 implora Dio, e Dio gli è propizio; gli di contemplare il suo volto con gioia e lo considera di nuovo come giusto. 27 Ed egli va cantando fra la gente e dice: Avevo peccato, pervertito la giustizia, e non sono stato punito come meritavo. 28 Iddio ha riscattato la mia anima, affinché non scendesse nella fossa e la mia vita si schiude alla luce!. 29 Ecco, tutto questo Iddio lo fa due, tre volte, all’uomo, 30 per allontanare l’anima sua dalla fossa, perché su di lei splenda la luce della vita. 31 Staattento, Giobbe, dammi ascolto; taci, e io parlerò. 32 Se hai qualcosa da dire, rispondi, parla, perché io vorrei poterti dare ragione. 33 Se no, tu dammi ascolto, taci, e ti insegnerò la saggezza".

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-