Publicidade

1 Esdras 6

KJV
Αρχίζει η ανοικοδόμηση του ναού

1 Το δεύτερο χρόνο της βασιλείας του Δαρείου, ο προφήτης Αγγαίος και ο προφήτης Ζαχαρίας, γιος του Εδδί, άρχισαν να μιλούν εκ μέρους του Κυρίου, του Θεού του Ισραήλ, στους Ιουδαίους που κατοικούσαν στην Ιουδαία και στην Ιερουσαλήμ. 2 Όταν τους άκουσαν ο Ζοροβάβελ, γιος του Σαλαθιήλ και ο Ιησούς, γιος του Ιωσεδέκ, άρχισαν την ανοικοδόμηση του ναού του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ· μαζί τους ήταν κι οι προφήτες του Κυρίου και τους βοηθούσαν.

3 Τον ίδιο εκείνο χρόνο παρουσιάστηκαν σαυτούς ο Σισίννης, έπαρχος της Συρίας και της Φοινίκης, ο Σαθραβουζάνης και οι άλλοι αξιωματούχοι και τους ρωτούσαν: 4 «Με ποιανού τη διαταγή χτίζετε αυτόν εδώ το ναό και φτάσατε μάλιστα ναποτελειώνετε τη σκεπή του και όλες τις υπόλοιπες εργασίες; Ποιοι είναι οι υπεύθυνοι της οικοδομής εδώ;»

5 Αλλά οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων είχαν την εύνοια του Κυρίου, ο οποίος επέβλεπε όλους όσοι είχαν γυρίσει από την αιχμαλωσία. 6 Έτσι δεν τους εμπόδισαν στο χτίσιμο, μέχρις ότου γνωστοποιήθηκαν όλα αυτά στο Δαρείο, ο οποίος και τους απάντησε γραπτώς. 7 Ακολουθεί αντίγραφο της επιστολής, που οι αξιωματούχοι έγραψαν και έστειλαν στο Δαρείο:

«Ο Σισίννης, έπαρχος της Συρίας και της Φοινίκης, και ο Σαθραβουζάνης και οι άλλοι αξιωματούχοι, ηγεμόνες στη Συρία και στη Φοινίκη, 8 χαιρετάμε το βασιλιά Δαρείο.

»Πρέπει να τα γνωρίζεις όλα, κύριέ μας βασιλιά: Όταν ήρθαμε στην περιοχή της Ιουδαίας και στην πόλη της Ιερουσαλήμ, βρήκαμε τους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων που είχαν γυρίσει από την αιχμαλωσία στην Ιερουσαλήμ, να οικοδομούν στον Κύριο ένα μεγάλον και καινούριο ναό με πελεκητούς λίθους μεγάλης αξίας και με ξυλοδεσιές στους τοίχους. 9 Το όλο έργο γίνεται με ταχύτατο ρυθμό και πηγαίνει πάρα πολύ καλά. Βάζουν όλη τους τη φροντίδα και γίνεται κάτι μεγαλόπρεπο.

10 »Ζητήσαμε, λοιπόν, από τους πρεσβυτέρους του λαού να μάθουμε με ποιανού τη διαταγή έχτιζαν το ναό αυτό και έβαζαν τα θεμέλια του τείχους. 11 Θελήσαμε επίσης να μάθουμε ποιοι είναι οι αρχηγοί τους και να σου στείλουμε πίνακα με τα ονόματά τους για να ενημερωθείς σχετικά.

12 »Εκείνοι μας απάντησαν: "εμείς είμαστε δούλοι του Κυρίου, που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη. 13 Ο ναός αυτός είχε χτιστεί και οργανωθεί πολλά χρόνια πριν, από έναν μεγάλο και ισχυρό βασιλιά του Ισραήλ. 14 Οι πρόγονοί μας, όμως, αμάρτησαν στον επουράνιο Κύριο του Ισραήλ και τον εξόργισαν. Γιαυτό κι εκείνος τους παρέδωσε στο βασιλιά της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορ, της δυναστεία των Βαβυλωνίων. 15 Αυτοί γκρέμισαν το ναό και τον έκαψαν κι οδήγησαν το λαό αιχμάλωτο στη Βαβυλώνα. 16 Τον πρώτο όμως χρόνο, που βασίλεψε στη Βαβυλώνα ο Κύρος, αυτός έδωσε γραπτή εντολή να χτίσουν ετούτον το ναό. 17 Τα ιερά σκεύη, τα χρυσά και τα ασημένια, που ο Ναβουχοδονόσορ τα είχε μεταφέρει από το ναό στην Ιερουσαλήμ και τα είχε τοποθετήσει στο δικό του ναό, ο βασιλιάς Κύρος πάλι τα έβγαλε από το ναό της Βαβυλώνας, και τα παρέδωσε στο Ζοροβάβελ και στο διοικητή Σαναβάσσαρο".

18 »Σαυτόν δόθηκε εντολή να μεταφέρει όλα αυτά τα σκεύη και να τα τοποθετήσει στο ναό του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ, αφού βέβαια τον χτίσει στον τόπο που ήταν και προηγουμένως. 19 Έτσι ο Σαναβάσσαρος ήρθε κι έβαλε τα θεμέλια του ναού κι από τότε μέχρι σήμερα χτίζεται κι ακόμα δεν έχει τελειώσει.

20 »Τώρα, λοιπόν, αν το θεωρείς σωστό, κύριέ μας βασιλιά, ας εξετασθούν τα βασιλικά αρχεία στη Βαβυλώνα. 21 Κι αν βρεθεί ότι η ανοικοδόμηση του ναού του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ γίνεται με τη συγκατάθεση του βασιλιά Κύρου, κι εφόσον αυτό εσύ το θεωρείς ορθό, γνώρισέ μας την επιθυμία σου επί του προκειμένου».

Η ανακάλυψη του διατάγματος του Κύρου

22 Πράγματι, ο βασιλιάς Δαρείος διέταξε να εξετάσουν τα βασιλικά αρχεία στη Βαβυλώνα. Βρέθηκε, λοιπόν, στα ανάκτορα των Εκβατάνων, στη Μηδία, ένας τόμος στον οποίο αναφέρονταν τα εξής:

23 «Στον πρώτο χρόνο της βασιλείας του, ο βασιλιάς Κύρος διέταξε να ανοικοδομηθεί ο ναός του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ, όπου προσφέρονται ανελλιπώς θυσίες. 24 Το ύψος και το πλάτος του ναού θα είναι από εξήντα πήχεις. Κάθε τρεις σειρές πελεκητά λιθάρια θα τοποθετείται μία σειρά καινούριο ντόπιο ξύλο. Τα έξοδα της ανοικοδόμησης θα πληρωθούν από τα ανάκτορα του βασιλιά Κύρου. 25 Τα ιερά σκεύη του ναού του Κυρίου, τα χρυσά και τα ασημένια, που είχε αφαιρέσει ο Ναβουχοδονόσορ από το ναό στην Ιερουσαλήμ και τα είχε μεταφέρει στη Βαβυλώνα, δίνεται εντολή να επανέλθουν στο ναό της Ιερουσαλήμ, όπου ήταν πριν, και να τοποθετηθούν στη θέση τους».

Ο βασιλιάς Δαρείος διατάζει να συνεχιστούν τα έργα

26 Τότε ο βασιλιάς Δαρείος διέταξε το Σισίννη, έπαρχο της Συρίας και της Φοινίκης, το Σαθραβουζάνη και τους άλλους αξιωματούχους και τους ηγεμόνες της περιοχής να μην αναμειγνύονται στις υποθέσεις του τόπου. Να αφήσουν το δούλο του Κυρίου και διοικητή της Ιουδαίας Ζοροβάβελ και τους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων να χτίσουν το ναό εκείνο του Κυρίου, στην παλιά του θέση. 27 «Επίσης διατάζω», τους έλεγε ο Δαρείος, «να αποπερατωθεί ο ναός και, μέχρις ότου τελειώσει, να κάνετε κι εσείς ό,τι μπορείτε για να βοηθήσετε τους Ιουδαίους, που έχουν επιστρέψει από την αιχμαλωσία. 28 Επίσης, από τη φορολογία της Κοίλης ΣυρίαςΒλ. υποσ. εις κεφ. 2:13. και της Φοινίκης να καταβάλλεται στο διοικητή Ζοροβάβελ κανονικά μισθός για τους ανθρώπους αυτούς, για τα βόδια, τα κριάρια και τα αρνιά που θα τα προσφέρουν θυσίες στον Κύριο. 29 Επίσης κάθε χρόνο και χωρίς καμιά αντίρρηση, να δίδεται στους ιερείς της Ιερουσαλήμ σε σταθερή βάση σιτάρι, αλάτι, κρασί και λάδι, για τις καθημερινές ανάγκες όπως θα τους υποδεικνύουν οι ίδιοι. 30 Αυτό θα γίνεται για να προσφέρονται θυσίες στον ύψιστο Θεό για το βασιλιά και τα παιδιά του, και να προσεύχονται για τη ζωή τους». 31 Επίσης ο Δαρείος διάταζε: «Όποιος παραβεί ή αρνηθεί να εκτελέσει κάτι απόσα έχουν γραφεί παραπάνω, να πάρουν ένα δοκάρι από το ίδιο του το σπίτι και να τον κρεμάσουν σαυτό, και η περιουσία του να δημευθεί υπέρ του βασιλέως. 32 Είθε ο Κύριος, του οποίου το όνομα οι άνθρωποι θα επικαλούνται εκεί, να εξαφανίσει κάθε βασιλιά και κάθε έθνος, που θαπλώσει το χέρι του να εμποδίσει την ανοικοδόμηση ή να καταστρέψει το ναό του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα. 33 Εγώ, ο βασιλιάς Δαρείος, διατάζω να εκτελεστούν όλα αυτά με ακρίβεια».

1 Now in the second year of the reign of Darius, Aggeus and Zacharias the son of Addo, the prophets, prophesied unto the Jews in Jewry and Jerusalem in the name of the Lord God of Israel, which was upon them.

2 Then stood up Zorobabel the son of Salatiel, and Jesus the son of Josedec, and began to build the house of the Lord at Jerusalem, the prophets of the Lord being with them, and helping them.

3 At the same time came unto them Sisinnes the governor of Syria and Phenice, with Sathrabuzanes and his companions, and said unto them,

4 By whose appointment do ye build this house and this roof, and perform all the other things? and who are the workmen that perform these things?

5 Nevertheless the elders of the Jews obtained favour, because the Lord had visited the captivity;

6 And they were not hindered from building, until such time as signification was given unto Darius concerning them, and an answer received.

7 The copy of the letters which Sisinnes, governor of Syria and Phenice, and Sathrabuzanes, with their companions, rulers in Syria and Phenice, wrote and sent unto Darius; To king Darius, greeting:

8 Let all things be known unto our lord the king, that being come into the country of Judea, and entered into the city of Jerusalem we found in the city of Jerusalem the ancients of the Jews that were of the captivity

9 Building an house unto the Lord, great and new, of hewn and costly stones, and the timber already laid upon the walls.

10 And those works are done with great speed, and the work goeth on prosperously in their hands, and with all glory and diligence is it made.

11 Then asked we these elders, saying, By whose commandment build ye this house, and lay the foundations of these works?

12 Therefore to the intent that we might give knowledge unto thee by writing, we demanded of them who were the chief doers, and we required of them the names in writing of their principal men.

13 So they gave us this answer, We are the servants of the Lord which made heaven and earth.

14 And as for this house, it was builded many years ago by a king of Israel great and strong, and was finished.

15 But when our fathers provoked God unto wrath, and sinned against the Lord of Israel which is in heaven, he gave them over into the power of Nabuchodonosor king of Babylon, of the Chaldees;

16 Who pulled down the house, and burned it, and carried away the people captives unto Babylon.

17 But in the first year that king Cyrus reigned over the country of Babylon, Cyrus the king wrote to build up this house.

18 And the holy vessels of gold and of silver, that Nabuchodonosor had carried away out of the house at Jerusalem, and had set them in his own temple, those Cyrus the king brought forth again out of the temple at Babylon, and they were delivered to Zorobabel and to Sanabassarus the ruler,

19 With commandment that he should carry away the same vessels, and put them in the temple at Jerusalem; and that the temple of the Lord should be built in his place.

20 Then the same Sanabassarus, being come hither, laid the foundations of the house of the Lord at Jerusalem; and from that time to this being still a building, it is not yet fully ended.

21 Now therefore, if it seem good unto the king, let search be made among the records of king Cyrus:

22 And if it be found that the building of the house of the Lord at Jerusalem hath been done with the consent of king Cyrus, and if our lord the king be so minded, let him signify unto us thereof.

23 Then commanded king Darius to seek among the records at Babylon: and so at Ecbatane the palace, which is in the country of Media, there was found a roll wherein these things were recorded.

24 In the first year of the reign of Cyrus, king Cyrus commanded that the house of the Lord at Jerusalem should be built again, where they do sacrifice with continual fire:

25 Whose height shall be sixty cubits and the breadth sixty cubits, with three rows of hewn stones, and one row of new wood of that country; and the expences thereof to be given out of the house of king Cyrus:

26 And that the holy vessels of the house of the Lord, both of gold and silver, that Nabuchodonosor took out of the house at Jerusalem, and brought to Babylon, should be restored to the house at Jerusalem, and be set in the place where they were before.

27 And also he commanded that Sisinnes the governor of Syria and Phenice, and Sathrabuzanes, and their companions, and those which were appointed rulers in Syria and Phenice, should be careful not to meddle with the place, but suffer Zorobabel, the servant of the Lord, and governor of Judea, and the elders of the Jews, to build the house of the Lord in that place.

28 I have commanded also to have it built up whole again; and that they look diligently to help those that be of the captivity of the Jews, till the house of the Lord be finished:

29 And out of the tribute of Celosyria and Phenice a portion carefully to be given these men for the sacrifices of the Lord, that is, to Zorobabel the governor, for bullocks, and rams, and lambs;

30 And also corn, salt, wine, and oil, and that continually every year without further question, according as the priests that be in Jerusalem shall signify to be daily spent:

31 That offerings may be made to the most high God for the king and for his children, and that they may pray for their lives.

32 And he commanded that whosoever should transgress, yea, or make light of any thing afore spoken or written, out of his own house should a tree be taken, and he thereon be hanged, and all his goods seized for the king.

33 The Lord therefore, whose name is there called upon, utterly destroy every king and nation, that stretcheth out his hand to hinder or endamage that house of the Lord in Jerusalem.

34 I Darius the king have ordained that according unto these things it be done with diligence.

Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-04_23-13-58-