Publicidade

Jó 30

IRB20
Ο Ιώβ θρηνεί για την τωρινή του αθλιότητα

1 Τώρα όμως έχω γίνει ο περίγελως

ανθρώπων που ναι νεότεροί μου

και που οι πατεράδες τους

ήταν πιο καταφρονεμένοι

κι από του κοπαδιού μου τα σκυλιά.

2 Τι να τους έκανα άλλωστε,

αφού στα χέρια δύναμη δεν είχαν;

3 Εξαντλημένοι απτις στερήσεις κι απτην πείνα

έφευγαν στην κατάξερη τη γη

τη σκοτεινή, κατεστραμμένη κι έρημη.

4 Γύρω απτους θάμνους αρμυρήθρες μάζευαν

και τρώγανε τις ρίζες απτα σπάρτα.

5 Τους διώχναν μέσαπτην κοινότητα

και φώναζαν ξωπίσω τους,

όπως στους κλέφτες.

6 Σταπόκρημνα φαράγγια κατοικούσαν,

στης γης τις τρύπες

και στων βράχων τις σπηλιές.

7 Σαν ζώα φώναζαν ανάμεσα στους θάμνους

και συγκεντρώνονταν

κάτω απτις αγκαθιές.

8 Άνθρωποι ποταποί και κακοφημισμένοι,

αποδιωγμένοι από τη χώρα μακριά.

9 Μα να που τώρα μέκαναν τραγούδι περιπαιχτικό

και θέμα για να συζητούν

και να χλευάζουν.

10 Μαποστροφή με βλέπουν, μαποφεύγουν

και δε διστάζουν να με φτύσουν κατά πρόσωπο.

11 Χαλάρωσε του τόξου μου τη χορδή ο Θεός,

μάφησε ανυπεράσπιστον·

γιαυτό κι εκείνοι καταπάνω μου

αχαλίνωτοι ορμήσαν.

12 Το φιδομάνι με χτυπάει κατακέφαλα,

με αναγκάζουνε να υποχωρήσω·

για να μεξουθενώσουν

προχώματα ετοιμάζουνε.

13 Όλες τις διεξόδους μου τις έκοψαν

και προσπαθούνε να με καταστρέψουν

χωρίς να χουν ανάγκη

να τους βοηθά κανείς.

14 Χύνονται απτων οχυρών μου τις ρωγμές

κι ορμούν απάνω μου

μέσαπό τα ερείπια.

15 Ο φόβος με κυρίεψε·

έφυγε σαν ανέμου φύσημα η αξιοπρέπειά μου

και πέρασε η ευτυχία μου σαν σύννεφο.

16 Και τώρα πλησιάζω να πεθάνω·

της δυστυχίας οι μέρες με πολιορκούν.

17 Τη νύχτα οι πόνοι διαπερνούν τα κόκαλά μου

που λες και θέλουν

απτο σώμα μου να βγουν·

τα νεύρα μου δεν βρίσκουν ησυχία.

18 Ο Θεός με άδραξε από το ρούχο μου,

με σφίγγει καθώς το περιλαίμιο του χιτώνα μου.καθώς... χιτώνα μου, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει «το ένδυμά μου παραμορφώθηκε».

19 Μέσα στη λάσπη μέριξε

κι έγινα σαν το χώμα και τη στάχτη.

20 Θεέ μου, σου φωνάζω, μα συ δεν μου αποκρίνεσαι·

μπροστά σου στέκομαι,

μα εσύ με τη ματιά σου με καρφώνεις.

21 Έγινες ανελέητος για μένα

και με χτυπάς με της γροθιάς σου όλη τη δύναμη.

22 Μαφήνεις να με πάρει στην ορμή του ο άνεμος,

να με συντρίψει

η μανιασμένη καταιγίδα.

23 Το ξέρω πως στο θάνατο με φέρνεις,

στον τόπο της συνάντησης όλων των ζωντανών.

24 Έναν σωρό ερείπια δεν μπορεί πια κανείς να τον στηρίξει.

Πριν καταρρεύσω εντελώς, ας έρθει βοηθός μου ο Θεός.

25 Μήπως δεν έκλαψα γιαυτούς,

που ήτανε σκληρή η ζωή τους;

και μήπως δεν λυπήθηκα για τους φτωχούς;

26 Την ευτυχία έλπιζα κι η δυστυχία ήρθε·

με βρήκε το σκοτάδι,

ενώ περίμενα το φως.

27 Αναταράζονται τα σπλάχνα μου, στιγμή δεν ησυχάζουν·

δύστυχες μέρες μηύραν αναπάντεχα.

28 Θλιμμένος περπατώ χωρίς χαράς αχτίδα·

μες στου λαού σηκώνομαι τη σύναξη

βοήθεια να ζητήσω με κραυγές.

29 Των τσακαλιών έγινα αδερφός

και των στρουθοκαμήλων σύντροφος.

30 Μαύρισε πια το δέρμα μου και ξεκολλά από πάνω μου·

τα κόκαλά μου ο πυρετός τα καίει.

31 Έγινε θρήνος το τραγούδι της κιθάρας μου,

και του αυλού μου ο ήχος κλάμα γοερό.

1 Ora servo da zimbello ai più giovani di me, i cui padri non avrei degnato di mettere fra i cani del mio gregge! 2 A che mi sarebbe servita la forza delle loro mani? Gente incapace a raggiungere l’età matura, 3 pallida dalla miseria e dalla fame, ridotta a brucare nel deserto, la terra da tempo nuda e desolata, 4 strappando erba amara vicino ai cespugli, e avendo per pane radici di ginestra. 5 Sono scacciati di mezzo agli uomini, la gente grida dietro a loro come dietro al ladro, 6 abitano in burroni orrendi, nelle caverne della terra e fra le rocce; 7 urlano fra i cespugli, si sdraiano alla rinfusa sotto i rovi; 8 gente da nulla, razza senza nome, cacciata via dal paese a bastonate. 9 Ora io sono il tema delle loro canzoni, il soggetto dei loro discorsi. 10 Mi detestano, mi schivano, non si trattengono dallo sputarmi in faccia. 11 Non hanno più ritegno, mi umiliano, rompono ogni freno in mia presenza. 12 Questa gentaglia insorge alla mia destra, mi incalzano, e si appianano le vie contro di me per distruggermi. 13 Hanno sovvertito il mio cammino, lavorano alla mia rovina, loro che nessuno vorrebbe soccorrere! 14 Avanzano come attraverso un’ampia breccia, si precipitano davanti in mezzo alle rovine. 15 Terrori mi si rovesciano addosso; il mio onore è portato via come dal vento, la mia felicità è passata come una nube. 16 Ora l’anima mia si strugge in me, mi hanno colto i giorni dell’afflizione. 17 La notte mi trafigge, mi stacca le ossa, e i dolori che mi rodono non hanno posa. 18 Per la grande violenza del mio male la mia veste si deforma, mi si stringe addosso come la tunica. 19 Iddio mi ha gettato nel fango, e rassomiglio alla polvere e alla cenere. 20 Io grido a te, e tu non mi rispondi; ti sto davanti, e tu non mi consideri! 21 Ti sei trasformato in nemico crudele verso di me; mi perseguiti con la potenza della tua mano. 22 Mi alzi per aria, mi fai portare via dal vento, e mi annienti nella tempesta. 23 Infatti, lo so, tu mi conduci alla morte, alla casa di convegno di tutti i viventi. 24 Ma chi sta per morire non stende la mano? e nella sua angoscia non grida aiuto? 25 Non piangevo io forse per chi era nell’avversità? la mia anima non era forse afflitta per il povero? 26 Speravo il bene, ma è venuto il male; aspettavo la luce, ma è venuta l’oscurità! 27 Le mie viscere ribollono e non hanno riposo, sono venuti per me giorni di afflizione. 28 Me ne vado tutto annerito, ma non dal sole; mi alzo in mezzo all’assemblea e grido aiuto; 29 sono diventato fratello degli sciacalli, compagno degli struzzi. 30 La mia pelle è nera e cade a pezzi; le mie ossa sono calcinate dall’arsura. 31 La mia cetra non più che accenti di lutto, e la mia zampogna voce di pianto.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-