Κατάσκοποι στέλνονται στην Ιεριχώ
1 Έπειτα ο Ιησούς, γιος του Ναυή, έστειλε από τη Σιττίμ κρυφά δύο κατασκόπους, με την εντολή να πάνε να δουν την περιοχή και την πόλη της Ιεριχώ. Αυτοί έφυγαν κι έφτασαν στο σπίτι μιας γυναίκας πόρνης, που ονομαζόταν Ραάβ·Ραάβ. Σχετικά μ’ αυτήν βλ. Εβρ 11:31· Ιακ 2:25. εκεί έμειναν να διανυκτερεύσουν.
2 Αμέσως έφτασε στο βασιλιά της Ιεριχώ η είδηση ότι κάτι Ισραηλίτες είχαν φτάσει εκείνη τη νύχτα, για να κατασκοπεύσουν τη χώρα. 3 Τότε εκείνος έστειλε και είπε στη Ραάβ: «Βγάλε έξω τους ανθρώπους που ήρθαν στο σπίτι σου· αυτοί είναι εδώ για να κατασκοπεύσουν τη χώρα».
4 Η γυναίκα έκρυψε τους δυο άντρες κι ύστερα είπε: «Ήρθαν πράγματι στο σπίτι μου αυτοί οι άντρες, αλλά δεν ήξερα από πού ήταν. 5 Όταν σκοτείνιασε έφυγαν και βγήκαν απ’ την πόλη πριν κλείσει η πύλη. Δεν ξέρω πού πήγαν αλλά αν τρέξετε γρήγορα πίσω τους, σίγουρα θα τους προλάβετε». 6 Στο μεταξύ αυτή τους είχε ανεβάσει στο δώμα και τους είχε κρύψει ανάμεσα σε θημωνιές από λινάρι, που ήταν στοιβαγμένες εκεί.
7 Οι άνθρωποι του βασιλιά έτρεξαν να βρουν τους κατασκόπους και μόλις βγήκαν απ’ την πόλη, η πύλη έκλεισε. Στην καταδίωξή τους, πήραν το δρόμο που φτάνει ως τα περάσματα του Ιορδάνη.
Ο φόβος των Ισραηλιτών απλώνεται στη Χαναάν
8 Προτού οι κατάσκοποι κοιμηθούν, η Ραάβ ανέβηκε να τους βρει στο δώμα του σπιτιού της 9 και τους είπε: «Εγώ ξέρω πως ο Κύριος σας έχει δώσει αυτήν εδώ τη χώρα. Εξαιτίας σας μας έχει πιάσει φόβος, κι όλοι οι κάτοικοι τρέμουν μπροστά σας. 10 Ακούσαμε ότι, καθώς βγήκατε από την Αίγυπτο, ο Κύριος ξέρανε τα νερά της Ερυθράς Θάλασσας μπροστά σας. Μάθαμε ακόμα τα όσα κάνατε στους δυο βασιλιάδες των Αμορραίων, ανατολικά του Ιορδάνη, στο Σιχόν και στον Ωγ, που τους εξοντώσατε. 11 Όταν τ’ ακούσαμε αυτά, έπεσε το ηθικό μας και κανένας από μας δεν είχε το θάρρος να σας αντιμετωπίσει. Πραγματικά, ο Κύριος, ο Θεός σας, είναι Θεός ψηλά στους ουρανούς κι εδώ κάτω στη γη. 12 Τώρα, λοιπόν, σας παρακαλώ, ορκιστείτε μου στον Κύριο, ότι θα δείξετε στο σπίτι του πατέρα μου την ίδια καλοσύνη, που έδειξα κι εγώ σ’ εσάς. Δώστε μου κι ένα σίγουρο σημάδι για να σας πιστέψω, 13 ότι δε θα σκοτώσετε τους γονείς μου και τ’ αδέρφια μου, ότι θ’ αφήσετε απείραχτα όλα όσα τους ανήκουν».
14 Τότε οι άντρες τής είπαν: «Σου ορκιζόμαστε στη ζωή μας να κάνουμε ό,τι ζητάς, αρκεί να μην προδώσεις τα σχέδιά μας. Όταν ο Κύριος μας δώσει αυτήν τη χώρα, εμείς θα σου δείξουμε καλοσύνη και δε θα παρασπονδήσουμε».
Η φυγάδευση των κατασκόπων
15 Τότε η γυναίκα τούς κατέβασε με σκοινί απ’ το παράθυρο, γιατί το σπίτι της ήταν χτισμένο μέσα στο τείχος της πόλης. 16 «Τρέξτε», τους είπε, «να κρυφτείτε στα βουνά, για να μη σας συναντήσουν αυτοί που σας καταδιώκουν· μείνετε εκεί τρεις μέρες, ώσπου να γυρίσουν πίσω, και έπειτα συνεχίζετε το δρόμο σας».
17 Οι άντρες τής είπαν: «Εμείς θα τηρήσουμε όσα μας έβαλες να σου ορκιστούμε: 18 Αλλά άκου κι εσύ τι πρέπει να κάνεις: Όταν θα μπούμε μέσα στη χώρα, θα δέσεις αυτό το κόκκινο σχοινί στο παράθυρο απ’ όπου μας κατεβάζεις, και θα έχεις συγκεντρώσει στο σπίτι σου τους γονείς σου και τ’ αδέρφια σου, και όλη την οικογένεια του πατέρα σου. 19 Όποιος βγει έξω από την πόρτα του σπιτιού σου, θα είναι ο ίδιος υπεύθυνος για το θάνατό του κι όχι εμείς. Αν όμως, κάποιος πειράξει οποιονδήποτε απ’ αυτούς που θα βρίσκονται μαζί σου, στο σπίτι σου, θα είμαστε εμείς υπεύθυνοι για το θάνατό του. 20 Αν πάλι μας προδώσεις, εμείς θα είμαστε ελεύθεροι από τον όρκο που μας έβαλες να σου δώσουμε».
21 Εκείνη απάντησε: «Θα γίνει όπως τα λέτε». Έπειτα τους φυγάδευσε· κι όταν έφυγαν, έδεσε στο παράθυρό της το κόκκινο σκοινί.
22 Οι κατάσκοποι έφυγαν και πήγαν στα βουνά· εκεί έμειναν τρεις μέρες, ώσπου να γυρίσουν πίσω εκείνοι που τους καταδίωκαν. Τους είχαν αναζητήσει παντού αλλά δεν τους βρήκαν. 23 Μετά οι δυο άντρες κατέβηκαν από τα βουνά, πέρασαν τον Ιορδάνη και ήρθαν στον Ιησού, γιο του Ναυή, στον οποίο και διηγήθηκαν όλα όσα τους είχαν συμβεί. 24 «Είναι βέβαιο», του είπαν, «ότι ο Κύριος μας έχει παραδώσει ολόκληρη τη χώρα και μάλιστα όλοι οι κάτοικοί της μας τρέμουν».
Raabe e os espias
1 Então, Josué, filho de Num, enviou secretamente de Sitim dois espias e lhes disse:
— Vão examinar a terra, especialmente Jericó.
Eles foram e entraram na casa de uma prostituta chamada Raabe e ali passaram a noite.
2 Contudo, o rei de Jericó foi avisado:
— Alguns israelitas vieram aqui esta noite para espiar a terra.
3 Diante disso, o rei de Jericó enviou esta mensagem a Raabe: "Traga para fora os homens que entraram na sua casa, pois vieram espiar toda a terra".
4 A mulher, porém, que tinha escondido os dois homens, respondeu:
— É verdade que os homens vieram a mim, mas eu não sabia de onde tinham vindo. 5 Ao anoitecer, na hora de fechar a porta da cidade, eles partiram. Não sei por onde foram. Corram atrás deles. Talvez os alcancem.
6 Ela, porém, os tinha levado para o terraço e os tinha escondido sob os talos de linho que havia arrumado lá.
7 Os perseguidores partiram atrás deles pelo caminho que leva aos vaus do Jordão. Logo que saíram, a porta foi trancada.
8 Antes de os espias se deitarem, Raabe subiu ao terraço 9 e lhes disse:
— Sei que o Senhor deu a vocês esta terra. Vocês nos causaram um medo terrível, e todos os habitantes desta terra estão apavorados por causa de vocês, 10 pois temos ouvido como o Senhor secou as águas do mar Vermelho2.10 Ou mar de Juncos. diante de vocês quando saíram do Egito, e o que vocês fizeram a leste do Jordão com Seom e Ogue, os dois reis amorreus que vocês separaram para destruição.2.10 O termo hebraico indica um ato de consagração irrevogável a Deus, geralmente por meio da destruição de um objeto ou de seres vivos.11 Quando soubemos disso, o povo desanimou completamente, e por causa de vocês todos perderam a coragem, pois o Senhor, o seu Deus, é Deus em cima nos céus e embaixo na terra. 12 Portanto, jurem-me pelo Senhor que, assim como eu fui bondosa com vocês, também serão bondosos com a minha família. Deem-me um sinal seguro 13 de que pouparão a vida do meu pai e da minha mãe, dos meus irmãos e das minhas irmãs, e de tudo o que lhes pertence. Jurem que nos livrarão da morte.
14 — A nossa vida pela de vocês! — garantiram-lhe os homens. — Se você não contar o que estamos fazendo, nós a trataremos com bondade e fidelidade quando o Senhor nos der esta terra.
15 Então, Raabe os ajudou a descer pela janela com uma corda, pois a casa em que morava fazia parte do muro da cidade, 16 e lhes disse:
— Vão para aquela montanha, para que os perseguidores não os encontrem. Escondam-se lá por três dias, até que eles voltem; depois, poderão seguir o seu caminho.
17 Os homens lhe disseram:
— Estaremos livres do juramento que você nos levou a fazer 18 se, quando entrarmos na terra, você não tiver amarrado este cordão escarlate na janela pela qual nos ajudou a descer e se não tiver trazido para a sua casa o seu pai e a sua mãe, os seus irmãos e toda a sua família. 19 Qualquer pessoa que sair da casa será responsável por sua vida; nós seremos inocentes. No entanto, seremos responsáveis pela morte de quem estiver na casa com você, caso alguém toque nessa pessoa. 20 Se você contar a nossa missão a alguém, estaremos livres do juramento que você nos levou a fazer.
21 — Seja como vocês disseram — respondeu Raabe.
Em seguida, os despediu, e eles partiram. Depois, amarrou o cordão escarlate na janela.
22 Quando partiram, foram para a montanha e ali ficaram três dias, até que os seus perseguidores regressassem. Estes os procuraram ao longo de todo o caminho e não os acharam. 23 Por fim, os dois homens voltaram; desceram a montanha, atravessaram o rio e chegaram a Josué, filho de Num, e lhe contaram tudo o que lhes havia acontecido. 24 Disseram a Josué:
— Sem dúvida, o Senhor entregou a terra toda nas nossas mãos; todos estão apavorados por nossa causa.