Το στρατήγημα του Ιησού
1 Ο Κύριος είπε στον Ιησού: «Μη φοβάσαι και μην δειλιάζεις. Πάρε μαζί σου όλο το στρατό και πήγαινε να επιτεθείς εναντίον της Γαι. Θα παραδώσω στα χέρια σου το βασιλιά της, το λαό του, την πόλη και τη χώρα του. 2 Θα κάνεις στη Γαι και στο βασιλιά της ό,τι έκανες στην Ιεριχώ και στο βασιλιά της. Αλλά τα λάφυρά της και τα κτήνη της θα τα πάρετε εσείς. Στήστε ενέδρα από το πίσω μέρος της πόλης».
3 Τότε ο Ιησούς ετοιμάστηκε να επιτεθεί στη Γαι με όλο του το στρατό. Διάλεξε τρεις χιλιάδεςτρεις χιλιάδες, το πιθανό κείμενο. Το εβρ. έχει «τριάντα χιλιάδες». γενναίους άντρες και τους έστειλε τη νύχτα, 4 με την εξής διαταγή: «Προσέξτε, να στήσετε ενέδρα από το πίσω μέρος της πόλης, χωρίς ν’ απομακρυνθείτε πολύ από την πόλη, και να είστε όλοι σας σε επιφυλακή. 5 Εγώ θα πλησιάσω με τους άντρες μου στην πόλη. Όταν οι άντρες της Γαι βγουν εναντίον μας, όπως την άλλη φορά, εμείς θα υποχωρήσουμε. 6 Όσο αυτοί θα μας καταδιώκουν εμείς θα υποχωρούμε, ώσπου να τους απομακρύνουμε από την πόλη, γιατί θα νομίζουν ότι τραπήκαμε σε φυγή όπως την πρώτη φορά». 7 Τότε εσείς θα βγείτε από την ενέδρα και θα καταλάβετε την πόλη. Θα σας την παραδώσει ο Κύριος, ο Θεός σας. 8 Κι όταν καταλάβετε την πόλη, θα την παραδώστε στη φωτιά, σύμφωνα με την προσταγή του Κυρίου. Αυτές είναι οι διαταγές που σας δίνω».
9 Με διαταγή του Ιησού, λοιπόν, πήγαν κι έστησαν την ενέδρα τους ανάμεσα στη Βαιθήλ και στη Γαι, δυτικά της Γαι· ο Ιησούς πέρασε τη νύχτα εκείνη στο στρατόπεδο. 10 Το πρωί σηκώθηκε, επιθεώρησε τους άντρες του και βάδισε επικεφαλής τους, μαζί με τους πρεσβυτέρους του Ισραήλ, προς τη Γαι. 11 Οι άντρες του προχώρησαν κι έφτασαν απέναντι από τη Γαι και πήραν θέσεις στα βόρεια της πόλης· ανάμεσα σ’ αυτούς και στην πόλη ήταν κοιλάδα.
12 Ο Ιησούς διάλεξε περίπου πέντε χιλιάδες άντρες και τους έβαλε σε ενέδρα ανάμεσα στη Βαιθήλ και στη Γαι, στα δυτικά της πόλης. 13 Έτσι, ο κυρίως στρατός είχε πάρει θέσεις στα βόρεια της πόλης, με την οπισθοφυλακή στα δυτικά· ο Ιησούς διανυκτέρευσε στην κοιλάδα.
14 Μόλις ο βασιλιάς της Γαι είδε τους Ισραηλίτες έσπευσε με όλο το στρατό του να βγει από την πόλη και να τους πολεμήσει στην κοιλάδα του Ιορδάνη, στην ίδια θέση όπως και προηγουμένως. Δεν ήξερε όμως ότι υπήρχε εναντίον του ενέδρα, στα δυτικά της πόλης. 15 Ο Ιησούς και οι Ισραηλίτες προσποιήθηκαν ότι είχαν νικηθεί απ’ αυτούς και τράπηκαν δήθεν σε φυγή προς την έρημο.
16 Τότε όλος ο πληθυσμός της πόλης διατάχθηκαν να βγουν και να καταδιώξουν τον Ιησού· έτσι απομακρύνθηκαν από την πόλη. 17 Κανείς δεν έμεινε στη Γαιστη Γαι, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει «στη Γαι και στη Βαιθήλ». που να μη βγει να καταδιώξει τους Ισραηλίτες· κι άφησαν την πόλη ανυπεράσπιστη.
Κατάκτηση και καταστροφή της Γαι
18 Τότε ο Κύριος είπε στον Ιησού: «Άπλωσε προς τη Γαι τη λόγχη που κρατάς στο χέρι σου, γιατί θα σου παραδώσω την πόλη». Ο Ιησούς άπλωσε τη λόγχη του προς τη Γαι. 19 Οι στρατιώτες της ενέδρας σηκώθηκαν γρήγορα από τη θέση τους, έτρεξαν μέσα στην πόλη και την κατέλαβαν, κι αμέσως της έβαλαν φωτιά.
20 Όταν οι άντρες της Γαι κοίταξαν πίσω τους και είδαν τον καπνό ν’ ανεβαίνει από την πόλη προς τον ουρανό, κατάλαβαν πως δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από πουθενά. Οι Ισραηλίτες που δήθεν έφευγαν κυνηγημένοι προς την έρημο, στράφηκαν τώρα εναντίον τους. 21 Όταν ο Ιησούς και ο στρατός του είδαν ότι οι άντρες της ενέδρας είχαν κυριέψει την πόλη, κι είδαν και τον καπνό που ανέβαινε απ’ αυτήν, γύρισαν και χτύπησαν τους άντρες της Γαι. 22 Οι Ισραηλίτες από την πόλη βγήκαν κι αυτοί στην καταδίωξη, κι έτσι οι άντρες της Γαι βρέθηκαν περικυκλωμένοι απ’ όλες τις μεριές. Οι Ισραηλίτες τους νίκησαν και δεν άφησαν ούτε έναν ζωντανό ούτε έναν φυγάδα. 23 Το βασιλιά της Γαι, τον συνέλαβαν ζωντανό και τον έφεραν στον Ιησού.
24 Οι Ισραηλίτες θανάτωσαν όλους τους κατοίκους της Γαι στους αγρούς και στην έρημο, εκεί όπου κι αυτοί τους είχαν καταδιώξει· δεν έμεινε ούτε ένας ζωντανός. Μετά γύρισαν πίσω στη Γαι και εξόντωσαν τον υπόλοιπο πληθυσμό. 25 Την ημέρα εκείνη σκοτώθηκαν όλοι οι κάτοικοι της Γαι, δώδεκα χιλιάδες, άντρες και γυναίκες. 26 Στο μεταξύ ο Ιησούς κρατούσε το χέρι του με τη λόγχη τεντωμένο προς την κατεύθυνση της Γαι, ωσότου θανατώθηκαν όλοι οι κάτοικοί της. 27 Οι Ισραηλίτες πήραν για τον εαυτό τους μόνο τα κτήνη και τα λάφυρα εκείνης της πόλης, σύμφωνα με τη διαταγή που είχε δώσει ο Κύριος στον Ιησού.
28 Έτσι, ο Ιησούς πυρπόλησε τη Γαι και τη μετέβαλε σε σωρό ερειπίων·Το όνομα Γαι στα εβρ. σημαίνει «σωρός ερειπίων». και μέχρι σήμερα είναι τόπος έρημος.
29 Το βασιλιά της Γαι τον κρέμασε σ’ ένα δέντρο, κι έμεινε εκεί κρεμασμένος ως το βράδυ. Με το ηλιοβασίλεμα ο Ιησούς διέταξε να κατεβάσουν το πτώμα από το δέντροΣύμφωνα με το Δτ 21:22-23, τα πτώματα των εκτελεσθέντων δεν έπρεπε να μένουν κρεμασμένα κατά τη διάρκεια της νύχτας. και να το ρίξουν μπρος στην πύλη της πόλης. Πάνω του έριξαν ένα μεγάλο σωρό πέτρες, ο οποίος σώζεται μέχρι σήμερα.
Η αναγραφή του νόμου στο όρος Εβάλ
30 Στο όρος ΕβάλΒλ. υποσ. εις Δτ 11:29. ο Ιησούς έχτισε θυσιαστήριο στον Κύριο, το Θεό του Ισραήλ. 31 Έτσι είχε διατάξει τους Ισραηλίτες ο Μωυσής, ο δούλος του Κυρίου, και είναι γραμμένο στο βιβλίο του νόμου του Μωυσή. Το θυσιαστήριο ήταν από αλάξευτες πέτρες, που δεν τις είχε αγγίξει σιδερένιο εργαλείο. Πάνω σ’ αυτό, πρόσφεραν στον Κύριο ολοκαυτώματα και θυσίες κοινωνίας.
32 Εκεί, πάνω στις πέτρες του θυσιαστηρίου, ο Ιησούς χάραξε ενώπιον των Ισραηλιτών ένα αντίγραφο του νόμου που είχε γράψει ο Μωυσής. 33 Έπειτα όλος ο λαός του Ισραήλ με τους πρεσβυτέρους τους, τους αρχηγούς τους και τους κριτές τους, καθώς και οι ξένοι που ζούσαν ανάμεσά τους, στάθηκαν από τη μια κι από την άλλη μεριά της κιβωτού της διαθήκης του Κυρίου· απέναντί τους στέκονταν οι ιερείς-Λευίτες, που βάσταζαν την κιβωτό. Οι μισοί στάθηκαν από τη μεριά του όρους Γεριζίμ και οι άλλοι μισοί από την πλευρά του όρους Εβάλ. Αυτό τους είχε διατάξει για πρώτη φορά ο Μωυσής, ο δούλος του Κυρίου, όταν θα ’ρχόταν ο καιρός να δεχτεί την ευλογία ο ισραηλιτικός λαός.
34 Κατόπιν, ο Ιησούς διάβασε όλες τις εντολές του νόμου, τις ευλογίες και τις κατάρες, που ήταν γραμμένες στο βιβλίο του νόμου. 35 Δεν έμεινε καμιά εντολή από όλες όσες είχε δώσει ο Μωυσής, που να μην τη διάβασε ο Ιησούς στους Ισραηλίτες, οι οποίοι ήταν εκεί συναθροισμένοι μαζί με τις γυναίκες τους, τα παιδιά τους και τους ξένους που ζούσαν ανάμεσά τους.
A destruição de Ai
1 O Senhor disse a Josué:
— Não tenha medo! Não desanime! Leve todo o exército com você e avance contra Ai. Eu entreguei nas suas mãos o rei de Ai, o seu povo, a sua cidade e a sua terra. 2 Você fará com Ai e o seu rei o que fez com Jericó e o rei deles; desta vez, porém, vocês poderão se apossar dos despojos e dos animais. Prepare uma emboscada atrás da cidade.
3 Então, Josué e todo o exército se prepararam para atacar a cidade de Ai. Ele escolheu trinta mil dos seus melhores homens de guerra e os enviou de noite 4 com a seguinte ordem:
— Atenção! Preparem uma emboscada atrás da cidade e não se afastem muito dela. Fiquem todos alerta. 5 Eu e todos os que estiverem comigo nos aproximaremos da cidade. Quando os homens nos atacarem como fizeram antes, fugiremos deles. 6 Eles nos perseguirão até que os tenhamos atraído para longe da cidade, pois dirão: "Estão fugindo de nós como fizeram antes". Quando estivermos fugindo, 7 vocês sairão da emboscada e tomarão posse da cidade. O Senhor, o seu Deus, a entregará nas suas mãos. 8 Depois que tomarem a cidade, vocês a incendiarão. Façam o que o Senhor ordenou. Atentem bem para as minhas instruções.
9 Então, Josué os enviou. Eles foram e ficaram de emboscada entre Betel e Ai, a oeste de Ai. Josué, porém, passou aquela noite com o povo.
10 Na manhã seguinte, Josué passou em revista os homens; acompanhado dos líderes de Israel, partiu à frente deles rumo à cidade de Ai. 11 Todos os homens de guerra que estavam com ele avançaram, aproximaram-se da cidade pela frente e armaram acampamento ao norte de Ai, onde havia um vale entre eles e a cidade. 12 Josué pôs de emboscada cerca de cinco mil homens entre Betel e Ai, a oeste da cidade. 13 Os que estavam no acampamento ao norte da cidade e os que estavam na emboscada a oeste tomaram posição. Naquela noite, Josué foi ao vale.
14 Quando viu isso, o rei de Ai e todos os homens da cidade se apressaram, levantaram-se logo cedo e saíram para enfrentar Israel no campo de batalha, no local de onde se avista a Arabá. Ele, porém, não sabia da emboscada armada contra ele atrás da cidade. 15 Josué e todo o Israel deixaram-se perseguir e fugiram para o deserto. 16 Todos os homens de Ai foram chamados para persegui-los. Com isso, foram atraídos para longe da cidade. 17 Nem um só homem ficou em Ai e em Betel; todos foram atrás de Israel. Deixaram a cidade aberta e saíram em perseguição de Israel.
18 O Senhor, então, disse a Josué:
— Estende a lança que você tem na mão em direção a Ai, pois nas suas mãos entregarei a cidade.
Josué estendeu a lança em direção à cidade, 19 e, assim que o fez, os homens da emboscada saíram correndo da sua posição, entraram na cidade, tomaram-na e depressa a incendiaram.
20 Quando os homens de Ai olharam para trás e viram a fumaça da cidade subindo ao céu, não tinham para onde escapar, pois os israelitas que fugiam para o deserto se voltaram contra os seus perseguidores. 21 Vendo Josué e todo o Israel que os homens da emboscada tinham tomado a cidade e que desta subia fumaça, deram meia-volta e atacaram os homens de Ai. 22 Os outros israelitas também saíram da cidade para lutar contra eles, de modo que foram cercados, tendo os israelitas dos dois lados. Então, os israelitas os mataram, sem deixar sobreviventes nem fugitivos, 23 mas prenderam vivo o rei de Ai e o levaram a Josué.
24 Depois que Israel terminou de matar à espada os habitantes de Ai no campo e no deserto, onde estes os tinham perseguido, toda a nação voltou à cidade de Ai e matou os que lá haviam ficado. 25 Doze mil homens e mulheres caíram mortos naquele dia. Era toda a população de Ai. 26 Josué não recuou a lança até separar todos os habitantes de Ai para destruição.8.26 O termo hebraico indica um ato de consagração irrevogável a Deus, geralmente por meio da destruição de um objeto ou de seres vivos.27 Israel, porém, se apossou dos animais e dos despojos daquela cidade, conforme a ordem que o Senhor tinha dado a Josué.
28 Assim, Josué incendiou Ai e fez dela um perpétuo monte de ruínas, um lugar abandonado até hoje. 29 Enforcou o rei de Ai em uma árvore e ali o deixou até a tarde. Ao pôr do sol, Josué ordenou que tirassem o corpo da árvore e que o atirassem à entrada da cidade. Sobre ele ergueram um grande monte de pedras, que perdura até hoje.
A renovação da aliança no monte Ebal
30 Então, Josué construiu no monte Ebal um altar ao Senhor, o Deus de Israel, 31 conforme Moisés, servo do Senhor, tinha ordenado aos israelitas. Ele o construiu de acordo com o que está escrito no livro da lei de Moisés: um altar de pedras não lavradas, nas quais não se usou ferramenta de ferro.8.31 Veja Êx 20.25 e Dt 27.5. Sobre ele sacrificaram ao Senhor holocaustos8.31 Isto é, sacrifícios totalmente queimados. e ofertas de comunhão. 32 Ali, na presença dos israelitas, Josué copiou nas pedras a lei que Moisés havia escrito. 33 Todo o Israel, estrangeiros e nativos — com os seus líderes, os seus oficiais e os seus juízes — estavam em pé dos dois lados da arca da aliança do Senhor, diante dos sacerdotes levitas que a carregavam. Metade do povo estava em pé, defronte do monte Gerizim, e metade defronte do monte Ebal. Tudo conforme Moisés, servo do Senhor, tinha ordenado anteriormente, para que o povo de Israel fosse abençoado.
34 Em seguida, Josué leu todas as palavras da lei, a bênção e a maldição, segundo o que está escrito no livro da lei. 35 Não houve uma só palavra de tudo o que Moisés tinha ordenado que Josué não lesse para toda a assembleia de Israel, incluindo mulheres, crianças e os estrangeiros que viviam no meio deles.