Publicidade

Jó 14

IRB20
Ο Ιώβ στοχάζεται τη συντομία της ζωής

1 Αδύναμος και αβοήθητος γεννιέται ο άνθρωπος

και λίγα χρόνια ζει

γεμάτα στενοχώριες.

2 Σαν το λουλούδι ανθίζει

και έπειτα μαραίνεται·

φεύγει και χάνεται σαν τη σκιά.

3 Κι όλα αυτά Κύριε, εσύ, τα παρακολουθείς!

Και με τραβάς σε δίκη να με κρίνεις!

4 Αλλά εσύ πρέπει να το ξέρεις

πως ο άνθρωπος είνακάθαρτος.

Και πως τίποτα καθαρό

δεν προέρχεται απαυτόν.

5 Αφού οι μέρες του είναι μετρημένες,

κι αριθμημένοι από σένα οι μήνες του,

αφού του έβαλες όρια

που να τα ξεπεράσει δεν μπορεί!

6 Πάρε απαυτόν το βλέμμα σου

για να μπορέσει να ησυχάσει,

άστου αυτή την ελάχιστη χαρά μες στη ζωή.

7 Ελπίδα έχει ακόμα κι ένα δέντρο όταν κοπεί,

πως θα ξαναβλαστήσει

και πως ποτέ δε θα του λείψουν οι τρυφεροί βλαστοί.

8 Ακόμη κι αν η ρίζα του γεράσει μες στη γη

και νεκρωθεί το κούτσουρο

μέσα στο χώμα,

9 μόλις νιώσει νερό, θαναβλαστήσει,

και σαν το νιόφυτο θα βγάλει νέα κλαδιά.

10 Μα ο άνθρωπος πεθαίνει,

κι ετούτο είναι το τέλος του·

όταν το πνεύμα του ταφήσει,

αυός πού θα βρεθεί;

11 Μπορεί μια μέρα τα νερά από τη λίμνη να χαθούνε,

και να στερέψουν τα ποτάμια,

να ξεραθούν.

12 Αλλά ο άνθρωπος πεθαίνει

και δεν ξανασηκώνεται.

Πιο εύκολο είνο ουρανός να εξαφανιστεί

παρά ένας πεθαμένος να ξυπνήσει

κι από τον ύπνο του να σηκωθεί.

13 Αχ, και να μέκρυβες στον άδη, Κύριε,

κι εκεί να μάφηνες κρυμμένον

ώσπου ο θυμός σου να διαβεί,

και να μου όριζες τη μέρα

που θα με ξαναθυμηθείς.

14 Αλλά εκείνος που πεθαίνει,

γίνεται να ξανάρθει στη ζωή;

Όλες τις μέρες της ζωής μου

θα υπέμενα τις συμφορές,

αν έλπιζα πως θάλλαζα κατάσταση.

15 Θα με καλούσες,

κι εγώ θα σου απαντούσα·

και θα χες πόθο για να δεις, το πλάσμα σου.

16 Θα πρόσεχες το κάθε βήμα μου

μα δε θα μου κατέγραφες τα κρίματα.

17 Αντίθετα· τις παραβάσεις μου

μέσα σε σάκο θα τις σφράγιζες

και θα μου σκέπαζες κάθε παρανομία.

18 Βουνά γκρεμίζονται και χάνονται

βράχοι απτη θέση τους μετακινούνται,

19 τα νερά τρώνακόμα και τις πέτρες·

κι η μπόρα παρασέρνει τα χώματα της γης·

παρόμοια καταστρέφεις

του ανθρώπου την ελπίδα εσύ.

20 Ρίχνεις τον άνθρωπο στη γη και χάνεται·

την όψη του παραμορφώνεις με το θάνατο,

τον διώχνεις μακριά.

21 Αν τα παιδιά του τα τιμούν,

αυτός δεν το μαθαίνει·

αν τα καταφρονούν,

αυτός δεν ξέρει τίποτα.

22 Μονάχα του κορμιού του την οδύνη αισθάνεται,

μόνο γιαυτόν τον ίδιο

θλίβεται η ψυχή του.

1 L’uomo, nato di donna, vive pochi giorni ed è sazio di affanni. 2 Spunta come un fiore, poi è reciso; fugge come un’ombra, e non dura. 3 E sopra un essere così, tu tieni gli occhi aperti e mi fai comparire con te in giudizio! 4 Chi può trarre una cosa pura da una impura? Nessuno. 5 Poiché i suoi giorni sono fissati, il numero dei suoi mesi dipende da te, e tu gli hai posto un termine che egli non può oltrepassare, 6 distogli da lui lo sguardo, in modo che egli abbia un podi riposo, e possa godere come un operaio la fine della sua giornata. 7 Per l’albero almeno c’è speranza; se è tagliato, rigermoglia e continua a mettere germogli. 8 Quando la sua radice è invecchiata sotto terra e il suo tronco muore nel suolo, 9 a sentire l’acqua, rinverdisce e mette rami come una pianta nuova. 10 Ma l’uomo muore e perde ogni forza; il mortale spira, e dov’è? 11 Le acque del lago se ne vanno, il fiume viene meno e si prosciuga; 12 così l’uomo giace, e non risorge più; finché non vi siano più cieli, egli non si risveglierà sarà più destato dal suo sonno. 13 Oh, volessi tu nascondermi nel soggiorno dei morti, occultarmi finché la tua ira sia passata, fissarmi un termine, e poi ricordarti di me! 14 Se l’uomo, dopo essere morto, potesse ritornare in vita, aspetterei tutti i giorni della mia milizia, finché arrivi per me l’ora del cambio; 15 tu mi chiameresti e io risponderei, tu desidereresti rivedere l’opera delle tue mani. 16 Ma ora tu conti i miei passi, tu osservi i miei peccati; 17 le mie trasgressioni sono sigillate in un sacco, e alle mie iniquità, ne aggiungi altre. 18 La montagna frana e scompare, la rupe è divelta dal suo luogo, 19 le acque consumano la pietra, le loro inondazioni trascinano via la terra: così tu distruggi la speranza dell’uomo. 20 Tu lo sopraffai una volta per sempre, ed egli se ne va; gli cambi la sembianza, e lo mandi via. 21 Se i suoi figli salgono in onore, egli lo ignora; se cadono in disprezzo, egli non lo vede; 22 questo solo sente: che il suo corpo soffre, che la sua anima è in lutto".

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-