1 Ο Ιώβ εξακολούθησε την ομιλία του.
2 Μα τον αληθινό Θεό, τον Παντοδύναμο,
που αρνείται να μου δώσει δίκιο
και μου πικραίνει τη ζωή!
3 Όσο μου δίνει ο Θεός λίγη ζωή
και τη δική του την πνοή για ν’ ανασαίνω,
4 τα χείλη μου δε θα προφέρουν τίποτε άδικο
κι η γλώσσα μου ποτέ δε θα πει ψέμα.
5 Ποτέ μου εγώ δε θα σας δώσω δίκιο·
κι ως του θανάτου μου τη μέρα θα επιμένω
πως είμαι αθώος.
6 Το δίκιο μου υποστηρίζω και δε σκοπεύω να παραιτηθώ·
μες στη ζωή μου ολάκερη για τίποτα
δε με κατηγορεί η συνείδησή μου.
7 Ας έχει ο εχθρός μου, ο αντίπαλός μου,
τη μοίρα του ασεβή
και του παράνομου!
8 Τι μένει πια στον ασεβή,
όταν του κόβει ο Θεός το νήμα της ζωής του;
9 Δεν πρόκειται να τον ακούσει ο Θεός
όταν μονάχα στον καιρό της θλίψης του
φωνάζει για βοήθεια.
10 Θα ’πρεπε στο Θεό τον παντοδύναμο
να βρίσκει τη χαρά του
και πάντα να προσεύχεται σ’ αυτόν.
11 Εγώ θα σας διδάξω του Θεού τη δύναμη·
τα σχέδια του Παντοδύναμου
δε θα σας κρύψω.
12 Άλλωστε όλοι εσείς καλά τα ξέρετε·
γιατί, λοιπόν, τα λόγια σας
τόσο είναι κούφια;
13 ΝαΟι στ. 13-23 θεωρούνται από πολλούς ότι αρχικά αποτελούσαν ανεξάρτητο κείμενο. ποιο μερίδιο θα ’χει ο ασεβής απ’ το Θεό
και ποια θα λάβουν τιμωρία οι τύραννοι από τον Παντοδύναμο:
14 Όσο πολλά κι αν είναι τα παιδιά του,
στον πόλεμο θα σκοτωθούν·
και το ψωμί η γενιά του
δεν θα το χορτάσει.
15 Αυτούς που θ’ απομείνουν
θα τους βρει θανατικό,
χωρίς ούτε κι οι χήρες τους
να τους μοιρολογήσουν.
16 Κι αν συσσωρεύει ασήμι σαν το χώμα
και φορεσιές μαζεύει πέρα απ’ όσες χρειάζεται,
17 αυτός μαζεύει, μα θα τις φορέσει ο δίκαιος
και το ασήμι ο αθώος θα το πάρει.
18 Χτίζει ο ασεβής το σπίτι του όπως ο σκόρος:
εύθραυστο·
σαν την αχυροκαλυβίτσα του αγροφύλακα.
19 Πλούσιος πέφτει για να κοιμηθεί
μέσα στο σπίτι του,
κι ώσπου τα μάτια του ν’ ανοίξει,
το σπίτι έχει χαθεί.
20 Οι φόβοι τον προφταίνουν σαν πλημμύρα
και μες στη νύχτα τον αρπάζει η θύελλα.
21 Φυσάει σιρόκος, τον σηκώνει
και τον παίρνει·
βίαια τον αρπάζει από το σπίτι του.
22 Πάνω του δίχως λύπηση ορμά
κι εκείνος προσπαθεί να του ξεφύγει.
23 Ουρλιάζει και σφυρίζει πίσω απ’ τον ασεβή
καθώς εκείνος τρέχει·
και τον τρομοκρατεί με χαστουκίσματα.
1 Giobbe riprese il suo discorso e disse:
2 "Come vive Iddio che mi nega giustizia, come vive l’Onnipotente che mi amareggia l’anima, 3 finché avrò fiato e il soffio di Dio sarà nelle mie narici, 4 le mie labbra, no, non diranno nulla di ingiusto e la mia lingua non proferirà falsità. 5 Lungi da me l’idea di darvi ragione! Fino all’ultimo respiro non mi lascerò togliere la mia integrità. 6 Ho preso a difendere la mia giustizia e non cederò; il cuore non mi rimprovera uno solo dei miei giorni. 7 Sia trattato da malvagio il mio nemico e da perverso chi si alza contro di me! 8 Quale speranza rimane mai all’empio quando Iddio gli toglie, gli rapisce la vita? 9 Iddio presterà forse orecchio al suo grido, quando verrà su di lui la sventura? 10 Potrà egli trovare piacere nell’Onnipotente? invocare Iddio in ogni tempo? 11 Io vi mostrerò il modo di agire di Dio, non vi nasconderò i disegni dell’Onnipotente. 12 Ma queste cose voi tutti le avete osservate e perché dunque vi perdete in vani discorsi? 13 Ecco la parte che Dio riserva all’empio, l’eredità che l’uomo violento riceve dall’Onnipotente. 14 Se ha un gran numero di figli, sono per la spada; la sua progenie non avrà pane per saziarsi. 15 I superstiti sono sepolti dalla morte, e le loro vedove non li piangono. 16 Se accumula l’argento come polvere, se ammucchia vestiti come fango; 17 li ammucchia, sì, ma se ne vestirà il giusto, e l’argento lo spartirà l’innocente. 18 La casa che egli si costruisce è come quella della tarma, come il capanno che fa il guardiano della vigna. 19 Va a letto ricco, ma per l’ultima volta; apre gli occhi e non è più. 20 Terrori lo sorprendono come acque; nel cuore della notte lo rapisce un uragano. 21 Il vento orientale lo porta via, ed egli se ne va; lo spazza in un turbine dal suo posto. 22 Iddio gli scaglia addosso le sue frecce, senza pietà, per quanto egli tenti di scampare ai suoi colpi. 23 La gente batte le mani quando cade, e fischia dietro di lui quando lascia il luogo dove stava.