Η ήττα των πέντε Αμορραίων βασιλιάδων
1 Ο Αδωνισέδεκ, βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, έμαθε τα όσα ο Ιησούς έκανε στη Γαι και στον βασιλιά της, ότι δηλαδή την κατέλαβε και την κατέστρεψε, καθώς και όσα έκανε στην Ιεριχώ και στο δικό της βασιλιά· επίσης έμαθε ότι οι Γαβαωνίτες έκαναν ειρήνη με τους Ισραηλίτες και ζούσαν ανάμεσά τους. 2 Φοβήθηκε, λοιπόν, πάρα πολύ, γιατί η Γαβαών ήταν μεγάλη πόλη, ακόμα μεγαλύτερη από τη Γαι, και σημαντική όπως οι πόλεις που έχουν βασιλιά. Επίσης οι άντρες της ήταν όλοι γενναίοι πολεμιστές.
3 Έστειλε, λοιπόν, ο Αδωνισέδεκ το εξής μήνυμα στον Ωάμ, βασιλιά της Χεβρών, στον Πιράμ, βασιλιά της Ιαρμούθ, στον Ιαφιά, βασιλιά της Λαχίς και στο Δεβείρ, βασιλιά της Εγλών: 4 «Ελάτε να με βοηθήσετε να επιτεθούμε στη Γαβαών, επειδή έκανε ειρήνη με τον Ιησού και με τους Ισραηλίτες». 5 Έτσι πέντε Αμορραίοι βασιλιάδες, ο βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, της Χεβρών, της Ιαρμούθ, της Λαχίς και της Εγλών, συμμάχησαν να εκστρατεύσουν με όλα τους τα στρατεύματα. Πολιόρκησαν, λοιπόν, την πόλη της Γαβαών και στη συνέχεια της επιτεθήκαν.
6 Οι Γαβαωνίτες έστειλαν μήνυμα στον Ιησού, στο στρατόπεδο στα Γάλγαλα και του έλεγαν: «Μην εγκαταλείψεις τους δούλους σου. Έλα γρήγορα κοντά μας, βοήθησέ μας και σώσε μας, γιατί όλοι οι βασιλιάδες των Αμορραίων που κατοικούν στην ορεινή περιοχή έχουν συνασπισθεί εναντίον μας.
7 Αμέσως ο Ιησούς έφυγε από τα Γάλγαλα, μαζί με όλο το στρατό του και τους επίλεκτους πολεμιστές. 8 Ο Κύριος του είπε: «Μην τους φοβάσαι, γιατί εγώ θα τους παραδώσω στην εξουσία σου· κανένας απ’ αυτούς δε θα μπορέσει να σου αντισταθεί».
9 Έτσι, ο Ιησούς, μετά από ολονύκτια πορεία από τα Γάλγαλα ως τη Γαβαών, επιτέθηκε αιφνιδιαστικά εναντίον των Αμορραίων. 10 Ο Κύριος τότε τους έκανε να υποχωρήσουν μπροστά στους Ισραηλίτες και υπέστησαν φοβερή ήττα εκεί στη Γαβαών. Οι Ισραηλίτες τους καταδίωξαν στην ανωφέρεια προς τη Βαιθ-Χωρών και συνέχισαν να τους χτυπούν ως την Αζεκά και τη Μακκηδά. 11 Και ενώ οι Αμορραίοι έφευγαν κυνηγημένοι από τους Ισραηλίτες, και είχαν φτάσει στην κατωφέρεια της Βαιθ-Χωρών, ο Κύριος έριξε πάνω τους από τον ουρανό χαλάζι χοντρό σαν πέτρες ως την Αζηκά· και σκοτώθηκαν από το χαλάζι αυτό πολύ περισσότεροι απ’ όσους εξόντωσαν οι Ισραηλίτες.
12 Την ημέρα που ο Κύριος παρέδωσε τους Αμορραίους στους Ισραηλίτες, ο Ιησούς μπροστά σ’ όλους προσευχήθηκε στον Κύριο και φώναξε:
«Στάσου, ήλιε, πάνω από τη Γαβαών·
κι εσύ, φεγγάρι, πάνω από την κοιλάδα της Αιλών».
13 Κι ο ήλιος στάθηκε
και το φεγγάρι ακινητοποιήθηκε,
ωσότου ο λαός εκδικήθηκε τους εχθρούς του.
Πράγματι, ο ήλιος στάθηκε καταμεσής του ουρανού και δεν πήγαινε να δύσει· κι αυτό κράτησε σχεδόν μια μέρα. Αυτά είναι γραμμένα στο βιβλίο των Ηρώων.βιβλίο των Ηρώων. Ποιητική συλλογή ανδραγαθημάτων, που σήμερα έχει χαθεί.14 Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε υπάρξει μέρα σαν αυτήν κι ούτε υπήρξε στο μέλλον, που ο Κύριος να υπακούσει σ’ έναν άνθρωπο. Αλλά ο ίδιος ο Κύριος πολεμούσε στο πλευρό των Ισραηλιτών. Το ίδιο βιβλίο απαντάται εις Β΄ Σαμ 1:18.
15 Έπειτα ο Ιησούς και όλοι οι Ισραηλίτες γύρισαν στο στρατόπεδο στα Γάλγαλα.
Η εκτέλεση των πέντε βασιλιάδων
16 Οι πέντε εκείνοι Αμορραίοι βασιλιάδες έφυγαν και κρύφτηκαν στη σπηλιά της Μακκηδά. 17 Όταν αυτό αναφέρθηκε στον Ιησού, 18 εκείνος διέταξε: «Κυλήστε μεγάλες πέτρες στην είσοδο της σπηλιάς και βάλτε άντρες να τους φυλάνε. 19 Εσείς όμως μη στέκεστε· καταδιώξτε τους εχθρούς σας και χτυπήστε τους από τα νώτα. Μην τους αφήσετε να μπουν στις πόλεις τους· ο Κύριος, ο Θεός σας, τους παρέδωσε στην εξουσία σας!»
20 Ο Ιησούς και οι Ισραηλίτες ολοκλήρωσαν την εξόντωση των Αμορραίων, εξόντωση τελειωτική. Όσοι απ’ αυτούς μπόρεσαν να ξεφύγουν, κατέφυγαν στις οχυρωμένες πόλεις τους. 21 Μετά όλοι οι άντρες των Ισραηλιτών γύρισαν σώοι στον Ιησού, στο στρατόπεδο της Μακκηδά. Και κανένας δεν τολμούσε πια να πει κουβέντα εναντίον των Ισραηλιτών.
22 Κατόπιν ο Ιησούς διέταξε: «Ανοίξτε την είσοδο της σπηλιάς και φέρτε μου έξω αυτούς τους πέντε βασιλιάδες». 23 Άνοιξαν, λοιπόν, τη σπηλιά και του έφεραν έξω τους πέντε βασιλιάδες: Το βασιλιά της Ιερουσαλήμ, της Χεβρών, της Ιαρμούθ, της Λαχίς και της Εγλών. 24 Τότε ο Ιησούς, κάλεσε όλους τους Ισραηλίτες, και έδωσε την εξής διαταγή στους αρχηγούς του στρατού που είχαν πολεμήσει μαζί του: «Πλησιάστε, βάλτε τα πόδια σας πάνω στον τράχηλο των βασιλιάδων αυτών». Εκείνοι πλησίασαν κι έβαλαν τα πόδια τους πάνω στον τράχηλό τους.
25 «Μη φοβάστε και μη δειλιάζετε», τους είπε. «Να είστε θαρραλέοι και δυνατοί, γιατί αυτά θα κάνει ο Κύριος σε όλους τους εχθρούς σας που εναντίον τους θα πολεμήσετε».
26 Έπειτα ο Ιησούς θανάτωσε τους βασιλιάδες και τους κρέμασε σε πέντε δένδρα· εκεί έμειναν κρεμασμένοι ως το βράδυ. 27 Όταν βασίλευε ο ήλιος,Βλ. υποσ. εις κεφ. 8:29. ο Ιησούς πρόσταξε και τους κατέβασαν από τα δένδρα και τους έριξαν στην ίδια σπηλιά όπου είχαν κρυφτεί· στην είσοδο της σπηλιάς κύλισαν μεγάλες πέτρες οι οποίες και βρίσκονται εκεί μέχρι σήμερα.
Η κατάκτηση των πόλεων του νότου
28 Την ημέρα εκείνη ο Ιησούς κατέλαβε την πόλη της Μακκηδά και θανάτωσε το βασιλιά της κι όλους τους κατοίκους της· κανένα δεν άφησε να ξεφύγει. Στο βασιλιά της Μακκηδά έκανε ό,τι είχε κάνει και στο βασιλιά της Ιεριχώ.
29 Από τη Μακκηδά ο Ιησούς και οι Ισραηλίτες επιτεθήκαν στη Λιβνά. 30 Ο Κύριος τους την παρέδωσε κι αυτήν μαζί με το βασιλιά της. Οι Ισραηλίτες σκότωσαν όλους τους κατοίκους της. Κανένα δεν άφησαν να ξεφύγει. Ο Ιησούς έκανε στο βασιλιά της ό,τι είχε κάνει και στο βασιλιά της Ιεριχώ.
31 Από τη Λιβνά πήγε μαζί με τους Ισραηλίτες στη Λαχίς, στρατοπέδευσε έξω από την πόλη και της επιτέθηκε. 32 Ο Κύριος παρέδωσε τη Λαχίς στους Ισραηλίτες: Τη δεύτερη μέρα της μάχης ο Ιησούς κατέλαβε την πόλη και σκότωσε όλους τους κατοίκους της, όπως ακριβώς είχε κάνει στη Λιβνά. 33 Ο Ωράμ, βασιλιάς της Γεζέρ, βγήκε τότε στον πόλεμο για να βοηθήσει τη Λαχίς, αλλά ο Ιησούς τον χτύπησε, αυτόν και το στρατό του, και κανένα δεν άφησε να ξεφύγει.
34 Από τη Λαχίς ο Ιησούς και οι Ισραηλίτες πήγαν στην Εγλών· στρατοπέδευσαν έξω απ’ την πόλη κι επιτεθήκαν εναντίον της. 35 Την ίδια μέρα την κατέλαβαν, σκότωσαν όλους τους κατοίκους της, και κατέστρεψαν εντελώς την πόλη, όπως είχαν κάνει και στη Λαχίς.
36 Από την Εγλών ο Ιησούς και οι Ισραηλίτες πήγαν στη Χεβρών. Επιτεθήκαν στην πόλη, 37 την κατέλαβαν και σκότωσαν όλους τους κατοίκους της και το βασιλιά της. Επίσης κατέλαβαν όλες τις γύρω πόλεις και σκότωσαν τους κατοίκους τους· δεν άφησαν κανένα να ξεφύγει, όπως ακριβώς είχαν κάνει και στην Εγλών· κατέστρεψαν και την πόλη κι εξολόθρευσαν όλους τους κατοίκους της.
38 Στη συνέχεια ο Ιησούς και οι Ισραηλίτες στράφηκαν εναντίον της Δεβείρ και της επιτεθήκαν. 39 Κατέλαβαν την πόλη μαζί με το βασιλιά της, καθώς και όλες τις γύρω πόλεις, και σκότωσαν τους κατοίκους τους· κανένα δεν άφησαν να ξεφύγει. Ο Ιησούς έκανε στη Δεβείρ και στο βασιλιά της, ό,τι ακριβώς είχε κάνει στη Χεβρών κι επίσης στη Λιβνά και στο βασιλιά της.
40 Ο Ιησούς κυρίεψε όλη τη χώρα: Την ορεινή περιοχή και τις περιοχές του νότου, την πεδινή περιοχή και τις πλαγιές των βουνών. Εξολόθρευσε όλους τους βασιλιάδες της χώρας, καθώς και κάθε πλάσμα ζωντανό. Δεν άφησε κανένα να ξεφύγει, όπως τον είχε διατάξει ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ. 41 Κατέκτησε όλη τη χώρα από την Κάδης-Βαρνή και τη Γάζα στο νότο, ως και την περιοχή της ΓεσένΆλλη «Γεσέν», στην ορεινή περιοχή της Ιουδαίας –καμιά σχέση με τη Γεσέν της Αιγύπτου (Γεν 46:28). και τη Γαβαών, στο βορρά. 42 Με μία εκστρατεία κατέκτησε όλες αυτές τις περιοχές και νίκησε τους βασιλιάδες τους, γιατί ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, πολεμούσε με το μέρος των Ισραηλιτών.
43 Ύστερα ο Ιησούς και οι Ισραηλίτες επέστρεψαν στο στρατόπεδο στα Γάλγαλα.
O dia em que o sol parou
1 Sucedeu que Adoni-Zedeque, rei de Jerusalém, soube que Josué tinha conquistado Ai e a tinha separado para destruição,10.1 O termo hebraico indica um ato de consagração irrevogável a Deus, geralmente por meio da destruição de um objeto ou de seres vivos; também nos versículos 28, 35, 37, 39 e 40. fazendo com Ai e o seu rei o que fizera com Jericó e o seu deles, e que o povo de Gibeom tinha feito a paz com Israel e estava vivendo em seu meio. 2 Ele e o seu povo ficaram com muito medo, pois Gibeom era tão importante como uma cidade governada por um rei; era maior do que Ai, e todos os seus homens eram bons guerreiros. 3 Por isso, Adoni-Zedeque, rei de Jerusalém, fez o seguinte apelo a Hoão, rei de Hebrom, a Piram, rei de Jarmute, a Jafia, rei de Laquis, e a Debir, rei de Eglom:
4 — Subam até mim, ajudem-me e ataquemos Gibeom, pois ela fez a paz com Josué e com os israelitas.
5 Então, os cinco reis dos amorreus — os reis de Jerusalém, de Hebrom, de Jarmute, de Laquis e de Eglom — reuniram-se e vieram com todos os seus exércitos. Cercaram Gibeom e a atacaram.
6 Os gibeonitas enviaram esta mensagem a Josué, no acampamento de Gilgal:
— Não abandone os seus servos. Venha depressa! Salve-nos! Ajude-nos, pois todos os reis amorreus que vivem nas montanhas se uniram contra nós!
7 Josué subiu de Gilgal com todo o seu exército, incluindo os seus melhores guerreiros. 8 O Senhor disse a Josué:
— Não tenha medo desses reis; eu os entreguei nas suas mãos. Nenhum deles conseguirá resistir a você.
9 Depois de uma noite inteira de marcha desde Gilgal, Josué os apanhou de surpresa. 10 O Senhor os lançou em confusão diante de Israel, que lhes impôs grande derrota em Gibeom. Os israelitas os perseguiram na subida para Bete-Horom e acabaram com eles por todo o caminho até Azeca e Maquedá. 11 Enquanto fugiam de Israel na descida de Bete-Horom para Azeca, o Senhor lançou do céu grandes pedras de granizo sobre eles, as quais mataram mais gente do que as espadas dos israelitas.
12 No dia em que o Senhor entregou os amorreus aos israelitas, Josué exclamou ao Senhor, na presença de Israel:
"Sol, pare sobre Gibeom!
E você, ó lua, sobre o vale de Aijalom!".
13 O sol parou,
e a lua se deteve,
até a nação vingar-se dos10.13 Ou derrotar os. seus inimigos.
Isto está escrito no livro de Jasar.10.13 Ou livro do justo.
O sol parou no meio do céu e por quase um dia inteiro não se pôs. 14 Nunca antes nem depois houve um dia como aquele, quando o Senhor atendeu ao pedido de um homem. Sem dúvida, o Senhor lutava por Israel!
15 Então, Josué voltou com todo o Israel ao acampamento em Gilgal.
Os cinco reis amorreus são mortos
16 Os cinco reis fugiram e se esconderam na caverna de Maquedá. 17 Quando Josué soube que os cinco reis tinham sido achados em uma caverna em Maquedá, 18 disse:
— Rolem grandes pedras até a entrada da caverna e deixem ali alguns homens de guarda. 19 Não se detenham! Persigam os inimigos. Ataquem-nos pela retaguarda e não os deixem chegar às cidade deles, pois o Senhor, o Deus de vocês, os entregou nas suas mãos.
20 Assim, Josué e os israelitas os derrotaram por completo, quase exterminando-os, mas alguns conseguiram escapar e se refugiaram nas suas cidades fortificadas. 21 O exército inteiro voltou em segurança a Josué, ao acampamento de Maquedá. Ninguém mais ousou abrir a boca para provocar os israelitas.
22 Então, Josué disse:
— Abram a entrada da caverna e tragam-me aqueles cinco reis.
23 Assim fizeram e tiraram os cinco reis da caverna: o rei de Jerusalém, o de Hebrom, o de Jarmute, o de Laquis e o de Eglom. 24 Quando os levaram a Josué, ele convocou todos os homens de Israel e disse aos comandantes do exército que o tinham acompanhado:
— Venham aqui e ponham o pé no pescoço destes reis.
Então, eles se aproximaram e puseram o pé no pescoço dos reis.
25 Josué lhes disse:
— Não tenham medo! Não desanimem! Sejam fortes e corajosos! Isso é o que o Senhor fará com todos os inimigos que vocês tiverem que combater.
26 Depois, Josué matou os reis e mandou pendurá-los em cinco árvores, onde ficaram até a tarde.
27 Ao pôr do sol, sob as ordens de Josué, eles foram tirados das árvores e jogados na caverna onde haviam se escondido. À entrada da caverna, colocaram grandes pedras, que estão lá até hoje.
28 Naquele dia, Josué tomou Maquedá. Atacou a cidade, matou o seu rei à espada e separou para destruição todos os que nela viviam, sem deixar sobreviventes. Fez com o rei de Maquedá o que tinha feito com o rei de Jericó.
A conquista das cidades do sul
29 Então, Josué, e todo o Israel com ele, avançou de Maquedá a Libna e a atacou. 30 O Senhor entregou também aquela cidade e o seu rei nas mãos dos israelitas. Josué atacou a cidade e matou à espada todos os que nela viviam, sem deixar sobreviventes. Fez com o seu rei o que fizera com o rei de Jericó.
31 Depois, Josué, e todo o Israel com ele, avançou de Libna a Laquis, cercou-a e a atacou. 32 O Senhor entregou Laquis nas mãos dos israelitas, e Josué tomou-a no dia seguinte. Atacou a cidade e matou à espada todos os que nela viviam, como tinha feito com Libna. 33 Nesse meio-tempo, Horão, rei de Gezer, fora socorrer Laquis, mas Josué o derrotou, a ele e ao seu exército, sem deixar sobreviventes.
34 Josué, e todo o Israel com ele, avançou de Laquis a Eglom, cercou-a e a atacou. 35 Eles a conquistaram naquele mesmo dia, feriram-na à espada e separaram para destruição os que nela viviam, como tinham feito com Laquis.
36 Então, Josué, e todo o Israel com ele, foi de Eglom a Hebrom e a atacou. 37 Tomaram a cidade e a feriram à espada, como também o seu rei, os seus povoados e todos os que nela viviam, sem deixar sobreviventes. Separaram para destruição a cidade e todos os que nela viviam, como tinham feito com Eglom.
38 Depois, Josué, e todo o Israel com ele, voltou e atacou Debir. 39 Tomaram a cidade, o seu rei e os seus povoados e os mataram à espada. Separaram para destruição os que nela viviam, sem deixar sobreviventes. Fizeram com Debir e o seu rei o que tinham feito com Libna e o seu rei e com Hebrom.
40 Assim, Josué conquistou a região toda, incluindo a serra central, o Neguebe, a Sefelá10.40 Pequena faixa de terra de relevo variável entre a planície costeira e as montanhas. e as vertentes, e derrotou todos os seus reis, sem deixar sobreviventes. Separou para destruição tudo o que respirava, conforme o Senhor, o Deus de Israel, tinha ordenado. 41 Josué os derrotou desde Cades-Barneia até Gaza, e toda a região de Gósen, e de lá até Gibeom. 42 Josué também subjugou todos esses reis e as suas terras em uma única campanha, pois o Senhor, o Deus de Israel, lutou por Israel.
43 Então, Josué retornou com todo o Israel ao acampamento em Gilgal.